29/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15/1/2010 και 23/4/2010 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4609/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4551/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/6/2016 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated29/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 §§ 1 & 4 και 56 του Ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικώς εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία εκδόσεως (Ολομ.
Full text
Απόφαση 29 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 29/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Καρελλά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Β. Β. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15/1/2010 και 23/4/2010 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4609/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4551/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/6/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4551/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 23-10-2013 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 4609/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν γίνει δεκτές οι από 15-1-2010 και 23-4-2010 αγωγές της αναιρεσίβλητης περί καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης λόγω της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος.
Το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα, από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα εκτιθέμενα στην αγωγή, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 443/2011).
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.
Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής.
Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνον του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.
Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεως της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή.
Για τη θεμελίωση αυτής της αγωγής από αδικοπραξία αρκεί ο ενάγων να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο εκδότης - εναγόμενος εξέδωσε την επιταγή αυτή δόλια, δηλαδή ενώ γνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της επιταγής διαθέσιμα κεφάλαια στην πωλήτρια τράπεζα κατά το χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε προς πληρωμή μέσα στην οκταήμερη προθεσμία με αφετηρία την αναγραφόμενη επί του σώματος αυτής (επιταγής) ημεροχρονολογίας εκδόσεως της.
Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 §§ 1 & 4 και 56 του Ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικώς εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία εκδόσεως (Ολομ.
ΑΠ 29/2007, Ολομ.ΑΠ 25/2007, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 687/2010). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των ενδίκων αγωγών (ΚΠολΔ 561 § 2), προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη εξέθεσε σ' αυτές ότι ο αναιρεσείων εξέδωσε στην Αθήνα, εις διαταγήν της, δύο επιταγές της ALPHA BANK, ποσού 1.486.700 ευρώ και 1.295.036 ευρώ αντιστοίχως, τις οποίες, ως κομίστρια αυτών, εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα εμπρόθεσμα, πλην όμως δεν πληρώθηκαν, καθόσον δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια και ότι ο προαναφερόμενος εξέδωσε τις συγκεκριμένες επιταγές, εν γνώσει της ανυπαρξίας των διαθεσίμων κεφαλαίων, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει ισόποση ζημία.
Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ζήτησε, μετά από παραδεκτή μετατροπή του αιτήματος για το πέραν των 50.000 ευρώ σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτές χρηματικά ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που της προκάλεσε η αδικοπρακτική συμπεριφορά του, καθώς και να απαγγελθεί ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, η προσωπική του κράτηση.
Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό οι αγωγές είναι πλήρως ορισμένες, αφού εκτίθενται στα δικόγραφά τους όλα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση της αναιρεσείουσας πραγματικά περιστατικά και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητά τους να αναφέρεται η υποκείμενη σχέση που αποτέλεσε την αιτία έκδοσης των συγκεκριμένων επιταγών ούτε και ο λόγος, για τον οποίο εμφανιζόταν η αναιρεσείουσα ως κομίστρια αυτών και ο σχετικός τέταρτος αναιρετικός, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση μόνο, 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Σημειώνεται εδώ ότι ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολομ.
ΑΠ 25/2008). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Κατά το άρθρο 1047 § 1 ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση "μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες". Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και κατά το οποίο: "Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση".
Η διάταξη αυτή προδήλως αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, διότι είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικές παράβασης. Εξάλλου, η προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (πρβλ.
Ολομ. ΑΠ 1/2009, ΑΠ 1353/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 11-5-2009 μεταξύ των Σ. Θ., Π. Τ., Σ. Γ. και Ν. Μ. ενεργούντων για λογαριασμό τους, αλλά και δυνάμει πληρεξουσίων για λογαριασμό των Α.
Κ., Ι. Χ., Ε. Π., Χ. Μ., Δ. Β., Χ. Π., Κ. Α. και Φ. - Ν. Α. αφ' ενός και αφετέρου του εναγομένου Σ. Τ. συμφωνήθηκαν εγγράφως τα ακόλουθα: η εκ μέρους του εναγομένου αναγνώριση οφειλής ποσού 1.486.700 ευρώ έναντι των αντισυμβαλλομένων του, για την απόκτηση συμφέροντος στο μετοχικό κεφάλαιο κυπριακής εταιρίας, μετόχου της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "...
ΑΕ", με δήλη ημέρα καταβολής 20-11-2009. Για το λόγο αυτό συμφωνήθηκε η έκδοση επιταγής και έτσι ο εναγόμενος εξέδωσε την υπ' αρ. 42295136-6 μεταχρονολογημένη δίγραμμη επιταγή της ALPHA BANK, ποσού 1.486.700 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-11-2009, εις διαταγήν της ενάγουσας, πληρεξούσιας δικηγόρου των αντισυμβαλλομένων του εναγομένου, η οποία ορίσθηκε με το συμφωνητικό αντίκλητός τους και δεκτική καταβολής.
Με το ίδιο συμφωνητικό, τα μέρη συμφώνησαν όπως οι 758.424 ονομαστικές μετοχές κυριότητας των αντισυμβαλλομένων του εναγομένου της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" πωληθούν και μεταβιβασθούν στον εναγόμενο έναντι συνολικού τιμήματος 1.295.036 ευρώ, καταβλητέου στις 31-1-2010, με τη συμφωνία η διαδικασία της μεταβίβασης να ολοκληρωθεί με την εξόφληση του τιμήματος.
Για το λόγο αυτό συμφωνήθηκε η έκδοση επιταγής και ο εναγόμενος εξέδωσε την υπ' αρ. 42295137-4 ισόποση μεταχρονολογημένη δίγραμμη επιταγή της ALPHA BANK, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-1-2010, εις διαταγήν της ενάγουσας, η οποία ορίσθηκε από τα μέρη και για την επιταγή αυτή, αντίκλητος των αντισυμβαλλομένων του εναγομένου και δεκτική καταβολής.
Οι επιταγές αυτές αφού εκδόθηκαν παραδόθηκαν στην ενάγουσα. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, οι επιταγές να παραμείνουν εις χείρας της ενάγουσας και να μην εμφανισθούν προς πληρωμή, πριν από την αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης για κάθε μία και ότι με την εξόφληση αυτών, η μεν ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει στον εναγόμενο τις σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις, οι δε αντισυμβαλλόμενοί του να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για την ολοκλήρωσή της μεταβίβασης των μετοχών.
Επίσης, συμφωνήθηκε, ότι σε περίπτωση μη πληρωμής των επιταγών στον καθορισμένο χρόνο, παύει η ισχύς του διακανονισμού και οι αντισυμβαλλόμενοι του εναγομένου έχουν δικαίωμα να επιδιώξουν με κάθε νόμιμο μέσο και με έκδοση διαταγής πληρωμής, την είσπραξη των ποσών αυτών με το νόμιμο τόκο υπερημερίας μέχρι την πλήρη εξόφληση, πλέον των εξόδων.
Επίσης, συμφωνήθηκε, ότι τα μέρη αναγνωρίζουν το σύνολο των ως άνω οφειλομένων ποσών 2.781.736 ευρώ (1.486.700 + 1.295.036), σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 873 Αστικού Κώδικα, ανεξάρτητα και πέρα από την αιτία του. Η ενάγουσα εμφάνισε προς πληρωμή τις ανωτέρω επιταγές στην πληρώτρια τράπεζα, με βάση τα συμφωνηθέντα, την πρώτη εξ αυτών στις 23-11-2009 και τη δεύτερη στις 1-2-2010, πλην όμως δεν πληρώθηκαν, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που σημειώθηκε επί του σώματος κάθε επιταγής.
Ακολούθως, η ενάγουσα, με βάση τις επιταγές αυτές, πέτυχε την έκδοση αντιστοίχως των υπ' αρ. 7429/2010 και 9612/2010 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις οποίες και επέδωσε με επιταγή προς εκτέλεση στον εναγόμενο. Ο τελευταίος άσκησε επ' αυτών αιτήσεις αναστολών και ανακοπές, η συζήτηση των οποίων ματαιώθηκε.
Με βάση την προαναφερθείσα από 11-5-2009 έγγραφη συμφωνία, η ενάγουσα παρέλαβε τις επίδικες επιταγές, όχι ως μεσεγγυούχος ή θεματοφύλακας, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως ο εναγόμενος, αλλά στα πλαίσια σύμβασης εντολής που τη συνέδεε με τους αντισυμβαλλομένους του εναγομένου, των οποίων ήταν πληρεξούσια δικηγόρος και ορισθείσα ως δεκτική καταβολής και εντεύθεν δικαιούχος εισπράξεως των επιταγών αυτών.
Έτσι η ενάγουσα αν και δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στην υποκείμενη σχέση που αποτέλεσε την αιτία έκδοσης των επιταγών, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω και αναλυτικά αναφέρεται στο από 11-5-2009 συμφωνητικό, κατέστη, με βάση τη συμφωνία των μερών νόμιμη κομίστρια των επιταγών και δικαιούχος των ποσών. Τούτο, σε συνδυασμό με την υποχρέωση απόδοσης των ποσών των επιταγών στους εντολείς της, με βάση τις μεταξύ τους συμφωνίες, αποτελεί την ισόποση περιουσιακή της ζημία.
Εξάλλου, τηρήθηκε και ο όρος της συμφωνίας, για τη μη εμφάνιση των επιταγών προ του αναγραφομένου χρόνου έκδοσης της κάθε μίας, ο δε όρος της συμφωνίας ότι ο διακανονισμός παύει να υφίσταται σε περίπτωση μη πληρωμής των επιταγών στον καθορισμένο χρόνο δεν συνεπάγεται ότι τα ποσά δεν οφείλονται, ενόψει του όρου της συμφωνίας που ακολουθεί, ότι οι αντισυμβαλλόμενοι του εναγομένου έχουν, σε κάθε περίπτωση, τη δυνατότητα να επιδιώξουν την εξόφληση της οφειλής με κάθε νόμιμο μέσο.
Το αυτό ισχύει για την επιταγή των 1.295.036 ευρώ, που αφορά το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης των ονομαστικών μετοχών της εταιρίας "... ΑΕ", καθώς η μεταβίβαση των μετοχών αυτών είχε συμφωνηθεί υπό την προϋπόθεση εξόφλησης του τιμήματος, δηλαδή την πληρωμή της επιταγής. Άλλωστε στο συμφωνητικό υπήρξε και αφηρημένη αναγνώριση της οφειλής (και των ποσών των δύο επιταγών), κατ' άρθρο 873 ΑΚ.
Συνεπώς, η έκδοση των επιδίκων επιταγών, έγινε σε εκπλήρωση αναληφθείσας υποχρέωσης από τον εκδότη - εναγόμενο, την οποία ο ίδιος δημιούργησε και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει αυτός με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς του, περί μη οφειλής του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως απορριπτέα είναι επίσης ως αβάσιμα τα αναφερόμενα στο δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της αγωγής εκ μέρους της ενάγουσας και ελλείψεως ενεργητικής της νομιμοποίησης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος γνώριζε την ανυπαρξία των κεφαλαίων για την πληρωμή των επιταγών, παρά ταύτα προέβη στην έκδοση αυτών, ο λογαριασμός από τον οποίο σύρονταν ήταν προσωπικός του και αυτός ήταν το μοναδικό πρόσωπο που γνώριζε πολύ καλά την κίνηση του λογαριασμού του και τη διαθεσιμότητα των κεφαλαίων του.
Αντίθετο ισχυρισμό, αμφισβητώντας τη γνώση αυτή, δεν προέβαλε. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ανωτέρω, σωστά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εναγόμενος με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς του, περί ανυπαρξίας αιτιολογιών, άλλως αντιφατικότητας αυτών, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος της εφέσεώς του περί παραβίασης των κανόνων βάρους απόδειξης, ειδικά ως προς το στοιχείο της εν γνώσει του έκδοσης των επιταγών και λήψης υπόψη προς απόδειξη των ισχυρισμών της ενάγουσας, αποδεικτικού στοιχείου που ο προσκόμισε ο ίδιος και όχι η ενάγουσα.
Όμως, προσκομίζοντας αυτός το από 11-5-2009 συμφωνητικό, το κατέστησε κοινό αποδεικτικό μέσο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 346 ΚΠολΔ, κατά την οποία τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ο ένας διάδικος, λαμβάνονται υπόψη για την απόδειξη των ισχυρισμών άλλου διαδίκου, καθίστανται κοινά αποδεικτικά μέσα, τιθέμενα στην υπηρεσία της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενο τις αγωγές, επέβαλε προσωπική κράτηση σε βάρος του εναγομένου διάρκειας 3 μηνών σε κάθε αγωγή. Έτσι κρίνοντας, σωστά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, καθώς και όλα τα κατά νόμω στοιχεία έλαβε υπόψη του για την επιβολή της προσωπικής κράτησης και του ύψους αυτής, δηλ.
το είδος και το μέγεθος της βλάβης που υπέστη η ενάγουσα, τις ειδικότερες συνθήκες που τελέσθηκε η αδικοπραξία, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, καθότι η ενάγουσα είναι δικηγόρος και ο εναγόμενος ιατρός.
Συνεπώς, όλα τα αντίθετα που υποστηρίζει ο εναγόμενος με τον έκτο λόγο της εφέσεώς του κατά το σκέλος Α, περί νομικής αβασιμότητας του αιτήματος της προσωπικής του κράτησης και του ύψους αυτής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Επίσης, απορριπτέα είναι τα αναφερόμενα στο σκέλος υπό στοιχείο Β του ίδιου λόγου εφέσεως, περί εσφαλμένου διατακτικού της αποφάσεως, για το λόγο ότι η εκκαλουμένη, παρά τη συνεκδίκαση των αγωγών, δεν εξέδωσε μία απόφαση επ' αυτών, αλλά διατύπωσε το διατακτικό διαιρετά ανά αγωγή.
Όμως, η συνεκδίκαση των αγωγών έγινε προς διευκόλυνση της διεξαγωγής της δίκης, χωρίς όμως η συνεκδίκαση να επιφέρει άρση της αυτοτέλειας της κάθε αγωγής ως προς τα αιτήματά της, που ορθά στο διατακτικό της εκκαλουμένης διατυπώθηκαν ξεχωριστά για κάθε αγωγή.... Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του έκτου και τελευταίου λόγου της εφέσεώς του ο εκκαλών παραπονείται για τη διάταξη της εκκαλουμένης αποφάσεως περί επιβολής σε βάρος του των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος ποσού 59.000 ευρώ επί της από 15-1-2010 αγωγής και 52.000 ευρώ επί της από 23-4-2010 αγωγής, ισχυριζόμενος ότι είναι υπέρογκα, άλλως ότι έπρεπε να συμψηφισθούν.
Όμως, δεν δύναται να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ, που προβλέπει δυνητικά τη συμψήφιση των εξόδων σε περίπτωση ιδιαίτερης δυσχέρειας του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, αφού τέτοια δυσχέρεια δεν συνέτρεξε, εν προκειμένω. Περαιτέρω, με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς επί της από 15-1-2010 αγωγής (1.486.700) η αμοιβή για τη σύνταξη της αγωγής και των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων ανέρχεται στο ποσό των 44.601 ευρώ (1.486.700 X 3%), το τέλος δικαστικού ενσήμου για το καταψηφιστικό μέρος της αγωγής των 50.000 ευρώ, ανέρχεται σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν.
ΓΠΟ/1912, όπως ίσχυε κατά τη συζήτηση της αγωγής, σε 20 δρχ μέχρι 50.000 δρχ και 100δρχ κατά πάσα προσθήκη κλάσματος μέχρι 25.000 δρχ και εν προκειμένω σε 197 ευρώ, αν δε προστεθούν και η αμοιβή για την παράσταση δικηγόρου και τα λοιπά τέλη (χαρτόσημο, ένσημα), καθώς και η δαπάνη της επίδοσης, το σύνολο των δικαστικών εξόδων ανέρχεται στο ποσόν των 44.500 ευρώ.
Επομένως, έσφαλε η εκκαλουμένη η οποία επιδίκασε επί της αγωγής αυτής 59.000 ευρώ δικαστικά έξοδα σε βάρος του εναγομένου. Περαιτέρω με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς επί της από 23-4-2010 αγωγής (1.295.036) η αμοιβή για τη σύνταξη της αγωγής και των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων ανέρχεται στο ποσό των ευρώ 38.851 (1.295.036 X 3%), το τέλος δικαστικού ενσήμου για το καταψηφιστικό μέρος της αγωγής των 50.000 ευρώ, ανέρχεται σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν.
ΓΠΟ/1912, όπως ίσχυε κατά τη συζήτηση της αγωγής (σε 20 δρχ μέχρι 50.000 δρχ και 100δρχ κατά πάσα προσθήκη κλάσματος μέχρι 25.000 δρχ) και εν προκειμένω σε 197 ευρώ, αν δε προστεθούν και η αμοιβή για την παράσταση δικηγόρου και τα λοιπά τέλη (χαρτόσημο, ένσημα), καθώς και η δαπάνη της επίδοσης το σύνολο των δικαστικών εξόδων ανέρχεται στο ποσόν των 39.500 ευρώ.
Επομένως, έσφαλε η εκκαλουμένη η οποία επιδίκασε επί της αγωγής αυτής 52.000 ευρώ ως δικαστικά έξοδα σε βάρος του εναγομένου". Ακολούθως και με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, όσον αφορά τη διάταξή της περί καταδίκης του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, ενώ κατά τα λοιπά επικύρωσε την πρωτόδικα απόφαση..
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Την κρίση του δε αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ότι α) οι επίμαχες τραπεζικές επιταγές εκδόθηκαν εις διαταγήν της αναιρεσίβλητης, η οποία, ως κομίστρια, αυτών τις εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, β) λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων δεν πληρώθηκαν, γεγονός που σημειώθηκε επί του σώματος αυτών και γ) ο αναιρεσείων γνώριζε την ανυπαρξία κεφαλαίων για την πληρωμή των συγκεκριμένων επιταγών.
Επί πλέον, την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, όσον αφορά την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά του αναιρεσείοντος, στήριζαν επαρκώς οι παραδοχές της προσβαλλομένης για το είδους και το μέγεθος της βλάβης της αναιρεσίβλητης, για της ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και για την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων.
Επομένως, οι πρώτος, τέταρτος, κατά το οικείο μέρος του και πέμπτος αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Kατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται, οι ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 625/2008). Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, δεν είναι πράγματα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, ενώ κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας οι καταλυτικοί των αγωγών ισχυρισμοί και ενστάσεις του αναιρεσείοντος, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρει στο δικόγραφο της αναιρέσεως, όπως τούτο επιβάλλεται από τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς (πράγματα) που προτάθηκαν από τον ίδιο και δεν λήφθηκαν υπόψη το από το Εφετείο (ΑΠ 253/2011).
Η κατά παράβαση των ορισμών του νόμου επιβολή του βάρους της αποδείξεως στο διάδικο που δεν υποχρεούται σε αυτό, υπέρ αυτού μόνο παρέχει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, αφού αυτόν ζημιώνει, αν δε φέρει την απόδειξη η οποία τον βαρύνει, όχι δε υπέρ του αντιδίκου του, ο οποίος δεν υφίσταται καμία βλάβη, αφού έχει, κατ' άρθρο 345 του αυτού κώδικα, το δικαίωμα να ανταποδείξει, χωρίς ίδιο προς τούτο θέμα (ΑΠ 164/2009).
Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, το οποίο μάλιστα δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε την εκ μέρους του γνώση της έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων για την πληρωμή των επιταγών, δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς την κατανομή του βάρους της αποδείξεως.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ.
ΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και το από 11-5-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό και δεν στήριξε σε αυτό, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, την κρίση του.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη εσφαλμένη ανάγνωση του ως άνω εγγράφου, είναι, κατά το οικείο μέρος του, αβάσιμος. Επειδή από τα άρθρα 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002) Από αυτά παρέπεται ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε και το περιεχόμενο αυτού, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, γ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και δ) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 333/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση μόνο, 11 γ ' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.
Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό, κατ' εκτίμηση 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι "...προσβαλλομένη απόφαση ενώ εκδόθηκε πρωτοδίκως μία απόφαση και ασκήθηκε μία έφεση κατά της αντιδίκου μετά την ένωση και συνεκδίκαση των αγωγών της εν τούτοις δέχθηκε μερικώς το λόγο εφέσεως με τον οποίο παραπονέθηκα για την επιβληθείσα εις βάρος μου υπέρογκη δικαστική δαπάνη που όρισε στο ποσό των 45.000 ευρώ για την πρώτη αγωγή και σε 40.000 ευρώ για την δεύτερη ενώ έπρεπε να μην επιβάλει εις βάρος μου τα δικαστικά έξοδα και την δικαστική δαπάνη.
Σε κάθε περίπτωση έπρεπε να επιμετρήσει ένα μόνον ποσό δικαστικής δαπάνης για αμφότερες τις αγωγές και για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας...". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο η απαιτούμενη σαφής και ορισμένη αναιρετική πλημμέλεια, από αυτές που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ και που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-6-2016 αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. - ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ