Legislator Case Law & Legislation
29/2019 AI generated

29/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 29/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

29/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 29 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 29/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Β. Κ., κατοίκου ... (...), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρου της Κωνσταντίνο Μπότσαρη.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Χ. Δ., το Γ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σοφούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 540/2013 του παραπάνω Δικαστηρίου και 3/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-5-2018 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν της αναιρεσείουσας την παραδοχή και της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της αίτησης και καθένας την καταδίκη του άλλου στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 3/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή, πλην άλλων, έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 540/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, κατά το μέρος που είχε απορριφθεί με την εν λόγω απόφαση, ως αβάσιμη, διεκδικητική ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης και έγινε δεκτή η αγωγή αυτή, την οποία είχε απορρίψει το Ειρηνοδικείο, επειδή έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε, όχι στην αναιρεσίβλητη, αλλά, όπως είχε ισχυρισθεί η αναιρεσείουσα, στο σύζυγο της τελευταίας Ι. Τ., καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, είχε καταληφθεί σ' αυτόν και όχι στην αναιρεσίβλητη, όπως αυτή είχε ισχυρισθεί, με δημόσια διαθήκη του διαθέτη Γ. Τ., πατέρα της αναιρεσίβλητης και του ανωτέρω Ι. Τ.. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

I. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την έφεση μεν αν αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, με τις προτάσεις δε για την απόκρουση της έφεσης, αν αναιρεσείων είναι ο εφεσίβλητος.

Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/17).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ προκύπτει, ότι, κατά την ερμηνεία της διαθήκης, αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται, όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες, αλλά σε συμβάσεις. Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη.

Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης, οπότε υποχρεούται, για την πλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, να προσφύγει σε ερμηνεία της διαθήκης, για την ανεύρεση της αληθινής, κατά την υποκειμενική του άποψη, βούλησης του διαθέτη.

Η κρίση, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και, μετά τη διαπίστωση αυτή, για την αληθινή βούληση του τελευταίου, επειδή ανάγονται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Αντίθετα, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 1 ή το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι διαπίστωσε, άμεσα ή έμμεσα, κενό ή ασάφεια στη διαθήκη, δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της ή, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική του άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του, όπως αντικειμενικά, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, την αντιλαμβάνονται οι τρίτοι (ΑΠ 569/13).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 3/2018 απόφασης, της 540/2013 πρωτοβάθμιας απόφασης, της από 2-11-2014 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, αναφορικά με τις αιτιολογίες της και των προτάσεων της ιδίας στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προκύπτει, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, προέβη σε ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως του Γ.

Τ., που περιέχεται στην 33240/2004 δημόσια διαθήκη του, επειδή διέγνωσε ασάφειά της αναφορικά με την κατάληψη του επιδίκου, στη θέση "..." ..., ακινήτου 8.900 τμ στο σύζυγο της αναιρεσείουσας Ι. Τ. ή στην αναιρεσίβλητη. Έκρινε δε, στη συνέχεια, ότι, κατά την αληθινή υποκειμενική βούληση του διαθέτη, το ανωτέρω ακίνητο καταλείπεται στην αναιρεσίβλητη.

Όμοια κρίση είχε εκφέρει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την παραπάνω 540/2013 απόφασή του, διαπιστώνοντας και αυτό την ίδια ασάφεια της ανωτέρω διαθήκης. Η αναιρεσείουσα, ούτε με την παραπάνω έφεσή της, με την οποία προσέβαλλε, ως προς τις αιτιολογίες της, την ανωτέρω 540/2013 απόφαση, ούτε με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ισχυρίσθηκε, ότι η παραπάνω διαθήκη ήταν σαφής και δεν είχε ανάγκη ερμηνείας.

Σύμφωνα μ' αυτά, αφού η αναιρεσείουσα δεν είχε ισχυρισθεί στο Εφετείο, ότι η διαθήκη ήταν σαφής και δεν είχε ανάγκη ερμηνείας, ο πρώτος, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση της παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, ήτοι ότι χώρησε στην παραπάνω ερμηνεία, παρά το γεγονός ότι "δεν υπάρχει ούτε καν έμμεση ασάφεια στο γράμμα της διαθήκης και συνακόλουθα δεν υπήρχε ανάγκη ερμηνείας της", χωρίς, μάλιστα, αναφορά παραδεκτής πρότασής του στο αναιρετήριο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αλλά και διότι οι παραπάνω πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, αφορούν την κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με τη συνδρομή λόγου ερμηνείας της διαθήκης, η οποία, όμως, επειδή ανάγεται, κατά τα προεκτεθέντα, σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

II. Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/99).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/16, ΑΠ 509/13).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Συνεπώς, δεν συνιστούν ζητήματα, κατά την παραπάνω έννοια, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/05), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει (ΟλΑΠ 32/96), χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση".

Σύμφωνα μ' αυτά, ο δεύτερος, από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης "για το κρίσιμο ζήτημα του αν η αληθινή βούληση του Γ. Τ. ήταν να αφήσει σε μένα (εννοεί το σύζυγο της αναιρεσείουσας) το με αριθμό 309 (επίδικο) αγροτεμάχιο", είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι, ως προς μεν την ανεπάρκεια, δεν αναφέρονται ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, ως προς την αντιφατικότητα, δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει.

Επίσης, ο ίδιος λόγος, όπως εκτιμάται, για "ανύπαρκτες αιτιολογίες" της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το ότι "δήθεν ο διαθέτης επιθυμούσε οι δυο αγροί με αριθμούς 224 και 223 να περιέλθουν σε μένα (εννοεί το σύζυγο της αναιρεσείουσας) ενιαία, αφού ο διαθέτης δεν είχε καμία δυνατότητα διαθέσεως με τη διαθήκη του του υπ' αριθ. 223 αγροτεμαχίου ούτε βέβαια περιελήφθη ο ως άνω αγρός στη διαθήκη του", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι, υπό την επίκληση ανύπαρκτης αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά τα ανωτέρω, εκτίμηση από το Εφετείο των γεγονότων (αναφερόμενης επιθυμίας του διαθέτη), βάσει των οποίων διαμόρφωσε την κρίση του για την προαναφερθείσα αληθινή βούληση του διαθέτη.

Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-5-2018 αίτηση της Α. Β. Κ., για αναίρεση της 3/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ