29/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated29/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. β’ , 453 και 524 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Full text
Απόφαση 29 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 29/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. χήρας Λ. Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γεωργά.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2015 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 23-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ’ Κ.Πολ.Δ. πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως (ενιαία εκτιμώμενοι) και να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ’ αριθ. .../15.2.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Δωδεκανήσου Π. Π., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στον αναιρεσίβλητο Γ.
Σ.. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε στην ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του. 2.- Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 115/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία, η μεν έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 162/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου απορρίφθηκε από ουσιαστική άποψη, η δε (αντίθετη) έφεση του εναγομένου έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη και το δικαστήριο, δικάζοντας επί της ουσίας, απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας περί καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία προσβολής της προσωπικότητός της και παραλείψεως μελλοντικής προσβολής, ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη 3.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. β’ , 453 και 524 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 14/2005).
Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος, από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, διαφορετικά καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, προκειμένου να αποδείξει το βασικό ισχυρισμό της αγωγής της, με την οποία είχε ισχυρισθεί ότι ο εναγόμενος από πρόθεση ενεργώντας προσέβαλε την προσωπικότητά της με την ενώπιον τρίτων διάδοση ψευδών δυσφημιστικών γεγονότων καίτοι γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή, επικαλέσθηκε σχετικώς και προσκόμισε νομίμως στο Εφετείο, πλην άλλων, και τα εξής έγγραφα:
Α) Συνταχθέντα από τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο: 1) Την από 16-10-2007 αναφορά του αναιρεσίβλητου προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, 2) Την από 15-5-2009 αναφορά του αναιρεσίβλητου προς τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, 3) Την από 16-11-2009 αναφορά του αναιρεσίβλητου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου κ.
Μ., 4) Την από 13-7-2004 αναφορά του αναιρεσίβλητου προς τον "Εισαγγελέα Εφετών Ρόδου", 5) Το με ημερομηνία 29-8-2009 έγγραφο του αναιρεσίβλητου, το οποίο εγχείρισε σε χειρόγραφη και δακτυλογραφημένη μορφή ο ίδιος στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου την 1-9-2009 και αποτελεί μέρος της ποινικής σε βάρος του δικογραφίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1883/2011 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, 6) Την από 17-8-2006 καταγγελία του αναιρεσίβλητου προς το Τμήμα ΠΕΧΩ Δωδεκανήσου, το οποίο απευθύνεται στον "Επιθεωρητή" (Δημόσιας Διοίκησης), και το οποίο έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 1081/17-8-2006 της Υπηρεσίας αυτής.
Β) Έγγραφα εκδοθέντα από δημόσια υπηρεσία: 1) Την υπ’ αριθ. πρωτ. .../4-10-1996 βεβαίωση του Τμήματος Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου, 2) Τα υπ’ αριθ. πρωτ. ...-10-2005, .../7-10-2008 και .../25-11 2009 έγγραφα της Δ/νσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δωδεκανήσου, 3) Την υπ’ αριθ. 1817/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά και 4) Τις υπ’ αριθ. .../2014 πράξεις Δήμου Ρόδου - Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης και τις αντίστοιχες αποφάσεις του ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.
Ρόδου που ενσωματώνονται σε αυτές. Επίσης, Γ) ο αναιρεσίβλητος ως εκκαλών προσκόμισε και επικαλέσθηκε νόμιμα στο Εφετείο τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε επίσης με την προσθήκη των προτάσεών της η αναιρεσείουσα, όταν έλαβε γνώση αυτών και τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 346 ΚΠολΔ κατέστησαν κοινά αποδεικτικά μέσα: 1) Την από 03-03-2015 αναφορά του αναιρεσίβλητου προς "Πρόεδρο Επιθεώρησης Δικαστηρίων Α.Π." και 2) Την από 27-12-2013 αναφορά του αναιρεσίβλητου προς "Πρόεδρο Τριμελούς".
Σύμφωνα δε με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει ότι, εκτός από τις ένδικες συκοφαντικές διαδόσεις, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος έχει προβεί εγγράφως σε πλήθος άλλων δυσφημιστικών διαδόσεων σε βάρος της έτσι ώστε να εξάγονται απ’ αυτά ισχυρά τεκμήρια για τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών της ότι προέβη και στις ένδικες διαδόσεις.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καμία μνεία ή σχολιασμό δεν κάνει για τα τεκμήρια που συνάγονται από τα προαναφερόμενα έγγραφα τόσο εκείνα που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα όσα και εκείνα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος αλλά και η ίδια και επομένως έγιναν κατά το άρθρο 346 ΚΠολΔ κοινά αποδεικτικά μέσα.
Με την προσβαλλόμενη όμως απόφαση, ενώ βεβαιώνεται ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, εν τούτοις, από το σύνολο των αιτιολογιών της δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία μάλιστα, ως εκ της φύσεως και του περιεχομένου τους, έχουν αξιόλογη αποδεικτική βαρύτητα.
Το Εφετείο παρέλειψε να κάνει ειδική μνεία ότι εκτίμησε και το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με τα ειδικώς μνημονευόμενα και σχολιαζόμενα στην απόφαση αποδεικτικά στοιχεία: α) την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και β) και των υπ’ αριθ. ...2010 ενόρκων βεβαιώσεων δύο μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Θ.
Χαζίρη, τις οποίες η αναιρεσείουσα προσκόμισε και επικαλέσθηκε νόμιμα κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, μολονότι η αναιρεσείουσα ρητώς είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις της στο Εφετείο ότι, με βάση το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, εκτός από τις ένδικες συκοφαντικές διαδόσεις, έχει προβεί εγγράφως σε πλήθος άλλων δυσφημιστικών διαδόσεων σε βάρος της έτσι ώστε να εξάγονται από τα έγγραφα αυτά ισχυρά τεκμήρια ότι προέβη και στις ένδικες διαδόσεις.
Η παράλειψη αυτή του Εφετείου δικαιολογεί ισχυρές αμφιβολίες περί του εάν τα προαναφερόμενα ιδιωτικά και δημόσια έγγραφα λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια.
Συνεπώς το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. γ` ΚΠολΔ κατά τους βάσιμους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, ενιαία εκτιμώμενους, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα άνω έγγραφα. 4.- Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των γενομένων δεκτών. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 117/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ