Legislator Case Law & Legislation
29/2016 AI generated

29/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 29/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 29 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

29/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 29 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
underlying claim bank account holders standing of debtor constitutional rights of debtor right of creditor creditor petition for bankruptcy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 29 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 29/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Φ. του Ι., 2.Α. Φ. του Ι., 3.Χ. Φ. του Ι., 4.Ι. Φ. του Δ., 5.Γ. Φ. του Δ., 6.Α. Φ. του Δ., κατοίκων ..., 7.ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..."εδρεύουσας στη …, νομίμως εκπροσωπουμένης, 8.εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." εδρεύουσας στη …, νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν άπαντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Παπαγεωργίου Της αναιρεσίβλητης: της υπό εκκαθάριση τελούσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην…, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον εκκαθαριστή της, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Κουρούδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20306/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1975/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4-6-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Ιωάννης Φιοράκης ανέγνωσε την από 28-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1269 εδ. γ’ και 1270 ΑΚ συνάγεται ότι, στο πλαίσιο της υποθηκικής σχέσης, δηλονότι του πλέγματος των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, βαρών και δεσμεύσεων που γεννιούνται απευθείας από το νόμο και καθορίζουν τη σχέση μεταξύ των ενυποθήκων δανειστή και οφειλέτη, ο νόμος παρέχει στον τελευταίο το δικαίωμα να ζητήσει αφενός μείωση του ασφαλιζόμενου ποσού στο προσήκον μέτρο και αφετέρου περιορισμό της εγγραφής νόμιμης ή δικαστικής υποθήκης σε λιγότερα ακίνητά του από όσα δεσμεύτηκαν αρχικά με την εγγραφή. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1270 ΑΚ "η υποθήκη που εγγράφεται βάσει τίτλου από το νόμο ή από δικαστική απόφαση σε περισσότερα ακίνητα του οφειλέτη, μπορεί με αίτησή του να περιοριστεί σε τόσα μόνο ακίνητα, όσων η αξία ασφαλίζει αρκετά την απαίτηση". Το δικαίωμα αυτό έχει κάθε οφειλέτης, εφόσον η εγγραφείσα υποθήκη αναφέρεται σε περισσότερα από ένα ανήκοντα στον ίδιο ακίνητα, είτε αν αυτά εξ αρχής, κατά τον χρόνο της εγγραφής, του ανήκαν, είτε αν αυτά, μετά την εγγραφή τους, αποκτήθηκαν από εκείνον. Αντίθετα, η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση που για την αυτή απαίτηση ευθύνονται εκ του νόμου ή τη σύμβαση περισσότεροι οφειλέτες, οπότε το ακίνητο εκάστου εξ αυτών έχει υποθηκευθεί και δεν δύναται καθένας, μόνος ή με τους άλλους, να ασκήσει το ανωτέρω δικαίωμα, καθόσον ο περιορισμός της υποθήκης σε ένα εξ αυτών, θα είχε ως συνέπεια ν’ απαλλαγεί από το ενυπόθηκο βάρος ο κύριος κάθε άλλου αποδεσμευόμενου ακινήτου και να φέρει πλέον τούτο μόνον ο κύριος εκείνου, στο οποίο η υποθήκη περιορίσθηκε, ενώ τέτοια εξουσία προτίμησης δεν παρέχεται στο δικαστήριο, κατά την αληθή έννοιά της. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ημεδαπό ή αλλοδαπό εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, είτε λόγω εσφαλμένης εφαρμογής, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, είτε λόγω ψευδούς ερμηνείας, αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 178/2015). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "...οι ενάγοντες εξέθεταν ότι προς εξασφάλιση της απαίτησης της εναγόμενης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", απορρέουσας από τις αναλυτικώς αναφερόμενες έξι (6) συμβάσεις δανείου, συνολικού ποσού 254.461.112 δραχμών που καταρτίσθηκαν κατά την περίοδο 1992-1995, μεταξύ της τελευταίας και της 8ης αυτών (εναγόντων) ως πρωτοφειλέτριας, υπέρ της οποίας εγγυήθηκαν οι 1ος, 2ος, 3ος και 7η αυτής, καθώς και ο αποβιώσας Δ. Φ. του Ι., εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οποίου τυγχάνουν οι 4ος, 5ος και 6η αυτών, είτε συμβλήθηκαν ως συνοφειλέτες, ενέγραψε επί των περιγραφόμενων παρακάτω ακινήτων ιδιοκτησίας τους τις ακόλουθες υποθήκες ειδικότερα ως εξής: Α) σε ακίνητα ιδιοκτησίας της 8ης ενάγουσας ήτοι: α) επί του με αριθμό ... αγρού Γ’ κατηγορίας, έκτασης 6.000 τ.μ. περίπου, ευρισκομένου στη θέση ... της περιφέρειας της Κοινότητας ..., συνορευομένου ....,β) επί του με αριθμό ... τεμαχίου Γ’ κατηγορίας, έκτασης 5.500 τ.μ. ευρισκομένου στην περιφέρεια της Κοινότητας ..., συνορευομένου....., γ) επί του με αριθμό ... τεμαχίου Γ’ κατηγορίας, έκτασης 2.750 τ.μ., ευρισκομένου στη θέση ... της περιφέρειας της Κοινότητας ..., συνορευομένου......, δ) επί ενός αγρού, έκτασης 6.438 τ.μ., ευρισκόμενου στη θέση ... της περιφέρειας της Κοινότητας ..., συνορευομένου...., ε) επί ενός αγρού έκτασης 5.000 τ. μ. της κτηματικής Περιοχής ..., συνορευομένου....., στ) επί ενός αγρού έκτασης 3.729 τ.μ. περίπου, ευρισκομένου στην• περιφέρεια της Κοινότητας ..., και συνορευόμενου....... και ζ) επί του με αριθμό ... αγρού Β’ κατηγορίας συνολικής έκτασης 5.932 τ.μ., ευρισκόμενου στη κτηματική περιοχή ... και προερχόμενου από κατάτμηση του ... κοινόχρηστου τεμαχίου, οι δε ως άνω περιγραφόμενοι αγροί είναι συνεχόμενοι μεταξύ τους καl αποτελούν έναν ενιαίο αγρό συνολικής έκτασης 35.349 τ.μ. επί του οποίου ανεγέρθηκε συγκρότημα εννέα (9) χοιροτροφικών κτιρίων, με κεραμοσκεπή, με σκελετό από μπετόν αρμέ και κατοικίες σταυλίτου-προσωπικού και ειδικότερα......στα Βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ...: 1) στις 10-12-1992 υποθήκη για το ποσό των 65.000.000 δραχμών στον τόμο … και αριθμό ..., δυνάμει της με αριθμό .../1992 σύμβασης παροχής πίστωσης, 2) στις 14-4-1993 υποθήκη για το ποσό των 72.000.000 δραχμών στον τόμο … και με αριθμό ..., δυνάμει της με αριθμό …/1993 σύμβασης παροχής πίστωσης, 3) στις 19-7-1994 υποθήκη για το ποσό των 315.485.000 δραχμών στον τόμο … και αριθμό ..., δυνάμει των με αριθμούς …/10-5-1994 σύμβαση πίστωσης, …/12-7-1994 σύμβασης χρεωλυτικού δανείου και ...12-7-1994 σύμβασης χρεωλυτικού δανείου, 4) υποθήκη για το ποσό των 76.000.000 δραχμών στον τόμο … και αριθμό …, δυνάμει των με αριθμούς …/19-9-1995 σύμβασης παροχής πίστωσης και …/19-9-1995 σύμβαση παροχής πίστωσης, 5) υποθήκη για το ποσό των 76.000.000 στον τόμο … και αριθμό…, δυνάμει των με αριθμούς ...19-9- 1995 σύμβασης παροχής πίστωσης και ...19-9-1995 σύμβαση παροχής πίστωσης, 6) στις 22-9-1995 υποθήκη για το ποσό των 100.000.000 δραχμών στον τόμο … και αριθμό…, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...19-9-1995 σύμβασης παροχής πίστωσης, 7) στις 22-11-1995 υποθήκη για το ποσό των 30.000.000 δραχμών στον τόμο … και αριθμό…, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...21-11-1995 σύμβαση παροχής πίστωσης, και 8) στις 30-11-1995 υποθήκη για το ποσό των 114.750.000 δραχμών στον τόμο … και με αριθμό…, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...1995 σύμβασης παροχής πίστωσης. Β) Σε ακίνητο ιδιοκτησίας του 1ου ενάγοντος, Α. Φ., ήτοι: επί ενός διαμερίσματος του Α’ κύριου ορόφου (μετά το ισόγειο) με στοίχιση Β’ , εμβαδού καθαρού 224,17 τ.μ. και μικτού 240,90 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας 10,14% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου έκτασης 1.511 τ.μ. στην κτηματική περιοχή του Δήμου ... και επί της οδού ..., στις 30-10-1997 υποθήκη για το ποσό των 336.280.471 δραχμών στον τόμο ... και αριθμό … των Βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει των.... συμβάσεων δανείων, εν συνεχεία δε καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης...... Γ) Σε ακίνητο ιδιοκτησίας του 2ου ενάγοντος, Α. Φ., ήτοι: επί ενός διαμερίσματος του Β’ κύριου ορόφου (μετά το ισόγειο) με στοίχιση Β’ , εμβαδού καθαρού 224,17 τ.μ. και μικτού 240,90 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας 10,14% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, έκτασης 1.511 τ.μ. στην κτηματική περιοχή του Δήμου ... και επί της οδού ..., στις 30-10-1997 υποθήκη για το ποσό των 336.280.471 δραχμών στον τόμο ... και αριθμό … των Βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει των με αριθμούς ...12-7-1994, ...12-7-1994, ...21-7- 1995, ...19-9-1995 και ...21-11-1995 συμβάσεων δανείων, εν συνεχεία δε καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης και στο με αριθμό ΚΑΕΚ ... κτηματολογικό φύλλο του εν λόγω ακινήτου. Δ) Σε ακίνητο ιδιοκτησίας του 3ου ενάγοντος, Χ. Φ., ήτοι.: επί ενός διαμερίσματος του Α’ κύριου ορόφου (μετά το ισόγειο) με στοίχιση Α’ , εμβαδού καθαρού 224, 17 τ .μ. και μικτού 240, 90 τ.μ. . με ποσοστό συνιδιοκτησίας 10,14% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, έκτασης 1.511 τ.μ. στην κτηματική περιοχή του Δήμου ... και επί της οδού ..., στις 30-10-1997 υποθήκη για το ποσό των 336.280.471 δραχμών στον τόμο ... και με αριθμό … των Βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει των με αριθμούς ...12-7-1994, ...12-7-1994, ...21-7- 1995, ...19-9-1995 και ...21-11-1995 συμβάσεων δανείων, εν συνεχεία δε καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης και στο με αριθμό ΚΑΕΚ ... κτηματολογικό φύλλο του εν λόγω ακινήτου.Ε) Σε ακίνητο ιδιοκτησίας του αποβιώσαντος Δ. Φ., εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οποίου τυγχάνουν οι 4ος, 5ος, και 6η των εναγόντων, ήτοι: επί ενός διαμερίσματος του Β’ κύριου ορόφου (μετά το ισόγειο) με στοίχιση Α’ , εμβαδού καθαρού 224, 17 τ.μ. και μικτού 240, 90 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας 10,14% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, εκτάσεως 1.511 τ.μ. στην κτηματική περιοχή του Δήμου ... και επί της οδού ..., στις 30-10-1997 υποθήκη για το ποσό των 336.280.471 δραχμών στον τόμο ... και αριθμό ... των Βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει των με αριθμούς ...12-7-1994, ...12-7-1994, ...19-9- 1995 και ...21-11-1995 συμβάσεων δανείων, εν συνεχεία δε καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης και στο με αριθμό ΚΑΕΚ ... κτηματολογικό φύλλο του εν λόγω ακινήτου, και ΣΤ) σε ακίνητα ιδιοκτησίας της 7ης ενάγουσας ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "....", ήτοι: α) επί ενός υπογείου χώρου, εμβαδού 553, 85 τ.μ. με ποσοστό 127°/00 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, και β) επί ενός ισογείου καταστήματος, εμβαδού μικτού 400,75 τ.μ. και καθαρού 436, 19 τ.μ. με ποσοστό 139, 50°/οο εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου, κειμένου στο Δήμο Θεσσαλονίκης και επί των οδών ..., στα Βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης: 1) στις 22-9-1995 υποθήκη γιά το ποσό των 176.000.000 δραχμών στον τόμο ... και αριθμό …, 2) στις 22-11-1995 υποθήκη γιά το ποσό των 114.750.000 δραχμών στον τόμο ... και αριθμό …, 3) στις 9-4-1997 υποθήκη γιά το ποσό των 166.389.000 δραχμών στον τόμο ... και αριθμό …, 4) στις 10-9-1997 υποθήκη γιά το ποσό των 132.125.589 δραχμών στον τόμο ... και αριθμό ...) στις 18-9-1997 υποθήκη για το ποσό των 79.860.000 δραχμών στον τόμο ... και αριθμό … Ότι η αξία των εν λόγω ακινήτων υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 337.532, 20 ευρώ (πλέον τόκων από την 22/2/2011, στο οποίο ανέρχεται πλέον η ασφαλιζόμενη απαίτηση μετά την έκδοση της 372/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και ότι επομένως είναι αρκετό προς εξασφάλιση της η εγγραφείσα στο ακίνητο ιδιοκτησίας της όγδοης αυτών υποθήκη. Με βάση τα ανωτέρω ζήτησαν, κυρίως, να περιορισθούν οι ανωτέρω εγγραφείσες στα ακίνητα τους υποθήκες, μόνο στο ακίνητο ιδιοκτησίας της όγδοης αυτών. Μ’ αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα. Αναφορικά με την 8η των εναγόντων, διότι οι προαναφερόμενες, για την εξασφάλιση της ως άνω απαίτησης της εναγόμενης, υποθήκες έχουν εγγραφεί επί του προπεριγραφόμενου μοναδικού ακινήτου κυριότητας της και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση περιορισμού αυτών κατ’ άρθρο 1270 ΑΚ, αφού δεν πρόκειται για πολλαπλή υποθήκη. Αναφορικά με τους υπόλοιπους των εναγόντων, διότι αυτοί, ενώ ευθύνονται με βάση τις άνω συμβάσεις είτε ως εγγυητές, είτε ως συνοφειλέτες, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, ζητούν την ελευθέρωση των δικών τους ακινήτων και τον περιορισμό της εμπράγματης εξασφάλισης της εναγόμενης, στο ακίνητο της πρωτοφειλέτριας όγδοης αυτών". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη τoυ άρθρου 1270 Α.Κ, η οποία ήταν εφαρμοστέα και αφορούσε την εξάλειψη υποθηκών επί ακινήτων των επτά πρώτων αναιρεσειόντων και όχι της όγδοης τούτων, ο δε πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κατά το αναφερόμενο στα ακίνητα των επτά πρώτων αναιρεσειόντων μέρος του, είναι αβάσιμος.

Από την αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που την δικαιολογούν, ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας. Η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ. ΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005). Με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, δεν αποκλείεται στον νομοθέτη να θέτει περιορισμούς, υπό τους οποίους τελεί το εν λόγω δικαίωμα, οι περιορισμοί όμως, αυτοί δεν μπορούν να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια κατά τέτοιον τρόπο ή σε τέτοιον βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΕΔ 2/1999). Προς τις διατάξεις αυτές συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και η "δίκαιη δίκη", που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και η οποία εγγυάται σε κάθε άτομο το δικαίωμα να ερευνά το δικαστήριο κάθε αμφισβήτηση σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικού χαρακτήρα, καθιερώνοντας την "δίκαιη δίκη" υπό την ευρύτερη έννοια της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, οι δε σχετικοί περιορισμοί δεν πρέπει να περιορίζουν την πρόσβαση κατά τρόπο ή σε τέτοιο σημείο που το δικαίωμα να χάνει την ουσία του. Οι, ως άνω, διατάξεις δεν ιδρύουν μόνον διεθνή ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους (Ολ. ΑΠ 21/2006). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ιδρυτικού της Αγροτικής Τράπεζας ν. 4332/1929, η ΑΤΕ ΑΕ αποτελεί αυτόνομο τραπεζιτικό οργανισμό κοινωφελούς χαρακτήρα με σκοπό την ενάσκηση αγροτικής πίστης σε όλες τις μορφές της, την ενίσχυση της συνεταιριστικής οργανώσεως και τη βελτίωση των όρων της διεξαγωγής των γεωργικών εν γένει και συναφών εργασιών. Ως ειδικότεροι σκοποί της ΑΤΕ ΑΕ αναφέρονται στην παρ. 5 του ιδίου άρθρου, η χορήγηση δανείων και πιστώσεων πάσης φύσεως σε γεωργούς, γεωργικούς συνεταιρισμούς κάθε μορφής και γενικά σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την καλύτερη διεξαγωγή των γεωργικών τους επιχειρήσεων. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από τον χρόνο της σύστασής της η ΑΤΕ ΑΕ αποτελούσε φορέα ενάσκησης της αγροτικής πίστης, έχοντας ως σκοπό την συστηματική παροχή στα ασχολούμενα με τη γεωργία πρόσωπα των απαιτουμένων μέσων για τη βελτίωση των όρων διεξαγωγής των αγροτικών εργασιών. Υπό τα εκτεθέντα, η ΑΤΕ ΑΕ αποτελεί οργανισμό με διφυή χαρακτήρα, που αποτελεί αφενός νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση των τραπεζικών εργασιών και αφετέρου νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ως προς τον έλεγχο των συνεταιριστικών οργανώσεων, ο οποίος αποτελούσε δημόσια εξουσία, η ενάσκηση της οποίας ανήκε στο Υπουργείο Γεωργίας και μεταβιβάστηκε στην ΑΤΕ ΑΕ δυνάμει του άρθρου 16 του ν. 4332/1929. Περαιτέρω, η ΑΤΕ ΑΕ εμφάνιζε ιδιαιτερότητες ως προς την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας, αφού ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας δεν ήταν πρωτεύων, ενώ οι πιστοδοτήσεις των προσώπων που είχε ως αντισυμβαλλομένους στη χορήγηση δανείων (αγρότες, αγροτικούς συνεταιρισμούς, πρόσωπα ασχολούμενα με τη γεωργία) εμφάνιζαν αυξημένους κινδύνους ως προς την έγκαιρη και ασφαλή εξόφληση. Αποτέλεσμα αυτών ήταν η καθιέρωση σειράς ειδικών προνομίων, ουσιαστικών και δικονομικών, όπως εκείνο για την εγγραφή υποθήκης σε ακίνητα οφειλετών της ΑΤΕ με μονομερή δήλωσή της, δυνάμει του άρθρου 12 ν. 4332/1929, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Η ΑΤΕ δικαιούται οποτεδήποτε να εγγράφη υποθήκην επί ακινήτων των οφειλετών της και συνυποχρέων προς ασφάλειαν των εξ οιασδήποτε αιτίας απαιτήσεών της, ως αύται καθορίζονται εν άρθρω 8 παρ. 1 του καταστατικού της νόμου δυνάμει των δανειστικών ή εν γένει αποδεικτικών των απαιτήσεών της εγγράφων. Η εγγραφή της υποθήκης ταύτης, ως και της συμβατικής, είναι απηλλαγμένη παντός τέλους και δικαιώματος. Το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί κτημάτων των συνυποχρέων υφίσταται εφ` όσον η σχετική υποχρέωσις εγενήθη μετά την κύρωσιν της παρούσης συμβάσεως. Επίσης η ΑΤΕ δικαιούται να εγγράφη υποθήκην προς ασφάλειαν των οιασδήποτε φύσεως δανείων της, καλλιεργητικών, μέσης και μακράς προθεσμίας και πιστώσεών της επ` ανοικτώ λογαριασμώ, άμα τη υπογραφή της οικείας συμβάσεως, δυναμένης να είναι και ιδιωτικής και ανεξαρτήτως της αμέσου ή μη παροχής του δανείου ή της πιστώσεως. Ομοίως, δια την παραχώρησιν της συμβατικής υποθήκης προς την ΑΤΕ ή και εγγραφήν τοιαύτης εκ Νόμου, δεν ισχύουσιν αι απαγορεύσεις και περιορισμοί του άρθρου μόνου του Ν. 2143/1952, "περί τροποποιήσεως του Ν. 3250" και του άρθρου 73 του ν.δ. 1285/52 "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων κλπ". Η εξάλειψις, περιορισμός και διαγραφή εγγεγραμμένης υποθήκης, επιταγής ή κατασχέσεως, υπέρ της ΑΤΕ, δύναται να γίνει και άνευ συμβολαιογραφικής πράξεως, δι` απλής και μονομερούς αιτήσεως αυτής, προς τον οικείον υποθηκοφύλακα και απαλλάσσεται παντός τέλους και δικαιώματος". Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του ν. 1697/1987 προστέθηκε εδάφιο 1α στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 4332/1929, με το οποίο επεκτάθηκε ο σκοπός της ΑΤΕ ΑΕ στη διενέργεια οιασδήποτε τραπεζικής εργασίας στο πλαίσιο του καταστατικού της, κατόπιν αποφάσεων των νομισματικών αρχών, ενώ με το άρθρο 26 παρ. 1 και 4 του ν. 1914/1990 ορίζεται ότι: "Η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία από του χρόνου δημοσίευσης, σύμφωνα με τις κείμενες περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεις, στο Δελτίο Ανωνύμων Εταιρειών της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του νέου καταστατικού της, που θα καταρτισθεί απ` αυτήν μέσα σε έξι (6) μήνες από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, βάσει των διατάξεων περί ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών και που θα εγκριθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας (παρ. 1). Ολες οι ειδικές ρυθμίσεις, που αφορούν την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και αναφέρονται ιδίως στα προνόμιά της, ουσιαστικά και δικονομικά, στις απαλλαγές της, φορολογικές και άλλες, στους τίτλους απαιτήσεων της, στην διασφάλιση των απαιτήσεών της και γενικά στο πρόσωπο αυτής ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, διατηρούνται σε ισχύ και εφαρμόζονται αμετάβλητα στο πρόσωπο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ (παρ. 4)". Τέλος, με το άρθρο 26 παρ. 8 και 9 του ν. 2076/1992, ο οποίος ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την οδηγία 89/646/ΕΟΚ και έχει εφαρμογή και στην ΑΤΕ ΑΕ, δυνάμει του άρθρου 3 αυτού, προβλέπεται ότι: "Διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών, που έχουν την έδρα στην Ελλάδα, καταργούνται. Τα υφιστάμενα καταστατικά διατηρούν την ισχύ τους και μπορούν να τροποποιηθούν κατά τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών (παρ. 8). Η εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ. 17-7/13-8/1923 επεκτείνεται αυτόματα σε όλα, τα κατά την έννοια του παρόντος νόμου πιστωτικά ιδρύματα αφότου δοθεί η άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος για την λειτουργία τους (παρ. 9)". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το καθιερούμενο με την διάταξη του άρθρου 12 του ν. 4332/1929 προνόμιο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος να εγγράφει υποθήκες σε ακίνητα οφειλετών της και συνυποχρέων προς ασφάλεια των από οποιαδήποτε αιτία απαιτήσεών της, δυνάμει των δανειστικών ή αποδεικτικών τους εγγράφων και μόνον, κατά παρέκκλιση του κανόνα του άρθρου 1266 ΑΚ, που απαιτεί συμβολαιογραφική δήλωση του παραχωρούντος το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης, διατηρήθηκε ρητώς σε ισχύ με το άρθρο 26 παρ. 4 του ν. 1914/1990, ενώ με την παρ. 1 του ιδίου άρθρου επιβλήθηκε υποχρέωση μετατροπής της ΑΤΕ σε ανώνυμη εταιρεία εντός εξαμήνου από την δημοσίευση του νόμου αυτού (8.7.1991). Οι γενικές ρυθμίσεις του άρθρου 26 παρ. 8 και 9 του μεταγενεστέρου ν. 2076/1992 για την κατάργηση νόμων που ρυθμίζουν τα καταστατικά τραπεζών, εδρευουσών στην Ελλάδα, με διατήρηση σε ισχύ των καταστατικών καθ` εαυτών και επέκταση της εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ. της 17-7/13-8/1923 σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα από τον χρόνο παροχής σ` αυτά άδειας λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, δεν μετέβαλε το ανωτέρω προνόμιο και τη νομική κατάσταση της ΑΤΕ, διότι η τελευταία είχε ήδη καταστεί ανώνυμη εταιρεία, διατηρώντας το καταστατικό της και τα προνόμια της με τις ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 26 παρ. 1, 4 του ν. 1914/1990, το οποίο ο νομοθέτης ηθελημένα δεν κατάργησε, για την εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού της ΑΤΕ. Αυτό ενισχύεται και από το ότι ακολούθησαν νομοθετικές επεμβάσεις προς περιορισμό προνομίων της ΑΤΕ (βλ. άρθρο 26 ν. 3229/2004), τα οποία είχαν διατηρηθεί με το άρθρο 26 παρ. 4 του ν. 1914/1990. Το ανωτέρω προνόμιο όμως, που επιτρέπει την εγγραφή υποθήκης από την ΑΤΕ σε ακίνητα οφειλετών ή συνυποχρέων με την επίδειξη προς τον υποθηκοφύλακα μόνον των δανειστικών ή αποδεικτικών εγγράφων, διευκολύνοντας έτσι την παροχή εμπράγματης ασφάλειας για την οφειλή με λιγότερες δαπάνες του οφειλέτη και λιγότερες διατυπώσεις για την πιστούχο ΑΤΕ, δεν παραβιάζει δικαιώματα τρίτων πιστωτών της. Ειδικότερα, δεν παραβιάζεται με το ως άνω προνόμιο της ΑΤΕ, ως προς τους τρίτους πιστωτές της, η συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε αντιβαίνει αυτό στο δικαίωμα πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας, κατά τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η αναγωγή από τον νομοθέτη, μέσω του άρθρου 12 ν. 4332/1929, σε ειδικό τίτλο προς εγγραφή υποθήκης των συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ της ΑΤΕ και των τρίτων, που συναλλάσσονται με αυτή, προφανώς εξυπηρετεί λόγους συγκεκριμένης σκοπιμότητας και κοινωνικού συμφέροντος χάριν της επίτευξης του κύριου σκοπού της ΑΤΕ για την παροχή κάθε τραπεζικής εργασίας και υπηρεσίας, που συμβάλλει ταχέως και αποτελεσματικά, στην ανάπτυξη της οικονομικής ζωής και ιδίως του αγροτικού τομέα (πρβλ. ΟλΑΠ 25/2006, βλ. ΑΠ 360/2010, ΑΠ 526/2010). Επομένως, το Εφετείο που δεχόμενο τα ίδια απέρριψε, ως νόμω αβάσιμη, την επικουρκή βάση της αγωγής των αναιρεσειόντων, την οποία εξέτασε αυτεπαγγέλτως μετά την παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της κυρίας βάσεως της αγωγής ως μη νόμιμης, κατά τα ανωτέρω, με αίτημα την ακυρότητα της εγγραφής των ως άνω υποθηκών κατ’ εφαρμογήν της προσβαλλόμενης, ως αντισυνταγματικής και αντίθετης στην ΕΣΔΑ ρύθμισης του άρθρου 12 ν. 4332/1929, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις, ο δε αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 555 αριθ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της, ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση, ή διάγνωση που έλαβε χώρα (Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 580/1998). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, εκτός και αν έχουν θέση διατακτικού (ΑΠ 580/1998, ΑΠ 1084/1993). Για να είναι δε ορισμένος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η μερική ή ολική αντίφασή τους, η οποία πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και όχι στο αιτιολογικό της.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση της από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, προβάλλουν με τον τρίτο λόγο τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές μεταξύ τους διατάξεις, δεχόμενη, αρχικά μεν μονομερή από πλευράς της αναιρεσίβλητης εγγραφή οκτώ υποθηκών σε επτά ακίνητα ιδιοκτησίας της 8ης τούτων, εν συνεχεία δε εγγραφή επί του μοναδικού δήθεν ακινήτου αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον η φερόμενη αντίφαση αφορά τις αιτιολογίες και όχι διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, με το διατακτικό της οποίας γίνεται δεκτή η έφεση, εξαφανίζεται η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, δικάζεται και απορρίπτεται η αγωγή και καταδικάζονται οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, χωρίς να εμφανίζεται οποιαδήποτε αβεβαιότητα ως προς τη λαβούσα χώρα διάγνωση. Αλλά και υπό την εκδοχή της προβολής της από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, ναι μεν πράγματι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, ως άνω, ότι η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", ενέγραψε τις αναφερόμενες υποθήκες επί των περιγραφόμενων επτά αγρών ιδιοκτησίας της ογδόης των αναιρεσειόντων, προερχομένων από κατάτμηση κοινόχρηστου τεμαχίου, ότι οι ως άνω αγροί είναι συνεχόμενοι μεταξύ τους και αποτελούν έναν ενιαίο αγρό, επί του οποίου ανεγέρθηκε συγκρότημα εννέα κτιρίων και ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα αναφορικά με την 8η των εναγόντων, διότι οι προαναφερόμενες υποθήκες έχουν εγγραφεί επί του προπεριγραφόμενου μοναδικού ακινήτου κυριότητας της και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση περιορισμού αυτών κατ’ άρθρο 1270 ΑΚ, αφού δεν πρόκειται για πολλαπλή υποθήκη, πλην όμως η, ως άνω, αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης (ενώ αρχικά γίνεται δεκτό ότι υπάρχουν περισσότερες υποθήκες επί αγρών της ογδόης ενάγουσας αποτελούντων ενιαίο ακίνητο, στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι δεν πρόκειται για πολλαπλή υποθήκη) δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης και δεν έχει οποιαδήποτε έννομη επιρροή, ενόψει του ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε η εφαρμογή του άρθρου 1270 Α.Κ, σχετικά με τον περιορισμό των υποθηκών επί των ακινήτων των λοιπών αναιρεσειόντων και όχι της ογδόης τούτων. Σύμφωνα με όσα αμέσως ανωτέρω παρατίθενται, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος, κατά το αναφερόμενο στην όγδοη αναιρεσείουσα μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα διότι παραβίασε και ως προς εκείνη (8η αναιρεσείουσα) ευθέως τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 1270 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-6-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1975/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ