29/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30 Μαΐου 2005 και 18 Ιουλίου 2005 προσφυγές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 409/2007 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Μαΐου 2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10 Μαΐου 2009 αίτησης αναίρεσης.
Legislator headnote
AI generated29/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 29 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 29/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Φιλιώ Μεντή. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας" (ΕΥΔΑΠ), που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ελένη Σφήκα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30 Μαΐου 2005 και 18 Ιουλίου 2005 προσφυγές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 409/2007 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Μαΐου 2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10 Μαΐου 2009 αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης Ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αγιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του αρθρ. 5 παρ. 4 του ν. 1418/1984 "περί δημοσίων έργων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", όπως οι παρ. 4 και 5 αυτού αντικ. με το αρθρ. 2 του ν. 2229/1994, ορίζεται ότι "σε κάθε σύμβαση κατασκευής έργου ορίζεται προθεσμία για την περάτωση του στο σύνολο και κατά τμήματα.... Παράταση των προθεσμιών γίνεται μόνο ύστερα από έγκριση της προϊσταμένης του έργου αρχής, αν οι καθυστερήσεις δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα του αναδόχου...
Σε κάθε περίπτωση ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να συνεχίσει την κατασκευή του έργου για επιπλέον χρονικό διάστημα ίσο προς το ένα τρίτο της συνολικής προθεσμίας του έργου και πάντως όχι μικρότερο των τριών μηνών (οριακή προθεσμία). Η συνολική προθεσμία υπολογίζεται με βάση την αρχική συμβατική προθεσμία και τις τυχόν παρατάσεις που εγκρίθηκαν ύστερα από σχετικό αίτημα του αναδόχου μέσα στην αρχική συμβατική προθεσμία και δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα του.
Σε περίπτωση μεταβολής των προθεσμιών ή του αντικειμένου του έργου, αναπροσαρμόζεται και το χρονοδιάγραμμα". Σύμφωνα δε με το αρθρ. 36 παρ. 6 του π.δ. 609/1985 "κατασκευή δημόσιων έργων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του ανωτέρω νόμου, "παράταση της συνολικής ή των τμηματικών προθεσμιών εγκρίνεται είτε "με αναθεώρηση", όταν η καθυστέρηση του συνόλου των εργασιών ή του αντίστοιχου τμήματος δεν οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αναδόχου ή προκύπτει από την αύξηση του αρχικού συμβατικού αντικειμένου (αρθρ. 8 παρ. 1 του ν. 1814/1984), είτε "χωρίς αναθεώρηση", όταν η παράταση κρίνεται σκόπιμη για το συμφέρον του έργου, έστω και αν η καθυστέρηση του συνόλου ή μέρους των υπολειπόμενων εργασιών οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αναδόχου, ενώ σύμφωνα με το αρθρ. 10 παρ.
παρ. 2 και 3 του ίδιου ως άνω νόμου (1814/1984) η αναθεώρηση υπολογίζεται για τις εργασίες που πραγματικά εκτελέστηκαν μέσα στην αναθεωρητική περίοδο, αφού ληφθεί υπόψη και το χρονοδιάγραμμα των εργασιών του αρθρ. 5 και οι τυχόν εγκεκριμένες μεταβολές του. Εργασίες που με υπαιτιότητα του αναδόχου εκτελέστηκαν σε αναθεωρητική περίοδο μεταγενέστερη της προβλεπόμενης από το χρονοδιάγραμμα, θεωρούνται, για τον υπολογισμό της αναθεώρησης, ότι εκτελέστηκαν στην αναθεωρητική περίοδο που έπρεπε να εκτελεστούν.
Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου κατά την έγκριση παρατάσεων της συνολικής ή των τμηματικών προθεσμιών των συμβάσεων δημόσιων έργων, εκτιμάται και προσδιορίζεται πάντοτε το υπαίτιο για την επιμήκυνση του χρόνου συμβαλλόμενο μέρος για το σύνολο ή για μέρος των έργων, ή κατά κονδύλια εργασιών.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι υποχρέωση της διευθύνουσας υπηρεσίας να εγκρίνει την προτεινόμενη αναμόρφωση του εγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος του έργου και την παράταση του χρόνου εκτέλεσης του, "με αναθεώρηση", υπάρχει μόνο όταν σημειώνεται καθυστέρηση των εργασιών, μη οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του αναδόχου ή η καθυστέρηση προήλθε από την εκτέλεση νέων εργασιών.
Όταν όμως η καθυστέρηση αυτή οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αναδόχου, ή ο τελευταίος, όταν γνωρίζει συγκεκριμένα την κατά ποσότητα και έκταση αύξηση του αρχικού συμβατικού αντικειμένου, με την εκτέλεση νέων εργασιών, και μετά από την ολοκλήρωση τους, επιβεβαιώνει την υποχρέωση του για την περάτωση του έργου στο ισχύον συμβατικό χρονοδιάγραμμα παρά την εκτέλεση των νέων προσθέτων εργασιών, παραιτούμενος με τον τρόπο αυτό εμμέσως αλλά σαφώς, όχι της αξίωσης του για την καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του αρθρ. 43 του Π.Δ/τος 609/1985, αλλά της, από τη διάταξη του αρθρ. 8 παρ. 1 του Ν.1418/1984 που προαναφέρθηκε, αξίωσής του για την "αναθεώρηση" των συμβατικών προθεσμιών περάτωσης, που δεν είναι δημόσιας τάξης, η κατά τα προαναφερθέντα παράταση εγκρίνεται "χωρίς αναθεώρηση" ως προς το συμβατικό χρόνο παράτασης, όταν κρίνεται σκόπιμη για το συμφέρον του έργου για το σύνολο των υπολειπομένων εργασιών του έργου ή μιας τμηματικής προθεσμίας του, επιβάλλονται όμως οι σχετικές ποινικές ρήτρες, που είναι άσχετες προς την έγκριση της παράτασης αυτής (αρθρ. 36 παρ. 7 του ως άνω π.δ.), αλλά χωρίς "αναθεώρηση".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 409/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Με την από 10-11-1999 εργολαβική σύμβαση, που καταρτίστηκε νόμιμα μεταξύ των διαδίκων, η καθ' ης η προσφυγή ΕΥΔΑΠ ανάθεσε στην προσφεύγουσα εταιρία ΜΕΤΡΟ ΑΤΕ το έργο της κατασκευής αντιπλημμυρικού φράγματος Ραπεντώσας στην περιοχή του Μαραθώνα Αττικής, με εργολαβικό αντάλλαγμα 1.225.762.363 δρχ.
πλέον ΦΠΑ. Με το αρθρ. 4 της σύμβασης, για την περάτωση του έργου ορίστηκε προθεσμία 24 μηνών από την υπογραφή της σύμβασης (δηλ. μέχρι τις 10-11-2001) όπως ορίζεται στο σχετικό άρθρο της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων και στο αρθρ. 36 του π.δ. 609/1985, ενώ με το αρθρ. 4 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων ορίστηκαν επίσης αποκλειστικές και ενδεικτικές τμηματικές προθεσμίες και με το αρθρ. 7 παρ. 1 αυτής ορίστηκε ότι για κάθε ημέρα υπαίτιας παράβασης της συνολικής προθεσμίας από τον ανάδοχο επιβάλλονται οι καθοριζόμενες με το αρθρ. 36 παρ. 10 του π.δ, 609/1985 ποινικές ρήτρες και για τα χρονικά διαστήματα που καθορίζονται σ' αυτό.
Επειδή όμως δεν ολοκληρώθηκαν εγκαίρως οι διαδικασίες απαλλοτριώσεων μέρους των απαιτούμενων εκτάσεων, ούτε είχε εκδοθεί η άδεια και το σχετικό πρωτόκολλο εγκατάστασης από το αρμόδιο Δασαρχείο Πεντέλης, οι εργασίες εκτέλεσης του έργου αυτού άρχισαν την 1-1-2001, δηλ. μετά από 13 μήνες και 21 ημέρες, η δε καθ' ης χορήγησε με το υπ' αριθμ. 13044/4-4-2001 έγγραφο της την 1η παράταση της συνολικής προθεσμίας περαίωσης του έργου "με αναθεώρηση", δηλ.
ανυπαιτίως για την προσφεύγουσα, κατά 13 μήνες και 21 ημέρες, μέχρι τις 31-12-2002. Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι μετά την έναρξη του έργου και κατά την εκτέλεση των εργασιών κατασκευής του προσπέλασης στο φράγμα και του προφράγματος, διαπιστώθηκε η ύπαρξη γεωλογικού ρήγματος και για το λόγο αυτό η καθ' ης, με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 261399/16-8-2001 έγγραφο της, έδωσε στην προσφεύγουσα εντολή μερικής διακοπής εργασιών, προκειμένου να εκτελεστούν πρόσθετες ερευνητικές γεωτρήσεις, με δυνατότητα όμως της προσφεύγουσας να συνεχίσει τις εργασίες στο υπόλοιπο μέρος του έργου, ενώ στις 2-4-2002 η πρώτη έδωσε στην δεύτερη την εντολή συνέχισης των εργασιών στο σύνολο του έργου και εν συνεχεία με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 2710035/5-4-2002 έγγραφο της, η καθ'ης κοινοποίησε στην προσφεύγουσα την τροποποιητική μελέτη, με βάση την οποία επέρχονταν ευρείες διαφοροποιήσεις με επιμέρους εργασίες, με αντίστοιχη αύξηση των ποσοτήτων τους αλλά και του κόστους τους. Ύστερα από αυτά εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ. 13952/25-9-2002 απόφαση του Δ.Σ.
της καθ' ής, α) ο 1ος Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών (ΑΠΕ) και β) το 1° Πρωτόκολλο Κανονισμού Τιμών Μονάδας Νέων Έργων (ΠΚΤΜΝΕ), με την ίδια δε απόφαση χορηγήθηκε επιπλέον δεύτερη παράταση της συνολικής προθεσμίας περάτωσης των εργασιών κατά 16 μήνες, δηλ. μέχρι 30-4-2004, με αντίστοιχη παράταση των τμηματικών προθεσμιών, ενώ με την υπ' αριθμ. 14156/10-3-2003 απόφαση του το Δ.Σ.
της καθ'ής αφενός χορήγησε παράταση της πρώτης αποκλειστικής προθεσμίας περάτωσης των εργασιών τοποθέτησης και σκυροδέτησης των αγωγών εκτροπής μέχρι 31-3-2003 "και αφετέρου ενέκρινε το αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα της εργολαβίας, στο οποίο προβλεπόταν α) πρώτη αποκλειστική προθεσμία ολοκλήρωσης των έργων της πρώτης φάσης της 31-3-2003, β) πρώτη ενδεικτική προθεσμία την 31-5-2003 (στην οποία δεν συμπεριλαμβανόταν η σκυρόδεση του τεχνικού υδροληψίας), γ) δεύτερη ενδεικτική προθεσμία την 30-9-2003, δ) δεύτερη αποκλειστική προθεσμία ολοκλήρωσης των έργων δεύτερης φάσης την 15-1-2004 και ε) προθεσμία περαίωσης όλων των έργων της εργολαβίας την 30-4-2004.
Και η παράταση αυτή χορηγήθηκε "με αναθεώρηση", χωρίς υπαιτιότητα της αναδόχου προσφεύγουσας, με συνακόλουθη τροποποίηση και του αντίστοιχου 3ου χρονοδιαγράμματος, το οποίο εγκρίθηκε όπως τροποποιήθηκε ύστερα από πρόταση της προσφεύγουσας προς την καθ'ής, που είχε υποβάλει με την από 30-1-2003 επιστολή της (αριθμ.
εισερχ. ΕΥΔΑΠ 1322/4-2-2003). Παράλληλα, στις 3-12-2002 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων και η 1η Εργολαβική Σύμβαση Συμπληρωματικών Εργασιών (ΕΣΣΕ) με εργολαβικό αντάλλαγμα 719.298,36 Ευρώ πλέον ΦΠΑ. Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι στη συνεχεία υπήρξαν καθυστερήσεις στην κατασκευή των επιμέρους τμημάτων του έργου και σημειώθηκαν αποκλίσεις σε σχέση με τις ενδιάμεσες προθεσμίες του εγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος στις 29-5-2003, και γι' αυτό το λόγο έγινε σύσκεψη των νόμιμων εκπροσώπων και αρμοδίων οργάνων των διαδίκων στα γραφεία της καθ'ης, κατά την οποία (σύσκεψη) επισημάνθηκαν τα ανωτέρω στους εκπροσώπους της προσφεύγουσας και τους ζητήθηκε η επιτάχυνση των εργασιών προκείμενου να τηρηθεί οπωσδήποτε το χρονοδιάγραμμα, δεδομένης της σπουδαιότητας του έργου για την αντιπλημμυρική προστασία των πεδινών περιοχών του Μαραθώνα και της μαραθώνιας διαδρομής, ιδιαίτερα ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, οι δε εκπρόσωποι της τελευταίας αφενός απέδωσαν τις καθυστερήσεις στην εκτέλεση υπερσυμβατικών εργασιών, κυρίως χωματουργικών και σκυροδετήσεων, και ζήτησαν τη σύνταξη 2ου Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών, για την έγκριση της δαπάνης της προσφεύγουσας, αφετέρου δεσμεύτηκαν ότι θα καλυφθούν όλες οι μέχρι τότε καθυστερήσεις και ότι θα τηρηθεί εκ μέρους της προσφεύγουσας τόσο η ενδεικτική προθεσμία της 30-9-2003 όσο και η τελική της 30-4-2004, μεταξύ δε των ανωτέρω υπογράφηκε το από 29-5-2003 σχετικό μνημόνιο, με το οποίο επίσης κλήθηκε η προσφεύγουσα να υποβάλει στην καθ'ης μέχρι τις 2-6-2003 τις αναλυτικές επιμετρήσεις και τα επιμετρητικά σχέδια όλων των εργασιών που είχαν εκτελεστεί μέχρι τότε και κατά την άποψη της (αναδόχου) θεωρούνται υπερσυμβατικές εργασίες, ώστε, εάν τα στοιχεία αυτά κριθούν πλήρη και επαρκή, να προχωρήσει η καθ'ης στη σύνταξη του 2ου ΑΠΕ, που κατά τα άνω ζήτησε η προσφεύγουσα.
Αυτή υπέβαλε όλα τα στοιχεία που της ζητήθηκαν μέσα σε πέντε ημέρες, με το από 3-6-2003 έγγραφο της (αριθμ. εισερχ. ΕΥΔΑΠ 6394/3-6-03) μαζί με σχέδια του 2ου ΑΠΕ και της 2ης ΕΣΣΕ. Από αυτά, ο μεν 2ος ΑΠΕ υπογράφηκε στις 13-6-2003 και εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 14381/23-7-2003 απόφαση του Δ.Σ. της καθ'ης χωρίς αναθεώρηση και χωρίς παράταση των ενδιάμεσων και της συνολικής προθεσμίας, αντίθετα δε, το Δ.Σ.
της καθ' ης στην εξουσιοδότηση του, με το ίδιο έγγραφο, προς τον Γενικό Διευθυντή Σχεδιασμού και Ανάπτυξης της καθ'ης, προς υπογραφή της 2ης ΕΣΣΕ, επισημαίνει ότι πρέπει να αναφέρεται ρητά σ' αυτήν ότι θα τηρηθεί εκ μέρους του αναδόχου απολύτως το χρονοδιάγραμμα της εργολαβίας, όπως ακριβώς εγκρίθηκε με την (ανωτέρω) υπ ' αριθμ. 14156/10-3-2003 απόφαση του (Δ.Σ.), η δε 2Π ΕΣΣΕ, δαπάνης 708.800,35 Ευρώ, υπογράφηκε από την προσφεύγουσα στις 13-1-2004, και αφού προηγουμένως η καθ'ης απέρριψε, με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 290607/25-9-2003 έγγραφό της, αίτημα της προσφεύγουσας για νέα παράταση της συνολικής και των ενδιάμεσων προθεσμιών κατά δύο μήνες, λόγω της αύξησης του συμβατικού αντικειμένου του έργου κατά ποσοστό 19,7%, με το ίδιο δε έγγραφο κάλεσε εκ νέου την προσφεύγουσα να τηρήσει επακριβώς τις ως άνω προθεσμίες. Επίσης η προσφεύγουσα με το υπ' αριθμ.
πρωτ. Εισερχ. ΕΥΔΑΠ 5472/14-5-2004 έγγραφο της ζήτησε και πάλι παράταση της συνολικής προθεσμίας περαίωσης των εργασιών, με αναθεώρηση, κατά τρεις μήνες, η καθ' ης όμως με την υπ' αριθμ. 14878/9-8-2004 απόφαση του Δ.Σ. της χορήγησε τη ζητούμενη προθεσμία μέχρι τις 30-7-2004 "χωρίς αναθεώρηση", δηλ. με υπαιτιότητα της προσφεύγουσας, ενώ παράλληλα, με την υπ' αριθμ. 299227/8-7-2004 απόφαση της απέρριψε και την από 5-7-2004 ειδική δήλωση της προσφεύγουσας περί μερικής διακοπής των εργασιών στο έργο, με την οποία ζητούσε επίσης και τη σύνταξη νέου σχετικού ΑΠΕ.
Περαιτέρω, από τις 25-11-2003 η καθ' ης άρχισε να επιβάλλει στην προσφεύγουσα ποινικές ρήτρες για υπαίτια υπέρβαση κατ' αρχήν της παραπάνω δεύτερης τμηματικής προθεσμίας (30-9-2003), ως προς τις οποίες η προσφεύγουσα έχει ασκήσει σχετικές, προσφυγές που εκκρεμούν στο Δικαστήριο αυτό, ενώ με την υπ' αριθμ. πρωτ. 299518/23-7-2004 απόφαση της επέβαλε στην προσφεύγουσα ποινική ρήτρα ύψους 30.510,17 ευρώ λόγω υπέρβασης, από υπαιτιότητα της, της συνολικής προθεσμίας περάτωσης των εργασιών κατά 31 ημέρες πέραν της 30-4-2004, μέχρι τις 31-5-2004, την οποία παρακράτησε από τον 16° λογαριασμό του έργου στις 23-7-2004, η δε προσφεύγουσα παρέλαβε την απόφαση αυτή ταχυδρομικώς στις 28-7-2004.
Κατά της απόφασης αυτής η προσφεύγουσα άσκησε την από 3-8-2004 ένσταση της, που παρέμεινε αναπάντητη, και εν συνεχεία την από 30-12-2004 αίτηση θεραπείας που παρέμεινε επίσης χωρίς απάντηση, όπως προαναφέρεται, η δε προσφεύγουσα άσκησε την πρώτη από τις ως άνω προσφυγές. Επίσης η καθ' ης επέβαλε στην προσφεύγουσα νέα ποινική ρήτρα για υπαίτια υπέρβαση της ίδιας καταληκτικής προθεσμίας κατά 30 ημέρες πέραν της 31-5-2004 και μέχρι 30-6-2004, για την οποία η προσφεύγουσα έχει ασκήσει σχετική προσφυγή που εκκρεμεί στο Δικαστήριο αυτό, και τέλος με την υπ' αριθμ. 301035/7-10-2004 απόφαση της επέβαλε στην προσφεύγουσα νέα ποινική ρήτρα, ύψους 11.908,83 Ευρώ, λόγω υπέρβασης, από υπαιτιότητά της, της ίδιας συνολικής προθεσμίας περάτωσης των εργασιών κατά 30 ημέρες πέραν της 30-6-2004, μέχρι τις 31-7-2004, την οποία παρακράτησε από τον 18° λογαριασμό του έργου στις 8-10-2004, η δε προσφεύγουσα παρέλαβε την απόφαση αυτή ταχυδρομικώς στις 11-10-2004.
Κατά της απόφασης αυτής η προσφεύγουσα άσκησε την από 19-10-2004 ένσταση της που παρέμεινε αναπάντητη, και εν συνεχεία την από 15-3-2005 αίτηση θεραπείας που παρέμεινε επίσης χωρίς απάντηση, όπως προαναφέρθηκε, η δε προσφεύγουσα άσκησε τη δεύτερη από τις ως άνω προσφυγές. Ενόψει αυτών των παραδοχών το Εφετείο στη συνέχεια ερευνώντας τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που στήριζαν και τις κριθείσες προσφυγές της, δέχθηκε τα εξής:
Οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας α) ότι δεν την βαρύνει καμία υπαιτιότητα για τις καθυστερήσεις εκτέλεσης του έργου επειδή το ανωτέρω 3° χρονοδιάγραμμα αφορούσε μόνο στις καθυστερήσεις της αρχικής σύμβασης, λόγω της εντολής της καθ'ης για μερική διακοπή των εργασιών και την εν συνεχεία αύξηση τους με τον 1° ΑΠΕ, όχι όμως και για τις εργασίες που προστέθηκαν με τον 2° ΑΠΕ, σε ποσοστό 19,7%, τις οποίες η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων, και β) ότι η απόφαση της καθ'ης για επιβολή ποινικής ρήτρας στην προσφεύγουσα είναι καταχρηστική, αφού η προσφεύγουσα με την ανωτέρω ειδική δήλωση της μερικής διακοπής των εργασιών, είχε προβεί σε διακοπή τούτων λόγω ελλείψεων αφενός εγκεκριμένων ποσοτήτων ορισμένων εργασιών και αφετέρου τιμών μονάδας νέων εργασιών, απαραίτητων για την υδραυλική λειτουργία του έργου, και ζήτησε επίσης τη σύνταξη νέου ΑΠΕ και έγκριση νέων υπερσυμβατικών εργασιών, που η προσφεύγουσα είχε ήδη εκτελέσει ή θα εκτελούσε στη συνέχεια, η καθ'ης όμως αρνήθηκε να ελέγξει τα επιμετρητικά στοιχεία που της υποβλήθηκαν και να συντάξει και εγκρίνει νέο ΑΠΕ, είναι αβάσιμοι, επειδή η προσφεύγουσα γνώριζε τα μεγέθη (εργασίες, δαπάνες) του 2ου ΑΠΕ ήδη πριν από τις 29-5-2003, ημέρα διενέργειας της ως άνω σύσκεψης των οργάνων και εκπροσώπων των διαδίκων, καθόσον στη σύσκεψη αυτή η προσφεύγουσα, δια των οργάνων της, συμφώνησε και δεσμεύτηκε να περατώσει το όλο έργο στην ως άνω καταληκτική προθεσμία της 30-4-2004, ακόμη και με τις εργασίες του 2ου ΑΠΕ, τη σύνταξη του οποίου ζήτησε τότε, ενώ με το υπ' αριθμ.
εισερχ. ΕΥΔΑΠ 6394/3-6-2003 έγγραφο της είχε υποβάλει στην καθ'ής όλα τα επιμετρητικά στοιχεία για τις ανάγκες του ΑΠΕ αυτού, όπως αναφέρεται παραπάνω, ο δε 2ος ΑΠΕ εγκρίθηκε και υπογράφηκε σύμφωνα με τις προτάσεις της προσφεύγουσας, με το αντίστοιχο 3° χρονοδιάγραμμα, που είχε ήδη εγκριθεί από τις 10-3-2003 όπως η ίδια το είχε προτείνει και είχε προσδιορίσει ως καταληκτική ημερομηνία του όλου έργου τις 30-4-2004, μάλιστα δε είχε ζητήσει με την από 30-1-2003 αίτηση της να εγκριθεί τούτο σύμφωνα με την πρόταση της.
Από όλα αυτά τα περιστατικά συνάγεται ότι η προσφεύγουσα είχε σταθμίσει τις ανάγκες του έργου και τις συνθήκες εκτέλεσης των εργασιών και είχε συμπεράνει ότι μπορούσε να περατώσει το έργο στην προτεινόμενη από αυτήν προθεσμία. Όμως, και μετά την υπογραφή των ανωτέρω, από 29-5-2003 μνημονίου, η προσφεύγουσα εξακολουθούσε να παρουσιάζει αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην εκτέλεση του έργου (βραδύς ρυθμός εκτέλεσης εργασιών, ελλιπής οργάνωση εργοταξίου, - προσωπικού και μηχανημάτων -, πλημμελής προγραμματισμός), όπως διαπιστωνόταν κατ επανάληψη από τους ελέγχους των εντεταλμένων υπαλλήλων της καθ'ής και τις σχετικές σημειώσεις τους στο ημερολόγιο των εργασιών, όπως ενδεικτικά στις ημερομηνίες 7-6-03, 17-6-03, 30-7-03, 26-8-03, 29-9-03, 9-10-03, 9-12-03, 9-1-04, 10-3-04, 29-4-04, 27-5-04, 23-6-04, 8-7-04, 19-7-04, οι δε ελεγκτές υπάλληλοι και τα όργανα της καθ'ής προέβαιναν σε επανειλημμένες επισημάνσεις και συστάσεις προς την προσφεύγουσα για επιτάχυνση της εκτέλεσης του έργου, συμπλήρωση του προγραμματισμού και τήρηση του χρονοδιαγράμματος.
Η προσφεύγουσα δεν απαντά στις αιτιάσεις αυτές της καθ'ής ούτε αρνείται τις καθυστερήσεις των εργασιών κατά τις ως άνω ημερομηνίες, με συνέπεια να συνάγεται ομολογία της κατ' αρθρ. 261 Κ.Πολ.Δ.. Κατέληξε δε οριστικά το Εφετείο στην κρίση του ότι η αναιρεσείουσα εργολάβος είναι υπαίτια της καθυστέρησης εκτέλεσης του έργου και της υπέρβασης των ως άνω προθεσμιών, και δεν δικαιούται παράτασης των ανωτέρω προθεσμιών με αναθεώρηση, και ότι ορθά η καθ'ής της επέβαλε και τις ως άνω ένδικες ποινικέ ρήτρες, σύμφωνα με το νόμο και τη μεταξύ τους σύμβαση, και ότι δεν είναι καταχρηστική η επιβολή των ποινικών ρητρών, σε βάρος της προσφεύγουσας, αφού, εκτός από τη συνδρομή των παραπάνω περιστατικών, η προσφεύγουσα είχε επίσης υποβάλει στην καθ'ής μέχρι τις 5-7-2004 (ημερομηνία της ως άνω ειδικής δήλωσης της μερικής διακοπής των εργασιών), σε σχέση με το αίτημα της για σύνταξη και νέου (3ου) ΑΠΕ, πλημμελή στοιχεία επιμέτρησης του έργου, δηλαδή για περιορισμένα μόνο τμήματα του, όπως για το πρόφραγμα και τον αγωγό εκτροπής, της πλίνθου, των σκυροδεμάτων του οικίσκου δικλείδων και ενός μέρους των εργασιών του υπερχειλιστή, τα οποία (στοιχεία) κατά τον έλεγχό τους από την καθ'ης παρουσίαζαν σφάλματα και ελλείψεις, που επισημάνθηκαν στην προσφεύγουσα με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 300374/9-9-2004 έγγραφο της και ζητήθηκε η υποβολή συμπληρωματικών στοιχείων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τις δύο συνεκδικασθείσες προσφυγές της αναιρεσείουσας εργολάβου και τους συναφείς αντίθετους ισχυρισμούς της για την έλλειψη υπαιτιότητας της στην έγκαιρη περάτωση των εργασιών στο συμφωνηθέν χρονοδιάγραμμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 6-7 και 32 παρ. 2 του Π.Δ/τος 609/1985 και 5 παρ. 4, 8 παρ. 1 του Ν. 1418/1984, καθόσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γεγονότα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι η προσφεύγουσα είναι υπαίτια της καθυστέρησης εκτέλεσης του έργου και της υπέρβασης των συμβατικών προθεσμιών του:
Α) καθόσον μεν αφορά τις εργασίες του 2ου Α.Π.Ε. (που στηρίζουν τα αιτήματα της πρώτης προσφυγής), επειδή: 1) γνώριζε τα μεγέθη δηλ. τις εργασίες και δαπάνες του 2ου Α.Π.Ε. ήδη πριν από τη σύσκεψη της 29-5-2003, κατά την οποία δια των αρμοδίων οργάνων της συμφώνησε και δεσμεύτηκε να περατώσει το όλο έργο στην συμβατική καταληκτική προθεσμία της 30-4-2004, ακόμη και με την εκτέλεση των εργασιών του 2ου Α.Π.Ε., των οποίων γνώριζε τα πλήρη επιμετρητικά σχέδια, αποδεχόμενο έτσι το Εφετείο, εμμέσως αλλά σαφώς ότι η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε της αξίωσης της για την αναθεώρηση της συμβατικής προθεσμίας, και 2) η αναιρεσείουσα και μετά από υπογραφή του ανωτέρω από 29-5-2003 μνημονίου εξακολουθούσε να παρουσιάζει αδικαιολόγητες καθυστερήσεις εκτέλεσης του έργου και Β) καθόσον δε αφορά τις εργασίες του 3ου Α.Π.Ε. (που στηρίζουν τα αιτήματα της δεύτερης προσφυγής) "ότι μέχρι τις 5-7-2004 που υπέβαλε η αναιρεσείουσα εργολάβος στην αναιρεσίβλητη την ειδική δήλωση μερικής διακοπής των εργασιών, λόγω της καθυστέρησης σύνταξης του 3ου Α.Π.Ε., η παρατηρηθείσα καθυστέρηση έκτοτε λόγω της διακοπής των εργασιών δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα των οργάνων της αναιρεσίβλητης, αλλά σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, η οποία υπέβαλε πλημμελή στοιχεία επιμέτρησης του έργου, που παρουσίαζαν σφάλματα και ελλείψεις που έγκαιρα επισημάνθηκαν στην αναιρεσείουσα", πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της υπαιτιότητας στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, ως προς την παραβίαση των συμβατικών προθεσμιών εκτέλεσης του ένδικου έργου.
Εξάλλου, κατά τις ίδιες παραδοχές, η διαγνωσθείσα από το Εφετείο υπαίτια συμπεριφορά στην καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου, εντοπίζεται αποκλειστικά στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας εργολάβου, αφού στις ίδιες παραδοχές δεν περιλαμβάνεται η ύπαρξη οποιασδήποτε υπαίτιας συμπεριφοράς στον τομέα δράσης των οργάνων της αναιρεσίβλητης κυρίας του ένδικου έργου, οι δε σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για την ύπαρξη τέτοιας υπαίτιας συμπεριφοράς κρίθηκαν αβάσιμες.
Περαιτέρω, ναι μεν στη μείζονα νομική σκέψη της προσβαλλόμενης περιλαμβάνονται κατά τη νομική αξιολόγηση των ένδικων προσφυγών και οι διατάξεις των άρθρων 404, 405, 341 και 342 του Α.Κ., που τελικά όμως δεν εφαρμόστηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και κατά τα δύο μέρη του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 36 παρ. 6-7 και 32 παρ. 2 του Π.Δ/τος 609/1985 και 5 παρ. 4 και 8 παρ. 1 του Ν. 1418/1984, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
II. Κατά το άρθρο 261 εδ. β' του ΚΠολΔ "Εφ' όσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άσκηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (Α.Π. 452/2005, Α.Π. 575/2004).
Μόνο δε εάν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση του κρίσιμου ισχυρισμού, η ύπαρξη της οποίας επίσης ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτού, υποπίπτει τούτο στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε (Α.Π 115/2008, 370/2006).
Με τη διάταξη όμως του άρθρου 13 παρ. 6 του Ν. 1418/1984 χορηγήθηκε το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης κατά των αποφάσεων του πολιτικού Εφετείου στις αντίστοιχες διαφορές από την εφαρμογή του ίδιου νόμου, για ορισμένους μόνο περιοριστικά αναφερόμενους λόγους από εκείνους του αρθρ. 559 (αριθ. 1 έως 7, 9, 16, 17, 19 και 20), όχι όμως και για τους λόγους από τον αριθ. 11 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η παραβίαση της διάταξης του αρθρ. 261 του Κ.Πολ.Δ.
ως δικονομικού και όχι ουσιαστικού χαρακτήρα, δεν ελέγχεται αναιρετικά στο στάδιο εφαρμογής του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. που αφορά την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου μόνο. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ.
αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παραβίαση της διάταξης του αρθρ. 261 του Κ.Πολ.Δ. έκρινε, εκτιμώντας τα δικόγραφα των ένδικων προσφυγών και των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας, ότι "η αναιρεσείουσα δεν αρνήθηκε τις καθυστερήσεις εκ μέρους της των εργασιών κατά τις προαναφερθείσες στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας ημερομηνίες, με αποτέλεσμα να συνάγεται ομολογία της κατ' αρθρ. 261 του Κ.Πολ.Δ." καίτοι υπήρξε εκ μέρους της αναιρεσείουσας ρητή αμφισβήτηση, κρίνεται απαράδεκτος.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: 1) του 2ου Α.Π.Ε. και 2) του από 29-5-2003 μνημονίου σύσκεψης, με το να δεχθεί ότι: "κατά την ίδια σύσκεψη δεσμεύτηκε (η αναιρεσείουσα ανάδοχος) να τηρήσει την καταληκτική προθεσμία της 30-4-2004, παρά την εκτέλεση μέχρι τότε νέων εργασιών, που περιελήφθησαν στον 2° Α.Π.Ε.
που συντάχθηκε με βάση τις απόψεις της (αναιρεσείουσας), η οποία κατά το χρόνο της σύσκεψης γνώριζε όλα τα μεγέθη του 2ου Α.Π.Ε. που συντάχθηκε με βάση τις απόψεις της". Τα πιο πάνω δύο έγγραφα, καίτοι δεν προσκομίστηκαν στον Εισηγητή Δικαστή κατά το χρόνο σύνταξης της αρ. 21-11-2010 έκθεσής του, παραδεκτά ήδη προσκομίζονται στο Δικαστήριο τούτο κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Καθόσον όμως αφορά το πρώτο από τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, (2ος Α.Π.Ε.) ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ούτε και προκύπτει από τα σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή της, ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και το ίδιο έγγραφο ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο, για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό της πόρισμα, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ώστε ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το ένα μέρος του είναι απαράδεκτος.
Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης καθόσον αφορά το δεύτερο από τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα (από 29-5-2003 μνημόνιο) είναι αβάσιμος, γιατί, όπως από την επισκόπηση του ίδιου εγγράφου προκύπτει σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης στην πρώτη παράγραφο της παρούσας, το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το κρίσιμο περιεχόμενό του: "για τη δέσμευση της αναιρεσείουσας στο να καλυφθούν όλες οι μέχρι της 29-5-2003 καθυστερήσεις, ανεξάρτητα από την μέχρι τότε εκτέλεση υπερσυμβατικών εργασιών, ώστε να τηρηθεί η ενδεικτική προθεσμία της 30-1-2003 και η τελική της 30-4-2003".
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθ. 178 και 183 του Κ.Πολ.Δ.) και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-5-2009 αίτηση της ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟ Α.Τ.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 409/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ