Legislator Case Law & Legislation
29/2010 AI generated

29/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 29/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Λύση συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας με καταγγελία της αντιπροσωπευόμενης. Αντίθετες αγωγές αποζημιωσεως. Προσβολή της καταγγελίας ως ακταχρηστικής (άρθρ. 281 ΑΚ). Το Εφετείο την έκρινε αβάσιμη, ορθώς και με επαρκή αιτιολογία. Λόγοι αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Λόγοι αναιρέσεως από τον αρ. 11 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αβάσιμοι

Legislator headnote

AI generated

29/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συζήτησης της 2-11-2009 η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε του δικογράφου της αναίρεσης κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου Φ1 με δήλωσή της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά. Επομένως, σύμφωνα με τα άρθρα 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη ως προς αυτόν η αναιρετική δίκη, αφού η παραίτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε κατ' αυτού.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements unlawful agreement pricing policy unfair commercial practices consumer behaviour business policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 29 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Λύση συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας με καταγγελία της αντιπροσωπευόμενης. Αντίθετες αγωγές αποζημιωσεως. Προσβολή της καταγγελίας ως ακταχρηστικής (άρθρ. 281 ΑΚ). Το Εφετείο την έκρινε αβάσιμη, ορθώς και με επαρκή αιτιολογία. Λόγοι αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Λόγοι αναιρέσεως από τον αρ. 11 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αβάσιμοι

Αριθμός 29/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσης η κλήση: Εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" και με το διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.

Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κληση: 1. Ιταλικού Δικαίου Εταιρίας με την επωνυμία "BASF COATING SPA", που εδρεύει στην Ιταλία και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως της εταιρίας με την επωνυμία ECOTECH ITALIA SPA που εδρεύει στην Ιταλία 2. Εταιρίας με την επωνυμία STATUS ΧΡΩΜ ΕΠΕ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΧΡΩΜΑΤΩΝ - ΧΗΜΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ που εδρεύει στο Δήμο Αχαρνών Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα 3. Φ1, νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, κατοίκου Ιταλίας, ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο 4. Φ2, εμπόρου, κατοίκου ..., συνδιαχειρίστριας της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων 5. ..., εμπόρου, κατοίκου ..., συνδιαχειριστή της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και 6. Φ3, κατοίκου .... Οι, πρώτη, δεύτερη, τέταρτη, πέμπτος και έκτος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σκούρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από α)2-4-1995 δύο αγωγές, της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου και β)2-1-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9958/1996 προδικαστική 5302/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 176/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 376/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υποθέσεως. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 18 Ιουνίου 2008 κλήση της .

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναιρέσεως ως προς τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων και ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συζήτησης της 2-11-2009 η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε του δικογράφου της αναίρεσης κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου Φ1 με δήλωσή της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά. Επομένως, σύμφωνα με τα άρθρα 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη ως προς αυτόν η αναιρετική δίκη, αφού η παραίτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε κατ' αυτού.

Κατά το άρθρο 1 παρ, 2 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ αυτού, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος, στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξαρτήτου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.

Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 8 και 9 παρ.1 εδ. α' και γ' και 3 του ίδιου ΠΔ ορίζουν: "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 στην περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων" (8 παρ, 8), "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον η διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες....."(9 παρ. 1 εδ.

α '), "η χορήγηση αυτής της αποζημιώσεως δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα" (9 παρ. 1 εδ. γ'), "η αποζημίωση ή αποκατάσταση της ζημίας σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται:

α) όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, β)..." (9 παρ. 3), Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου, με την οποίο ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του άνω π.δ/τος προβλεπόμενη λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ' ένσταση, (άρθ. 9 παρ. 3) ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στα πλαίσια της συμβάσεως (υπαίτια καταγγελία).

Η ένσταση αυτή, η οποία είναι προφανώς διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπερβάσεως των επιτρεπτών ορίων της καλής πιότης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του Α.Κ.

γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία. Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλομένους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτή όρους.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 292 παρ. 2 του Α.Κ. προκύπτει ότι οι πληρωτέες στην ημεδαπή χρηματικές οφειλές σε ξένο νόμισμα εξοφλούνται σε εγχώριο νόμισμα κατά την τρέχουσα αξία του αλλοδαπού νομίσματος στο χρόνο της πληρωμής (ΑΠ 1504/1982)ξ. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".

Οι κανόνες δικαίου παραβιάζεται με ψευδή ερμηνεία ή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά δε τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων (Ολ. ΑΠ 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας που καταρτίστηκε εγγράφως την 1-6-1990 μεταξύ της ενάγουσας των δύο πρώτων αγωγών εταιρείας με την επωνυμία "...

Ε.Π.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...." και της αρχικά πρώτης εναγομένης των δύο πρώτων αγωγών αλλοδαπής (ιταλικής) εταιρείας με την επωνυμία "ECOTECH ITALIA S.p.A.", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως είναι η ήδη πρώτη εναγομένη των δύο πρώτων αγωγών επίσης ιταλική εταιρεία με την επωνυμία "BASF Coatings S.P.A..", η δεύτερη ανέθεσε στην πρώτη την προώθηση στην Ελλάδα των "πωλήσεων των προϊόντων της, ήτοι βερνικιών σε σκόνη για βιομηχανική χρήση, για χρονικό διάστημα ενός έτους, ήτοι από την 1-6-1990 μέχρι τις 31-5-1991, το οποίο μπορούσε να ανανεωθεί σιωπηρά μετά την πάροδο του έτους, αντί προμηθείας ποσοστού 5% επί των πωλήσεων.

Κατά τη συμφωνία των πιο πάνω διαδίκων η προαναφερθείσα σύμβαση μπορούσε να καταγγελθεί από οποιοδήποτε από τα δύο μέρη οποτεδήποτε με έγγραφη προειδοποίηση τεσσάρων μηνών. Στη συνέχεια με την από 8-11-1990 έγγραφη τροποποίηση της συμβάσεως η προθεσμία καταγγελίας ορίστηκε σε έξι μήνες και η διάρκεια της συμβάσεως έγινε αορίστου χρόνου.

Κατά τους όρους της ανωτέρω συμβάσεως η "...E.Π.Ε." ήταν υποχρεωμένη να συλλέγει τις παραγγελίες από τους πελάτες και να τις προωθεί στην "ECOTECH ITALIA S.p.A." για εκτέλεση, να συλλέγει πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες των ανταγωνιστικών εταιρειών, να επισκέπτεται συχνά τους πελάτες και να παρακολουθεί τις πληρωμές τους, χωρίς όμως να έχει δικαίωμα εισπράξεως των απαιτήσεων της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A.".

Εκτός από την πιο πάνω σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, κατά το έτος 1990 είχε καταρτιστεί μεταξύ των προαναφερθεισών διαδίκων και άλλη σύμβαση δυνάμει της οποίας η "...Ε.Π.Ε." αγόραζε από την "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." προϊόντα της, τα οποία μεταπωλούσε σε μικρούς πελάτες, με την υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα μετά από έξι μήνες από την παράδοση των εμπορευμάτων.

Στις 20-3-1995 ο έκτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής και τέταρτος εναγόμενος της δεύτερης Σ1, εταίρος της "...Ε.Π.Ε.", αποχώρησε από αυτήν, μεταβιβάζοντας τα εταιρικά του μερίδια στο διαχειριστή της Χ1 αντί ποσού 17.000.0000 δραχμών. Την ίδια ημέρα αποχώρησε από την "... Ε.Π.Ε." η τέταρτη εναγομένη της πρώτης αγωγής και τρίτη εναγομένη της δεύτερης Φ2, η οποία ήταν ιδιαιτέρα γραμματέας του Χ1 και συνδεόταν στενά με τον Σ1, με τον οποίο συζούσε.

Στις 14-4-1995 η Φ2, από κοινού με τον πέμπτο εναγόμενο της πρώτης αγωγής Ε1, συνέστησαν τη δεύτερη εναγομένη των δύο πρώτων αγωγών εταιρεία με την επωνυμία "STATUS ΧΡΩΜ Ε.Π.Ε.". Στις 31-7-1995 η "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." κατήγγειλε εγγράφως την πρώτη σύμβαση, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία των έξι μηνών, στη συνέχεια δε ανέθεσε την αντιπροσώπευση της στην Ελλάδα στη "STATUS ΧΡΩΜ Ε.Π.Ε.".

Τέλος στις 31-8-1995 αποχώρησε από την "... Ε.Π.Ε." ο υπάλληλος της Φ3 (έβδομος εναγόμενος της πρώτης αγωγής και πέμπτος της δεύτερης). Τα πιο πάνω συνομολογούνται και από τα δύο διάδικα μέρη. Δεν αποδείχτηκαν όμως και τα άλλα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις δύο πρώτες από τις συνεκδικαζόμενες αγωγές και ειδικότερα ότι οι αποχωρήσεις του εταίρου της "...

Ε.Π.Ε." Σ1 και της υπαλλήλου της Φ2, καθώς και η ίδρυση από τη Φ2 και τον Ε1 της "STATUS ΧΡΩΜ Ε.Π.Ε." έγιναν κατόπιν παρακινήσεώς τους από την "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." δια του τρίτου εναγομένου της πρώτης αγωγής Φ1, νομίμου εκπροσώπου της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." με σκοπό ανταγωνισμού της "... Ε.Π.Ε." και ειδικότερα με σκοπό την καταστροφή της και την εκτόπιση της από την αγορά, προκειμένου να εκμεταλλευθούν την πελατεία και την οργάνωσή της, ούτε ότι η αποχώρηση του υπαλλήλου της "...

Ε.Π.Ε." Φ3 έγινε κατόπιν παρακινήσεώς του από την "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." και από την "STATUS ΧΡΩΜ Ε.Π.Ε." δια των νομίμων εκπροσώπων τους με τον ίδιο σκοπό. Εξάλλου δεν αποδείχτηκε ότι η καταγγελία της μεταξύ της "... Ε.Π.Ε." και της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." συμβάσεως αντιπροσωπείας έγινε καταχρηστικά, χωρίς σπουδαίο λόγο και με σκοπό ανταγωνισμού ούτε ότι η άρνηση της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." να πωλήσει στην "...

Ε.Π.Ε." τα προϊόντα της λιανικώς έγινε με τον ίδιο πιο πάνω σκοπό. Τέλος δεν αποδείχτηκε ότι η Φ2 εκμεταλλεύθηκε προς όφελος της "STATUS ΧΡΩΜ Ε.Π.Ε." την οργάνωση και την πελατεία της "... Ε.Π.Ε." ούτε ότι ο Φ3 γνωστοποίησε στην "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." και στη "STATUS ΧΡΩΜ Ε.Π.Ε." εμπορικά απόρρητα της "... Ε.Π.Ε.". Aντίθετα αποδείχτηκε ότι η "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." κατήγγειλε την από 1-6-1990 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας χωρίς την τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας διότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος γι' αυτό και ειδικότερα διότι ο διαχειριστής της "...E.Π.Ε." Χ1:

α) κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο μέχρι και το Μάρτιο του έτους 1995 δεν εμφανιζόταν στα γραφεία της ούτε απαντούσε στο τηλέφωνο και οι υπάλληλοι δεν πληροφορούσαν το νόμιμα εκπρόσωπο της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." και τους πελάτες πού βρίσκεται, ώστε να μπορέσουν να επικοινωνήσουν μαζί του, β) δήλωσε σε μεγάλο πελάτη, την εταιρεία "ΠΙΤΣΟΣ Α.Ε.", ότι δεν είναι πια αντιπρόσωπος της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A.", γ) πώλησε σε άλλους πελάτες, τις εταιρείες "..." και "DURALOX A.B.E.", ειδικά χρώματα, τα οποία προμηθευόταν κατ' αποκλειστικότητα η εταιρεία "ANALCO E.Π.Ε." που ήταν από τους πιο μεγάλους πελάτες της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A.", με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί πρόβλημα στην πιο πάνω εταιρεία, δ) εισέπραξε από την εταιρεία "..." το ποσό των 3.500.000 δραχμών για λογαριασμό της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A.", χωρίς να της το αποδώσει.

Επί πλέον αποδείχτηκε ότι η "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." μετά την καταγγελία της από 1-6-1990 συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας έπαυσε να προμηθεύει την "... Ε.Π.Ε." και με προϊόντα της για τη λιανική πώληση διότι η τελευταία της όφειλε το τίμημα πωληθέντων σ' αυτήν εμπορευμάτων ποσού 244.153.550 λιρεττών Ιταλίας συνολικά, για το οποίο έχει ασκήσει τις συνεκδικαζόμενες τρίτη και τέταρτη αγωγές της και μέρος του οποίου, ήτοι 43.372.200 λιρέττες Ιταλίας (το τίμημα εμπορευμάτων τα οποία της είχαν πωληθεί και παραδοθεί με τα .... ..., ...

και ...τιμολόγια της ποσών 14.227.100. 13.277.600, 5.000.000 και 10.867.500 λιρεττών Ιταλίας αντίστοιχα) είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμο κατά το χρόνο της καταγγελίας (31-7-1995), αφού, όπως ήδη έχει εκτεθεί, κατά τη συμφωνία των ανωτέρω διαδίκων, το τίμημα των πωλουμένων εμπορευμάτων έπρεπε να καταβάλλεται μετά από έξι μήνες από την παράδοσή τους.

Επίσης αποδείχτηκε ότι η κατά τ' ανωτέρω αποχώρηση του εταίρου της "...Ε.Π.Ε." Σ1 και των υπαλλήλων· της Φ2 και Φ3 έγινε για τους προαναφερθέντες λόγους κακής λειτουργίας της για τους οποίους καταγγέλθηκε και η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, επί πλέον δε όσον αφορά τους εργαζομένους διότι δεν τους καταβάλλονταν κανονικά οι αποδοχές τους ούτε οι εισφορές γι' αυτούς στα ασφαλιστικά ταμεία.

Τέλος αποδείχτηκε ότι μετά την καταγγελία από την "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." της από 1-6-1990 συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, αυτή ανατέθηκε στην "STATUS ΧΡΩΜ Ε.Π.Ε." με τους ίδιους όρους που ίσχυαν και για την "... Ε.Π.Ε." και συνεπώς δεν υπήρχε συμφέρον της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." για την αντικατάσταση της αντιπροσώπου της". Στη συνέχεια το Εφετείο αφού έκρινε αβάσιμες τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας των αναιρεσιβλήτων και αθέμιτου ανταγωνισμού τούτων και απέρριψε εν μέρει ως μη νόμιμες ή αόριστες και κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμες τις απαιτήσεις για διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσείουσας μετά την καταγγελία της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας από την αναιρεσίβλητη, οι οποίες είχαν ως προϋπόθεση την (μη αποδεικνυόμενη) ακυρότητα της καταγγελίας, όπως επίσης απέρριψε για τον ίδιο λόγο και το αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας, έκρινε κατά το λοιπό περιεχόμενο τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων και έκανε αυτές κατά ένα μέρος δεκτές, υποχρεώνοντας τη μεν πρώτη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 38.523 ευρώ, τη δε αναιρεσείουσα να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 55.264 ευρώ, ποσά που προέκυψαν δι' αναγωγής της αξίας οφειλομένων σε ιταλικό νόμισμα (λιρεττών) κατά το χρόνο πληρωμής. 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 8 παρ. 8, 9 παρ. 1 εδ.

α', γ', 3 του π.δ. 219/1991 όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, 288, 281, 292 παρ. 2 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τη συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας από την "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." (στη θέση της οποίας υπεισήλθε κατόπιν συγχωνεύσεως η πρώτη αναιρεσίβλητη) λόγω αθετήσεως από την αναιρεσείουσα τόσο ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεών της, ώστε να καθίσταται, κατά τις αρχές τις καλής πίστης, μη ανεκτή από την πρώτη αναιρεσίβλητη η συνέχιση αυτής της συμβάσεως και να δικαιολογείται έτσι η χωρίς την τήρηση των συμβατικών προθεσμιών καταγγελία της.

Πράγματι, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης αποτελούν, αντικειμενικά, σπουδαίο λόγο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης αντιπροσωπείας τα περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο, ήτοι: 1) ότι ο διαχειριστής της αναιρεσείουσας και νόμιμος εκπρόσωπός της Χ1 κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Μάρτιο του έτους 1995 δεν εμφανιζόταν στα γραφεία της αναιρεσείουσας ούτε απαντούσε στο τηλέφωνο και οι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας δεν πληροφορούσαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της αντπροσωπευόμενης "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." και τους πελάτες της τελευταίας, που βρίσκεται, ώστε να μπορέσουν να επικοινωνήσουν μαζί του, εν όψει του ότι μόνη η πλήρης αδυναμία του αντιπροσωπευόμενου να επικοινωνήσει επί μήνες με τον αντισυμβαλλόμενο αντιπρόσωπό του, με υπαιτιότητα του τελευταίου, προκειμένου να ανταλλάξουν απόψεις για τον κύκλο εργασιών και τους πελάτες του αντιπροσωπευόμενου κλονίζει σοβαρά τη σχέση εμπιστοσύνης που, κατά την καλή πίστη, πρέπει να κυριαρχεί στις μεταξύ τους εμπορικές - οικονομικές σχέσεις. 2) Ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας Χ1 δήλωσε εν γνώσει του ψευδώς σε μεγάλο πελάτη της αντιπροσωπευόμενης, δηλαδή στην εταιρεία "ΠΙΤΣΟΣ ΑΕ", ότι δεν είναι πια αντιπρόσωπος η αναιρεσείουσα της "ΕCOTECΗ ITALIA A.Ε.", αφού είναι αδιανόητο, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να πρέπει να ανέχεται ο αντιπροσευόμενος απροκάλυπτα ψεύδη του αντιπροσώπου σε πελάτες του, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου του, αναγόμενα στη μεταξύ τους εμπορική σχέση. 3) Ότι η αναιρεσείουσα πώλησε σε άλλους πελάτες της πρώτης αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα στις εταιρείες "..." και DURALOX ΑΒΕΕ" ειδικά χρώματα, τα οποία, κατά τη συμφωνία μεταξύ αναιρεσείουσας και πρώτης αναιρεσίβλητης, έπρεπε η τελευταία να προμηθεύει, μέσω της αναιρεσείουσας, μόνον (αποκλειστικά) στην εταιρεία "ANALCO ΕΠΕ", που ήταν από τους πιο μεγάλους πελάτες της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A.", με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σοβαρό πρόβλημα στην εταιρεία "ANALCO ΕΠΕ" και στις εμπορικές συναλλαγές της με την πρώτη αναιρεσίβλητη, αφού, αυτονόητα, η "ANALCO ΕΠΕ" έπαυσε να προμηθεύεται αποκλειστικά μόνον αυτή τα χρώματα της πρώτης αναιρεσίβλητης, λόγω υπαίτιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεών της εκ μέρους της αναιρεσείουσας, όπως αυτές απέρρεαν από τη σύμβαση αντιπροσωπείας.

Και 4) 'Ότι η αναιρεσείουσα εισέπραξε από την εταιρεία "..." το ποσό των δρχ. 3.500.000, επ' ονόματι και για λογαριασμό (κατ' εντολή) της πρώτης αναιρεσίβλητης, χωρίς να της το αποδώσει, αφού η υπεξαίρεση από τον αντιπρόσωπο ποσών του αντιπροσωπευόμενου, αποτελεί οπωσδήποτε σοβαρή αιτία να κλονιστεί η εμπιστοσύνη του αντιπροσωπευόμενου προς το πρόσωπο του αντιπροσώπου.

Σημειωτέον ότι οι άνω παραδοχές του Εφετείου δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, ούτε είναι αντίθετες με άλλες παραδοχές του Εφετείου στην ίδια απόφασή του, επομένως ούτε με την παραδοχή του ότι οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης συνεχίστηκαν μέχρι τις παραμονές της καταγγελίας (31.7.1995), δηλαδή μέχρι της 27-7-1995 και δεν ασκεί έννομη επιρροή το ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν είχε διεκδικήσει δικαστικά από την αναιρεσείουσα το άνω ποσό των 3.500.000 δραχμών.

Η ύπαρξη δε σπουδαίου λόγου καταγγελίας της συμβάσεως, που θεράπευσε την ελαττωματικότητα από την παραβίαση των συμβατικών και νομίμων προθεσμιών της καταγγελίας, αποκλείοντας, κατά λογική συνεκδοχή, την καταχρηστικότητα αυτής για αντίστροφου περιεχομένου αντισυμβατική συμπεριφορά της α' αναιρεσίβλητης, αλλά και ελλείψει συνδρομής των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 281 Α.Κ., (ή αθέμιτης ανταγωνιστικής συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσίβλητης) αποτελούσε αρνητική προϋπόθεση για την ευδοκίμηση των αγωγικών αιτημάτων της τελευταίας προς αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, καταβολή προς αυτή χρηματικής ικανοποιήσεώς της λόγω ηθικής βλάβης και συμψηφισμό διαφυγόντων κερδών της για τον μεταγενέστερο της καταγγελίας χρόνο Επίσης, ορθώς η αναιρεσιβαλλομένη υποχρέωσε την αναιρεσείουσα σε καταβολή ποσού σε ευρώ με βάση την πάγια αντιστοιχία των Ιταλικών λιρετών με το ευρώ και όχι με τη δραχμή, αφού τη τελευταία έχει αντικατασταθεί και για την Ελλάδα, με το ευρώ.

Επομένως οι πρώτος και τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που, υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως, πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 11γ του Κ.Πολ.Δικ. σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα και αν αυτό συμβαίνει, ο λόγος αναιρέσεως .απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το με επίκληση προσκομισθέν από την αναιρεσείουσα ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Περιστερίου Σταυρούλας Μυγιάκη - Φουρτούνη, ως περιλαμβανόμενο στις κατ' είδος αναφερόμενες από την προσβαλλόμενη απόφαση έγγραφες αποδείξεις και ενόψει της πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ακτής δεν γεννάται αμφιβολία για τη λήψη υπόψη του εν λόγω συμβολαίου.

Επομένως ο αντίθετος, δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος, αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια της απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια από τους αριθμούς 10 εδ. β' και 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., προκύπτουσες από την απόφαση αυτή, αφού, κατά ρητή βεβαίωση του Εφετείου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 9958/1996 προδικαστική απόφασή του, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της Κ.Πολ.Δικ. 338, έταξε θέμα απόδειξης τόσο σε βάρος της αναιρεσείουσας, όσο και σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης σχετικά με την σπουδαιότητα ή μη των λόγων της καταγγελίας και της αντίθεσης της τελευταίας προς την καλή πίστη (Α.Κ. 281). Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις αυτές, αφού η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στον αναιρετικό αυτό λόγο, δεν πρόβαλε, με λόγο έφεσης, τα επικαλούμενα από αυτήν δικονομικά σφάλματα της μη οριστικής απόφασης του Πρωτοδικείου, ως και τα τυχόν εκείνα της οριστικής απόφασης του ιδίου δικαστηρίου (5302/2002) κατά το μέρος της που ανακάλεσε την ανωτέρω μη οριστική απόφασή του, εν όψει και του ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ούτε εκείνη της περ. β' της εν λόγω διάταξης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) ποιές είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης και γ) ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε ή έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός.

Με τον πέμπτο και τελευταίο, εκ του άρθρου 559 αρ. 11β του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι για το σχηματισμό της απορριπτικής της πρώτης αγωγής της αναιρεσείουσας κρίσης του έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα έγγραφα που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς να τα έχουν επικαλεσθεί ειδικά με τις έγγραφες προτάσεις τους, στις οποίες είχαν γενική επίκληση των εγγράφων προτάσεών τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με "όλα τα έγγραφα που είχαν προσαγάγει".

Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται ποιοί ήταν οι αγωγικοί ισχυρισμοί για τους οποίους λήφθηκαν υπόψη έγγραφα, των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση, ποιά επίδραση ασκούσαν οι ισχυρισμοί αυτοί στο διατακτικό της αποφάσεως και ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί αυτοί, ο προβαλλόμενος εκ του άρθρου 559 αρ. 11β Κ.Πολ.Δικ.

λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη καθόσον αφορά τον τρίτο αναιρεσίβλητο Φ1.

Απορρίπτει την από 15-9-2004 αίτηση της ".... ΕΠΕ" για αναίρεση της 176/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ