Legislator Case Law & Legislation
29/2007 AI generated

29/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 29/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 29 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

29/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 29 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 29 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 29/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...... , δικηγόρου, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΒΙΟΤΕΧΝΩΝ ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) ..... , ως αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζερδελή, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19/3/2002 και 28/6/2002 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6246/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3470/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/2/2004 αίτησή της και τους από 15/9/2005 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης ανέγνωσε την από 21/10/2005 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χλαμπουτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση με αρ. 1371Γ/9.6.2006, 1372Γ/9.6.2006 και 1629Γ/2.8.2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .... , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο 1) της από 25.2.2005 αίτησης αναίρεσης με πράξης κατάθεσης και ορισμού ως δικασίμου της 8.11.2005, 2) της με αρ. πρωτ. 257/2005 βεβαίωσης του Αρείου Πάγου με την οποία βεβαιώνεται ότι η συζήτηση της άνω αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 14.11.2006 και 3) των από 15.9.2005 προσθέτων λόγων αναίρεσης, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στο πρώτο των αναιρεσιβλήτων, καλούμενο να παραστεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, αφού αυτό δεν εμφανίσθηκε κατά την άνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση αυτής παρά την απουσία του (576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", προκύπτει ότι κριτήριο για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του παρεμβαίνοντος, το οποίο κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1β ΚΠολΔ πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρέμβασης ή κατά την κατ΄ άλλο τρόπο άσκηση αυτής, είναι οι δυσμενείς σε βάρος αυτού συνέπειες της αποφάσεως, δηλαδή το δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και η διαπλαστική ενέργεια αυτής (Ολ. ΑΠ 5/2003). Επομένως, από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 83 και 329 ΚΠολΔ που ορίζουν αντίστοιχα ότι "αν η ισχύς της απόφασης στη κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78" και "η απόφαση που εκδόθηκε μεταξύ νομικού προσώπου και τρίτου και αφορά δικαιώματα ή υποχρεώσεις του νομικού προσώπου αποτελεί δεδικασμένο και απέναντι στα μέλη του ως προς τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου", συνάγεται ότι το μέλος νομικού προσώπου (σωματείου) έχει δικαίωμα σε δίκη μεταξύ του νομικού προσώπου και τρίτου, να ασκήσει υπέρ του νομικού προσώπου, με το οποίο δεν ταυτίζεται, πρόσθετη παρέμβαση, η οποία και έχει τον χαρακτήρα της αυτοτελούς, αρκούσας για τη θεμελίωσή του αιτούμενου έννομου συμφέροντος αυτού της επίκλησης της ιδιότητας αυτού ως μέλους του νομικού προσώπου. Ενόψει αυτών ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος την στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση των ένδικων αγωγών της αναιρείουσας κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου σωματείου, ασκηθείσα πρόσθετη υπέρ του τελευταίου παρέμβαση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου την οποία δήλωσε ότι ασκεί "ως μέλος του εναγομένου σωματείου και μέλος του Δ.Σ. με ειδικό έννομο συμφέρον περιουσιακής και ειδικής φύσεως", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 82 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων δικαιούται να ενεργήσει όλες εκείνες τις διαδικαστικές πράξεις που τείνουν σε υποστήριξη του συμφέροντος του διαδίκου υπέρ του οποίου παρενέβη αλλά και να αναπληρώσει παραλήψεις του τελευταίου προς αποτροπή δυσμενών γι΄ αυτόν συνεπειών. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 269 του ίδιου κώδικα που καθορίζουν τον τρόπο και χρόνο προβολής των μέσων επίθεσης και άμυνας των διαδίκων και εκείνες των άρθρων 679, 115 παρ. 3 και 591 παρ. 1γ αυτού, προκύπτει ότι για την πληρότητα της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (281 ΑΚ) και το παραδεκτό αυτής από απόψεως χρόνου προβολής της στην ειδική διαδικασία των άρθρων 677 επ. ΚΠολΔ, κατά την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον των ειρηνοδικείων και οι διάδικοι δεν υποχρεούνται σε κατάθεση προτάσεων, θα πρέπει να προτείνονται και να καταχωρούνται στα πρακτικά κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τα περιστατικά που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής με την οποία ασκείται το δικαίωμα ως καταχρηστικής (Ολ. ΑΠ 472/1983). Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ΄ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των με αριθμό 6946/18.11.2002 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων με την παραδεκτώς ασκηθείσα προφορικά (231 ΚΠολΔ) πρόσθετη παρέμβασή του υπέρ του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε την απόρριψη των κατά του τελευταίου αγωγών της αναιρεσείουσας και ως καταχρηστικών επικαλούμενος συνοπτικώς ως περιστατικά ότι η ενάγουσα έπεισε τη διοίκηση του σωματείου ότι η ίδια δεν θα μπορούσε να πάρει χρήματα περισσότερα εκείνων που θα έπαιρνε βάσει της σύμβασης που θα υπέγραφε με το σωματείο, ότι εγνώριζε ότι ο ισχυρισμός της αυτός ήταν ψευδής, ότι αν και ζήτησε για ένα εξάμηνο κατ΄ αποκοπή 60.000 δρχ. τον μήνα, τελικά με την αγωγή της διεκδίκησε τα νόμιμα και ότι το σωματείο δεν έχει πλέον περιουσιακά στοιχεία και η ενάγουσα έχει αναγγελθεί για το μόνο ακίνητό του που εκπλειστηριάσθηκε από την ....... . Τα παραπάνω περιστατικά θεμελιώνουν επαρκώς την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, αναφέρεται δε και σ΄ αυτή το αίτημα του προσθέτως παρεμβαίνοντος για απόρριψη των αγωγών. Εξάλλου παραδεκτά προβλήθηκε η εν λόγω ένσταση που προσήκει στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσιβλήτου από τον υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντα δεύτερον αναιρεσίβλητον, αφού εμφανώς εξυπηρετεί το συμφέρον του πρώτου. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης επίσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την παραπάνω ένσταση ως μη περιέχουσα τα υπό του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία και ως προβαλλόμενη εκ δικαιώματος τρίτου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, αντίγραφο δε του δικογράφου αυτού επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη και προς εκείνες των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ οι οποίες προβλέπουν τον προσδιορισμό δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για επίδοση και προπαρασκευή της υποθέσεως, ως και τη σύνταξη εκθέσεως από τον οριζόμενο εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζητήσεως για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και επιδόσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων νοείται η ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ όχι δε και η μεταγενέστερη μετ΄ αναβολήν εξ αυτής ή ματαίωση προσδιορισθείσα. Η παράλειψη δε της καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων προ της άνω προθεσμίας ή στη περίπτωση της εμπροθέσμου καταθέσεως η παράλειψη της επιδόσεως του δικογράφου αυτών προ της αυτής προθεσμίας επάγεται το απαράδεκτο αυτών για έλλειψη προδικασίας και εντεύθεν την απόρριψή τους και αυτεπαγγέλτως (ολ. ΑΠ 43/1984, 54/1984).

Εν προκειμένω από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 5.10.2005, κατατέθηκε μεν εμπροθέσμως, ήτοι τριάντα και πλέον ημέρες προ της 8.11.2005 που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου ως ημέρα συζητήσεως της αναίρεσης, επιδόθηκε όμως προς τους αναιρεσιβλήτους την 1.8.2006 και 2.8.2006, ήτοι μετά την άνω αρχική δικάσιμο και τριάντα και πλέον ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο που ορίσθηκε μετ΄ αναβολή εκ της αρχικής. Επομένως οι εν λόγω πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.2.2004 αίτηση της ..... και τους από 15.9.2005 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 3470/2003 απόφασής του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου δευτέρου αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ