Supreme Court dismisses appeal against a decision rejecting a procedural cancellation request as inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court decision that had rejected a request for procedural cancellation as inadmissible. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning and failed to properly address specific procedural errors in the proceedings. The court ruled that such decisions are final and cannot be appealed, establishing that procedural cancellation requests do not permit further appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 341(2)(c) and 546(2) of the Code of Civil Procedure; A decision on a request for procedural cancellation is final and cannot be appealed, regardless of whether the request was rejected on merits or as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 29 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 29/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ........, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ΄ αριθμ. 5001/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1510/2004.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά με αριθμό 347/11-8-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγουμε κατά το άρθρο 513 παρ. 1α του Κ.Π.Δ. με τη σχετική δικογραφία την με αριθμό και ημερομηνία καταθέσεως 384/5-7-2004 αίτηση αναιρέσεως του ........, κατά της υπ΄αριθμ. 5001/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτουμε τα ακόλουθα:
Με την προσβαλλομένη απόφαση απερρίφθη ως απαράδεκτη αίτηση ακυρώσεως (άρθρο 341 Κ.Π.Δ) του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά της υπ΄αριθμ. 3736/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί ως ανυποστήρικτη έφεσή του κατά της υπ΄αριθμ. 61997/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δυνάμει της οποίας είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών μετατραπείσα σε χρηματική ποινή προς 1.500 δραχμές ημερησίως και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών.
Κατά της ρηθείσης με αριθμό 5001/2004 αποφάσεως ο ....... άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία καταθέσεως 384/5-7-2004 αίτηση αναιρέσεως δια δηλώσεως, κατόπιν εξουσιοδοτήσεως, της πληρεξουσίας του δικηγόρου Κωνσταντίνας-Βαλεντίνας Ανδρικοπούλου ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι απαράδεκτη καθ΄όσον στρέφεται κατ΄αποφάσεως η οποία δεν υπόκειται σε αναίρεση. Ειδικώτερο:
Από τη διάταξη του άρθρου 341 παρ. 2 γ του Κ.Π.Δ. η οποία εφαρμόζεται αναλόγως στην κατ΄έφεση δίκη (άρθρο 501 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και ορίζει ότι επί της αιτήσεως ακυρώσεως διαδικασίας το δικαστήριο «αποφασίζει αμετακλήτως» σε συνδυασμό και προς τη διάταξη του άρθρου 546 παρ. 2 Κ.Π.Δ. κατά την οποία «αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο», προκύπτει ότι η απόφαση που εκδίδεται επί αιτήσεως ακυρώσεως διαδικασίας δεν υπόκειται σε αίτηση αναιρέσεως, ανεξαρτήτως αν απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως κατ΄ουσίαν ή ως απαράδεκτη. Η διάταξη αυτή, ως ειδική κατισχύει της διατάξεως του άρθρου 476 παρ. 2 Κ.Π.Δ. με την οποία ορίζεται ότι κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο (προς το οποίο προσομοιάζει και η αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας) ως απαράδεκτο, επιτρέπεται μόνον αναίρεση (ΑΠ 552/2001 Ποιν Χρ ΝΒ 121 1037/2000 Ποιν Χρ ΝΑ 255).
Πέραν όμως του ως άνω λόγου η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της 5001/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών είναι απαράδεκτη διότι δεν διαλαμβάνεται σ΄αυτή σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως, καθ΄όσον δεν αρκεί η απλή αναφορά του περί ελλείψεως αιτιολογίας της αποφάσεως αναιρετικού λόγου (άρθρο 510 παρ. 11 Κ.Π.Δ.), αλλ΄απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός της πλημμελείας αυτής, ο οποίος όμως στην υπό κρίση περίπτωση είναι ανύπαρκτος (Ολ. ΑΠ σε Συμβούλιο 19/2001 Ποιν Χρ ΝΒ 402).
Εξάλλου η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εν όσω στρέφεται και κατά της υπ΄αριθμ. 61997/2000 αποφάσεως είναι ωσαύτως απαράδεκτη. Τούτο διότι με τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δικ. ορίζεται ότι «όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά ή κήρυξε την ποινική δίωξη απαράδεκτη».
Επομένως δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που προσβάλλεται με έφεση, πολύ δε περισσότερο όταν κατ΄αυτής έχει ασκηθεί έφεση και έχει εκδοθεί ήδη απόφαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ σε Συμβούλιο 252/2001 και 223/2001 Ποιν Χρ ΝΑ 929 και 925 αντιστοίχως).
Τέλος είναι ωσαύτως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εν όσω στρέφεται και κατά της υπ΄αριθμ. 3736/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών αφού δεν διαλαμβάνεται και ως προς το σημείο τούτο σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως υπό τη ρηθείσα έννοια.
Επειδή εν όψει των ως άνω εκτεθέντων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εκ 210 Ευρώ σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 476 παρ. 1, 513 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Δια τους λόγους αυτούς-
ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό και ημερομηνία καταθέσεως 384/5-7-2004 αίτηση αναιρέσεως του ........., κατά της υπ΄αριθμ. 5001/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εκ 210 Ευρώ σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Σανιδάς
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρο 341 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠΔ, η οποία εφαρμόζεται ανάλογα και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ) και ορίζει ότι η αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας εισάγεται, χωρίς να κλητευθεί εκείνος που την υπέβαλε, στην πρώτη δικάσιμο του δικαστηρίου που δίκασε, το οποίο "αποφασίζει αμετάκλητα", σε συνδυασμό και προς τη διάταξη του άρθρου 546 παρ. 2 ΚΠΔ, κατά την οποία "αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο", προκύπτει ότι η απόφαση που εκδίδεται για την αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη ή κατ' ουσίαν.
Η διάταξη αυτή, ως ειδική, κατισχύει της διατάξεως του άρθρου. 476 παρ. 2 ΚΠΔ, με την οποία ορίζεται ότι κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο (προς το οποίο προσομοιάζει και η προαναφερόμενη αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας) ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνον αναίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 3736/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, είχε απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της υπ' αριθμ. 61997/2000 απόφασης του Tριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κατά της απόφασης του Εφετείου άσκησε αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας, η οποία όμως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ' αριθμ. 5001/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε Συμβούλιο) η κρινομένη αίτηση αναίρεσης, η οποία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, είναι απαράδεκτη, επειδή στρέφεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται σε αναίρεση.
Στην ίδια αίτηση αναίρεσης αναφέρεται ότι η εν λόγω απόφαση προσβάλλεται για έλλειψη αιτιολογίας, 2) «διότι οι συμπροσβαλλόμενες αποφάσεις 7185/2003 και 3736/2004 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών στερούνται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας» και 3) διότι η πρωτόδικη απόφασης στερείται και αυτή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Όμως, η κρινομένη αίτηση και κατά τα ανωτέρω αορίστως αναφερόμενα σε αυτή είναι απαράδεκτη, αφού δεν προκύπτει με βεβαιότητα το περιεχόμενο των δύο αποφάσεων και για ποίους λόγους στρέφεται κατά των αποφάσεων αυτών, ενώ, αναφορικά με τις εκτιθέμενες πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης, η αίτηση είναι και πάλι απαράδεκτη, αφού δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης κατά απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που προσβάλλεται με έφεση, πολύ δε περισσότερο, όπως στην προκειμένη περίπτωση που είχε ασκηθεί έφεση και έχει εκδοθεί απόφαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 384/5-7-2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5001/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2005
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ