Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment for lack of admissible grounds under Article 560 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding a banking dispute. The appellant argued the lower court erred by considering evidence not legally admissible, but the court ruled this specific ground for appeal is inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, and the costs were directed to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 560 of the Civil Procedure Code; The grounds for appeal listed in Article 560 are exhaustive, excluding those specified in Article 559 that lack a corresponding provision in Article 560.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 299 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 299/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. χας Β. Κ., το γένος Ε. Α., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρύσανθο Φράγκο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-10-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", 4) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Βρέττα και το 4ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η και 5η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06-03-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 5ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1112/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11744/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-04-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και οι πληρεξούσιοι των 1ης και 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Από τις …/6-7-2018 και …/5-7-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ευθυμίου Γκούμα και τις …/13-5-2019 και …/13-5-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της ίδιας περιφέρειας Δημητρίου Πολυζώη, που προσκομίζει η αναιρεσείουσα - οφειλέτιδα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 24-04-2018 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 15-03-2019 που είχε οριστεί αρχικά και της από 29-03-2019 βεβαίωσης του Γραμματέα αυτού του Δικαστηρίου περί αναβολής της συζήτησης από 15-03-2019 για 20-03-2020, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις τρίτη και πέμπτη (υπό τις αναγραφόμενες ιδιότητές τους) των αναιρεσιβλήτων – καθ’ ών η αίτηση - πιστώτριες της αναιρεσείουσας αντίστοιχα, που έλαβαν μέρος στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια δίκη, κατ' άρθρ. 769 εδ.
β' και 762 του ΚΠολΔ. Κατά τη δικάσιμο της 20-03-2020 η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας και προσδιορίστηκε αυτεπάγγελτα η σημερινή, με την από 14-07-2020 πράξη της Προέδρου του Τμήματος, κατ' άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020, ενώ η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο με πρωτοβουλία του Γραμματέα.
Κατά την παρούσα δικάσιμο οι πιο πάνω αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 του ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, αφού αυτές είχαν κλητευθεί κατά τις προηγούμενες δικασίμους και για τη σημερινή, αυτεπαγγέλτως ορισθείσα, δικάσιμο η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο με επιμέλεια του Γραμματέα ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ.2 του ΚΠολΔ και 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020).
[Β] Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης 11744/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδ. β' του ν.3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), προκύπτει ότι απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η από 28-07-2014 έφεση της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 1112/Φ874/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 06-03-2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 874/2012 αίτησή της για υπαγωγή στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, με την αιτιολογία ότι η αιτούσα περιήλθε από (ενδεχόμενο) δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαρ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής".
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι αυτό αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και παρ' όλα αυτά, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ.1 εδ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου μπορεί να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπώνεται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνεπώς ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 550/2010, ΑΠ 208/2020).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ.1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, κατά την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 426/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρ. 14 του ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
[Γ] Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 περ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (αναφερόμενου στην αίτηση ως 559 αρ. 1 α), με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να δεχτεί ότι η αναιρεσείουσα δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετού καταναλωτή και περιήλθε από ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία πληρωμών, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 185 του ΑΚ, του άρθρου 8 της ΚΥΑ Ζ1-699/ΦΕΚ Β 917/2010 περί καταναλωτικής πίστης (οδηγία 2008/48/ΕΚ) και εκείνη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, το πραγματικό της οποίας προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου.
Ως προς το κρίσιμο ζήτημα του δόλου της αναιρεσείουσας, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα: "Η αιτούσα, ήδη εκκαλούσα, είναι ηλικίας 68 ετών, χήρα και έχει ένα τέκνο ηλικίας 41 ετών. Έχει συνταξιοδοτηθεί ήδη από το έτος 1985 από τον ΟΤΕ στον οποίο προσέφερε τις υπηρεσίες της και λαμβάνει, τουλάχιστον κατά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αίτησης σε πρώτο βαθμό, μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές συνολικού ποσού 1.410€, αποτελούμενες τόσο από την κύρια δική της σύνταξη όσο και από τη σύνταξη του θανόντος συζύγου της και από τις επικουρικές συντάξεις αμφοτέρων.
Διαμένει σε ιδιόκτητο διαμέρισμα υπογείου ορόφου επιφάνειας 50τ.μ., που βρίσκεται στην πλατεία ..., επί της οδού ..., έτους κατασκευής 1961, αντικειμενικής αξίας 18.000€, μαζί με τον υιό της, απόφοιτο ιατρικής σχολής του εξωτερικού, ο οποίος κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης σε πρώτο βαθμό είχε ολοκληρώσει το πρώτο μέρος της ειδικότητας της ενδοκρινολογίας και βρισκόταν σε περίοδο αναμονής 4-5 ετών για την παρακολούθηση του δεύτερου μέρους και την ολοκλήρωση αυτής.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, από το έτος 1998 και εντεύθεν είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, εκ των οποίων αυτά που είναι ανέγγυα, θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ληξιπρόθεσμα, με την κοινοποίηση της αίτησης, υπολογιζόμενα με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο αυτόν, ανερχόμενων στα εξής ποσά:
1. υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης, της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ E.F.G. EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε.", από μία σύμβαση καταναλωτικού δανείου και από μία σύμβαση πιστωτικής κάρτας, οφείλει το συνολικό ποσό των 15.759,78€, μετά τόκων και εξόδων,
2. υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", α) από την υπ' αριθ..../4.7.2005 σύμβαση πιστωτικής κάρτας οφείλει το ποσό των 1.444,82€, β) από την υπ' αριθ..../25.8.2010 σύμβαση καταναλωτικού δανείου οφείλει το ποσό των 24.755,67€, γ) από την υπ' αριθ..../5.4.2008 σύμβαση καταναλωτικού δανείου οφείλει το ποσό των 196,58€, δ) από την υπ' αριθ..../20.8.2010 σύμβαση καταναλωτικού δανείου οφείλει το ποσό των 880,09€, ε) από την υπ' αριθ..../6.11.2010 σύμβαση καταναλωτικού δανείου οφείλει το ποσό των 106,14€ και στ) από την υπ' αριθ..../20.8.2010 σύμβαση καταναλωτικού δανείου οφείλει το ποσό των 337,30€, δηλαδή οφείλει το συνολικό ποσό των 27.720,60€, μετά τόκων και εξόδων,
3. υπέρ της τρίτης εφεσίβλητης της "ALPHA BANK Α.Ε.", για τις απαιτήσεις της ίδιας από πέντε συμβάσεις πιστωτικής κάρτας οφείλει το ποσό των 20.114,94€, και ως καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", από ένα καταναλωτικό δάνειο και από δύο συμβάσεις πιστωτικών καρτών, οφείλει το ποσό των 11.283,94€, ήτοι συνολικά οφείλει το ποσό των 31.398,88€, μετά τόκων και εξόδων,
4. υπέρ της τέταρτης εφεσίβλητης της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", για τις απαιτήσεις της ίδιας από ένα καταναλωτικό δάνειο και από δύο συμβάσεις πιστωτικών καρτών, οφείλει το ποσό των 34.660,17€ και ως ειδική διάδοχος της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", από δύο συμβάσεις πιστωτικών καρτών, οφείλει το ποσό των 33.598,58€, ήτοι συνολικά οφείλει το ποσό των 68.258,75€, μετά τόκων και εξόδων, και
5. υπέρ του πέμπτου εφεσίβλητου του νομικού προσώπου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", από σύναψη επισκευαστικού δανείου, οφείλει το ποσό των 17.268,31€.
Οι ανέγγυες δε απαιτήσεις της εκκαλούσας έπαυσαν να εκτοκίζονται από την επίδοση του δικογράφου της αίτησης προς τις ως άνω δανείστριες. Από το σύνολο των ανωτέρω, συνάγεται ότι η συνολική οφειλή της εκκαλούσας προς τις ανωτέρω πιστώτριες τράπεζες ανέρχεται στο ποσό των 160.657,70€ περίπου, η οποία προέρχεται από τις ως άνω είκοσι δύο συνολικά συμβάσεις καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, που σύνηψε με επτά διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα.
Από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα της εκκαλούσας προκύπτει ότι το ετήσιο εισόδημά της ανερχόταν το έτος 2002 στο ποσό των 17.040,22€, το έτος 2003 στο ποσό των 17.101,07€, το έτος 2004 στο ποσό των 18.612,63€, το έτος 2005 στο ποσό των 19.189,68€, το έτος 2006 στο ποσό των 20.014,85€, το έτος 2007 στο ποσό των 20.924,90€, το έτος 2008 στο ποσό των 21.905,86€, το έτος 2009 στο ποσό των 22.407,20€, το έτος 2010 στο ποσό των 21.663,16€, το έτος 2011 στο ποσό των 21.259,04€, το έτος 2012 στο ποσό των 20.601,44€.
Το έτος 2013 μειώθηκε στο ποσό των 17.194,13€, το έτος 2014 στα 16.980,66€, το έτος 2015 στα 16.816,20€ και ήδη το έτος 2016 στο ποσό των 15.816,55€. Μεγάλο δε μέρος των ανωτέρω οφειλών είναι ληξιπρόθεσμες, άλλες έχουν καταγγελθεί, ενώ για άλλες έχουν εκδοθεί και διαταγές πληρωμής. Η αιτούσα επιχειρεί να αιτιολογήσει το πλήθος των πιστωτικών συμβάσεων που συνήψε με τα ανωτέρω τραπεζικά ιδρύματα, επικαλούμενη ότι το έτος 1998, μετά το θάνατο του συζύγου της, επιβαρύνθηκε η ίδια με τη συντήρηση και την κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών του υιού της, ο οποίος κατά το χρονικό διάστημα από το 1994 έως το 2005 σπούδαζε στην Ουγγαρία ιατρική, και ότι την ίδια περίοδο η ίδια εμφάνισε προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα πολύποδα ενδομητρίου που της προκαλούσε αιμορραγίες, για την αντιμετώπιση των οποίων χρειάστηκε να νοσηλευθεί αρκετές φορές, κατά τα έτη 1998, 1999, 2001, 2006, 2008 και 2010, σε δημόσια νοσοκομεία.
Ωστόσο, τα ως άνω γεγονότα από μόνα τους, και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη σύναψη των καταναλωτικών δανείων και το συνολικό ποσό με το οποίο χρηματοδοτήθηκε η αιτούσα και κατ' επέκταση την κατά τον παρόντα χρόνο πραγματική αδυναμία εξυπηρέτησης των οφειλών στην οποία έχει περιέλθει, έτσι ώστε να θεωρηθεί αυτή ανυπαίτια, καθόσον καταρχήν, παρά το θάνατο του συζύγου της, αυτή λάμβανε σύνταξη χηρείας ποσού 720€, που υποκαθιστούσε, κατ' επαρκές τουλάχιστον μέρος, τη συνεισφορά που είχε ο σύζυγός της όσο τελούσε εν ζωή στις οικογενειακές ανάγκες και στα έξοδα συντήρησης και εκπαίδευσης του τέκνου τους.
Εξάλλου, όσον αφορά το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η αιτούσα, η ίδια νοσηλεύεται σε δημόσια νοσοκομεία, τα οποία της παρέχουν επαρκή περίθαλψη, επομένως, η σχετική δαπάνη καλύπτεται από τον ασφαλιστικό της οργανισμό, στοιχείο το οποίο αναιρεί τον έμμεσο ισχυρισμό της ότι μέρος των ποσών που δανείστηκε δαπανήθηκε για την κάλυψη της εν λόγω προσωπικής της ανάγκης.
Η ανωτέρω δε συμπεριφορά της αιτούσας, η οποία λάμβανε κατά το χρόνο σύναψης των καταναλωτικών συμβάσεων σχετικά ικανοποιητικά εισοδήματα, βάσει της κατάθεσής της, ποσού 1.600€, συνυπολογιζόμενης στο εν λόγω ποσό και της σύνταξης χηρείας που λάμβανε, για να συντηρήσει τον εαυτό της και τον υιό της, οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι αυτή γνωρίζοντας ότι δεν ανέμενε αύξηση των εισοδημάτων της αυτών, καθόσον ήταν συνταξιούχος ήδη από το 1985, προέβλεψε την αδυναμία της να ανταποκριθεί στην πληρωμή των χρεών της καθόσον συνολικά και κατ' αποτέλεσμα η μηνιαία εξυπηρέτηση αυτών ποσού 2.000€, βάσει της αίτησης, υπερέβαινε τα εν λόγω εισοδήματά της ακόμη και πριν από τη μείωση αυτών λόγω των οικονομικών περικοπών των συντάξεων, για την κάλυψη μάλιστα των οποίων δεν μπορούσε να προσδοκά άμεσα στην οικονομική στήριξη άλλου προσώπου, λόγω και της αναμενόμενης μακροχρόνιας επαγγελματικής αποκατάστασης του υιού της, και παρά ταύτα αποδέχτηκε το ως άνω αποτέλεσμα, διογκώνοντας αλόγιστα το παθητικό της περιουσίας της και αψηφώντας τις συνέπειες.
Η ίδια, άλλωστε, στο ιστορικό της αίτησής της συνομολογεί ότι προκειμένου να ανταπεξέλθει στις δικές της αυξημένες ανάγκες και της οικογενείας της, αναγκάστηκε να καταφύγει περισσότερο απ' όσο επέτρεπε η οικονομική της κατάσταση στον τραπεζικό δανεισμό, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση ως προς τις δυνατότητες αποπληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων.
Περιήλθε, επομένως, αυτή σε δόλια αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, καθώς προέβη σε ενέργειες που εν γνώσει της χειροτέρευσαν την οικονομική της κατάσταση, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας. Η εκκαλούσα, επομένως, δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετούς καταναλώτριας, διότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο προώθησης των τραπεζικών προϊόντων, αυτή προέβαινε τακτικά στην εκτεταμένη απόλαυση υπέρμετρων τραπεζικών αγαθών μέσω δανείων και πιστωτικών καρτών, χωρίς να έχει κάποιον ιδιαίτερο λόγο ή ανάγκη, αφού κατά τα προαναφερόμενα, το εισόδημά της από τη δική της σύνταξη και του θανόντος συζύγου της ήταν ικανοποιητικό για την αντιμετώπιση των βιοτικών αναγκών της και για τη συντήρηση του υιού της.
Αντιθέτως, αντί να φροντίσει να τερματίσει ή τουλάχιστον να περιορίσει το οικονομικό της αδιέξοδο με την έγκαιρη εξόφληση των εκάστοτε χρεώσεων των πιστωτικών καρτών και των ληξιπρόθεσμων δόσεων των υπολοίπων δανείων, από το εισόδημά της, ώστε να μην επιβαρύνεται άλλο με τόκους έξοδα κ.λπ., αυτή συνέχιζε να δανείζεται παρ ό,τι διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία του αποπληρωμής των υποχρεώσεών της στο μέλλον, αποδεχόμενη αυτό ως επακόλουθη συνέπεια.
Ισχυρίζεται δε η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της - σχετικά με την υπερχρέωσή της - ότι δολιότητα νοείται μόνον όταν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους της τράπεζας, προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψήφιων πελατών τους και ότι τα πιστωτικά ιδρύματα είχαν υποχρέωση να αξιολογήσουν εκ των προτέρων την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητά της.
Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί, διότι ο δόλος αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή μη του οποίου δεν μπορεί να κριθεί από τη συμπεριφορά έτερου προσώπου και δη της τράπεζας, αλλά από τη συμπεριφορά του ιδίου του καταναλωτή. Και βεβαίως, η τράπεζα οφείλει να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψηφίου πελάτη της, τυχόν όμως παράλειψή της να το πράξει δεν αίρει το δόλο του καταναλωτή, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επιλέγει ή όχι να συναλλαχθεί με την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία, χωρίς, επομένως, να τίθεται ζήτημα συνυπαιτιότητας αυτής.
Κατόπιν των ανωτέρω, ο επαναφερόμενος με τις προτάσεις τους ισχυρισμός των παρισταμένων εφεσίβλητων ότι η εκκαλούσα - αιτούσα εκ δόλου περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών, πρέπει να γίνει δεκτός".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχει περίπτωση ενδεχόμενου δόλου της αναιρεσείουσας κατά το χρόνο ανάληψης των χρεών της, δεχόμενο ότι με τις πράξεις και τις παραλείψεις της προέβλεπε ότι οδηγείτο σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως δεν άλλαξε τη συμπεριφορά της, συνεχίζοντας να δανείζεται και αποδεχόμενη το αποτέλεσμα, ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α' του ν. 3869/2010, στην οποία ορθά υπήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, ούτε κάποια άλλη από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Οι περαιτέρω αιτιάσεις ότι το παραπάνω δικαστήριο εσφαλμένα δέχτηκε την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπό της, ως προς την περιέλευσή της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, γιατί οι πιστωτές, κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορούσαν να απορρίψουν τις προτάσεις της για τη σύναψη δανειακών συμβάσεων, οι ίδιοι, με καταιγιστικές διαφημίσεις και με φορτικότητα προσπαθούσαν να προωθήσουν τα προϊόντα τους αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο, ενώ αυτή έλαβε τα δάνεια μετά από έλεγχο της πιστοληπτικής της ικανότητας με βάση τα στοιχεία που η ίδια προσκόμισε και χωρίς να μπορεί να διαμορφώσει τους συμβατικούς όρους, κρίνονται απορριπτέες, καθόσον, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω μείζονα σκέψη, κρίσιμο για την κατάφαση δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη είναι η πρόθεσή του και μόνον χωρίς να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία που ανάγονται στη σφαίρα του πιστωτή.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη διαφορά ως εκ του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι η απαρίθμηση των προβλεπόμενων σ' αυτή λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική και ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων μπορούν να προβληθούν μόνον οι προαναφερθέντες λόγοι. Λόγοι προβλεπόμενοι από τη διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για τους οποίους δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως ο λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν μπορούν να προβληθούν (ΑΠ 401/2019, ΑΠ 97/2013).
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με αιτίαση ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν έλαβε υπόψη του νομίμως προσκομισθέντα από αυτή αποδεικτικά μέσα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β' εδ. δ' του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται" και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-4-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 51393/84/2018) αίτηση για αναίρεση της 11744/2017 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ