Supreme Court dismisses appeal claiming appellate court's finding of alternative access route is procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Corinthian Multi-member District Court regarding a servitude dispute. The appellant argued that the appellate court erred by finding an alternative access route existed, contradicting the lower court's initial finding, and claimed this constituted a procedural violation under Article 522 of the Code of Civil Procedure. The court ruled that such a finding is a matter of substantive law rather than procedural law, meaning it does not trigger the grounds for appeal under Article 559, and thus the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 559 of the Code of Civil Procedure: A finding by the appellate court regarding the existence of an alternative access route constitutes a determination of substantive law, not a procedural error, and therefore does not provide grounds for an appeal under Article 559.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 299 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 299/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Κωστή.
Του αναιρεσίβλητου : Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κονομόδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 582/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 10/2013 μη οριστική 143/2015 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την κρινόμενη από 12/09/2016
αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 143/2015 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 09-02-2006 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος Χ.
Μ. στρεφόμενος κατά του αναιρεσείοντος Γ. Σ., ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η δουλεία διελεύσεως (διόδου), που αναγνωρίσθηκε υπέρ του ακινήτου του αναιρεσείοντος και σε βάρος του δικού του ακινήτου, με την αριθμ.75/2002 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, έχει αποσβεστεί, λόγω επιγενόμενης επάρκειας του δεσπόζοντος ακινήτου, αλλιώς λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του εναγομένου ένεκα της επάρκειας αυτής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 582/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου που απέρριψε την αγωγή. Ασκήθηκε εκ μέρους του ενάγοντος έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 10/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως και τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, μετά δε τη διενέργειά της εκδόθηκε από το άνω Δικαστήριο η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης 143/2015 απόφαση, που δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε ακολούθως την αγωγή, και αναγνώρισε ότι η ένδικη δουλεία διελεύσεως (διόδου) έχει αποσβεστεί.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). II. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 70, 216 ΚΠολΔ, 1033, 1192, 1118, 1119, 1121 και 1136 ΑΚ προκύπτει ότι για το ορισμένο και τη θεμελίωση της αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι έχει αποσβεστεί η περιγραφόμενη δουλεία διόδου, λόγω επάρκειας του δεσπόζοντος ακινήτου, αρκεί να εκτίθεται στην αγωγή ότι ο ενάγων είναι κύριος του δουλεύοντος ακινήτου είτε κατά τρόπο παράγωγο με βάση συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα, είτε κατά τρόπο πρωτότυπο, και ότι έχει παύσει η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου, καθόσον τούτο απέκτησε αυτάρκεια (ΑΠ1630/2009,1193/1997).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και συνακόλουθα κατ' άρθρο 560 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου καθώς και απόφασης του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του Πρωτοδικείου, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του.
Η ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. και συνακόλουθα από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ίδιου κώδικα , η δε ποιοτική με βάση τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, η οποία όμως δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αναιρέσεως κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων που προβλέπονται περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 886/2018,1452/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.) ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε, εκτός άλλων, ότι είναι κύριος, νομέας και κάτοχος, δυνάμει του ... παραχωρητηρίου του συμβολαιογράφου Κλεωνών Κ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου, μιας ισόγειας οικίας 114,60 τμ, μετά του οικοπέδου της, συνολικής εκτάσεως 516,79 τ.μ., που βρίσκεται στο χωριό …του τέως Δήμου Κλεωνών, όπως αυτό λεπτομερώς περιγράφεται κατά τα όριά του, ότι υπέρ του ακινήτου του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, που επίσης περιγράφεται και σε βάρος του δικού του ακινήτου έχει συσταθεί από το έτος 1962 οιονεί νομή δουλείας διόδου, όπως αυτή λεπτομερώς περιγράφεται και ότι το δεσπόζον ακίνητο, μετά τη σύσταση της δουλείας αυτής και τη διάνοιξη των κοινόχρηστων δημοτικών δρόμων, ανατολικά και νότια αυτού, που αναφέρονται σ'αυτήν (αγωγή), έχει αποκτήσει έξοδο προς αυτούς, εξυπηρετείται δε κατά τον ίδιο τρόπο και μέτρο από τους πιο πάνω δρόμους και ότι συνεπώς και έχει αυτάρκεια.
Ζήτησε, δε, κατόπιν τούτου, να αναγνωριστεί ότι έχει αποσβεστεί το δικαίωμα της πραγματικής δουλείας διελεύσεως( διόδου) του εναγομένου. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αξιούμενα από τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ και 281, 1033,1118,1124,1125,1136 και 1192 ΑΚ στοιχεία για την δικαστική εκτίμηση αυτής και είναι ορισμένη, καθόσον δεν απαιτείται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα πρόταση, να αναφέρεται σ'αυτήν ο τρόπος σύστασης της ένδικης δουλείας, ενώ γίνεται μνεία ότι το δεσπόζον ακίνητο απεκτησε αυτάρκεια μετά τη σύσταση, που έγινε κατ'έτος 1962, της επίδικης δουλείας, με τη διάνοιξη το έτος 1990 των δημοτικών δρόμων, ως προς δε τον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας στο δουλεύον ακίνητο από τον ενάγοντα αναφέρεται ο τίτλος κτήσης του και ότι αυτός μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κλεωνών, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται στην αγωγή ο τόμος και ο αριθμός εγγραφής του τίτλου του στα ως άνω βιβλία, ούτε το όνομα του δικαιοπαρόχου του (έναγοντος), και ότι αυτός ήταν κύριος του δουλεύοντος ακινήτου, αφού δεν πρόκειται για αγωγή κυριότητας ακινήτου (διεκδικητική ή αναγνωριστική), αλλά για αγωγή αποσβέσεως δουλείας, λόγω επιγενόμενης επάρκειας του δεσπόζοντος ακινήτου.
Έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ως ορισμένη την αγωγή, απορρίπτοντας (σιωπηρά) την σχετική περί αοριστίας της αγωγής ένσταση του εφεσιβλήτου- εναγομένου, δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άνω άρθρων του ΑΚ απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος και συνακόλουθα δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές, λόγω αοριστίας της αγωγής.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, που υποστηρίζει τα αντίθετα (όχι δε και από τον αριθμό 5, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
III. O λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Έτσι, εάν στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία γίνεται μνεία περί υπάρξεως ή μη υπάρξεως δεδικασμένου, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ και το ταυτόσημο με αυτό άρθρο 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ., αλλά τότε μόνο όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, τον ισχυρισμό δε τούτο, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το Δικαστήριο και συγχρόνως ανέφερε στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο Εφετείο τον ως άνω ισχυρισμό (ΑΠ ολομ.1339/1985, ΑΠ909/2014).
Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔικ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και, συνακόλουθα, το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία έχει αυτό παραχθεί δεν επιτρέπεται να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης.
Η απαγόρευση αυτή λειτουργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό δικαίωμα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβασή ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.
Εξάλλου η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, και κατά το μέρος του, από το άρθρο 560 αριθ.5 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο , και δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατ'ουσίαν την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί αποσβέσεως της δουλείας διόδου, που έχει συσταθεί σε βάρος του ακινήτου του (δουλεύον) και υπέρ του όμορου ακινήτου του εναγομένου (δεσπόζον), λόγω επιγενόμενης αυτάρκειας του τελευταίου, παραβίασε το προκύπτον δεδικασμένο, από την υπ'αριθμ. 217/2003 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (από παραδρομή αναφέρει Αθηνών), που δίκασε ως Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την ασκηθείσα από τον εναγόμενο έφεση κατά της 75/2002 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Ειρηνοδικείου Κορίνθου (από παραδρομή και πάλι αναφέρει Ειρηνοδικείο Αθηνών), που είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ασκηθείσα από τον ήδη αναιρείοντα -εναγόμενο Γ.
Σ. κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου- ενάγοντος αγωγή και τον αναγνώρισε, ενόψει της σχετικής αμφισβήτησης του δικαιώματός του από τον τελευταίο (αναιρεσίβλητο-ενάγοντα), δικαιούχο οιονεί νομής πραγματικής δουλείας διελεύσεως της ήδη επίδικης εδαφικής λωρίδας, ως προς τα γενόμενα δεκτά : << ότι υφίσταται ανάγκη διελεύσεώς του (Γ.
Σ.) από την επίδικη δίοδο, καθώς και ότι το υπάρχον άνοιγμα στην ανατολική πλευρά και επί του μανδρότοιχου που περικλείει την ιδιοκτησία του( Γ. Σ.) δεν εξυπηρετεί καθ'όμοιο τρόπο τις ανάγκες του δεσπόζοντος ακινήτου του>> που έχουν κριθεί τελεσίδικα με την άνω απόφαση. Ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου είχε αναφερθεί διηγηματικά από τον εναγόμενο- αναιρεσείοντα στις προτάσεις του τόσο στο Πρωτοβάθμιο όσο και στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και θα μπορούσε, παρά τη μη ευθεία προβολή του, να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα από τα άνω Δικαστήρια, συνεπώς ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, ορθά υπάγεται στην από το άρθρο 560 αριθ.5 ΚΠολΔ.
πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ερεύνησε τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων δεδικασμένου, υπό τις ως άνω αιτιάσεις. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, ερειδόμενος στην μη παράγουσα δεδικασμένο ως προς τις άνω αναφορές της υπ' αριθμ.217/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ήταν αλυσιτελής και ορθά το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο δεν απάντησε σ' αυτόν, αφού τούτο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε μη νομίμους και αλυσιτελείς ισχυρισμούς, μη ιδρυομένου από την παράλειψη αυτή λόγου αναιρέσεως.
Και τούτο, διότι με την αριθμ. 75/2002 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, (Ειρηνοδικείου Κορίνθου) που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 217/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, ο αναιρεσείων αναγνωρίσθηκε οιονεί νομέας δουλείας διελεύσεως (διόδου) στην επίδικη εδαφική λωρίδα και, επομένως, δεδικασμένο υφίσταται μεταξύ των διαδίκων για την αναγνώριση του άνω δικαιώματος, αφού για την έννομη αυτή σχέση έκρινε οριστικά η απόφαση, τα δε διηγηματικά αναφερόμενα στην απόφαση αυτή: <<το μεν για την αναγκαιότητα διέλευσης του αναιρεσείοντος από την επίδικη δίοδο , το δε ότι το υπάρχον άνοιγμα στην ανατολική πλευρά και επί του μαντρότοιχου που περικλείει αυτήν δεν εξυπηρετεί επαρκώς την είσοδο και μεταφορά πραγμάτων στον ημιυπόγειο χώρο της οικίας του>>, αναφέρονται πλεοναστικά και δεν συνιστούν αιτιολογίες για την αναγνώριση του δικαιώματος της υφιστάμενης δουλείας διόδου, που κρίθηκε, ενώ δεν στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεως, ούτε αφορούν σε ισχυρισμούς που καλύπτονται από το δεδικασμένο (άρθρ.330ΚΠολΔικ).
Ενόψει τούτων δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος και ερειδόμενος στην αναφερόμενη στην νομική σκέψη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., αφού δεν υφίστατο το επικαλούμενο δεδικασμένο, που να δεσμεύει την ένδικη υπόθεση αντικείμενο της οποίας είναι η απόσβεση της άνω δουλείας διόδου, λόγω επιγενόμενης αυτάρκειας του δεσπόζοντος ακινήτου του αναιρεσείοντος και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη.
Επομένως το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν απάντησε στον αλυσιτελή αυτό ισχυρισμό, δεν υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς την άνω αιτίαση είναι αβάσιμος.
IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι η δουλεία διόδου, αποσβήνεται αν η άσκησή της καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος, γιατί το τελευταίο απέκτησε αυτάρκεια ή κατ' άλλη έκφραση, όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη.
Έτσι ,αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο και το ίδιο ευχερώς από άλλη οδό, υπό την έννοια ότι απέκτησε πλέον πρόσοψη και άμεση πρόσβαση σε κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο και εξυπηρετείται πλέον από αυτόν παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί η τελευταία δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.
Πρέπει, δηλαδή, η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, γιατί αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ' εφαρμογή του αδιαιρέτου των δουλειών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1122, 1130, 1131 και 1138 ΑΚ διατηρείται ακέραιη (ΑΠ338/2019, 641/2018). Προσέτι, η παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, που εξασφαλίζεται με την ύπαρξη πρόσοψης αυτού και την άμεση πρόσβαση και εξυπηρέτησή του από κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αποτελεί και νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πραγματικής δουλείας, γιατί υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων.
Η περίπτωση, δηλαδή, αυτή υφίσταται μόνον, αν η άσκηση της δουλείας κατέστη πλέον μάταιη και περιττή, άνευ ετέρου (ΑΠ 431/2017, ΑΠ 618/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Κανόνας δε ουσιαστικού δικαίου είναι η διαταγή της πολιτείας, η οποία αφού εκφραστεί με τους νόμιμους τύπους και δημοσιευθεί, περιέχει υποχρεωτικό για όλους κανόνα, που ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των προσώπων ή της Πολιτείας. Αντίθετα, η παραβίαση των δικονομικών διατάξεων δεν δημιουργεί το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κάποιο δικονομικό κανόνα είναι απαράδεκτος. Δικονομικοί δε κανόνες είναι εκείνοι που καθορίζουν τα όργανα και τον τρόπο της παροχής ή της πραγματοποιήσεως της έννομης προστασίας, όπως αυτή προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο ή της επιβολής των κυρώσεων για την παράβαση ή μη τήρηση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η ως άνω διάταξη είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, καθόσον με αυτή ιδρύεται η δικονομική αρχή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, κατά την οποία σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δεν προβάλλονται με λόγο εφέσεως από το διάδικο, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο, η εξουσία του οποίου οριοθετείται αποκλειστικά από τους λόγους εφέσεως, κύριους ή πρόσθετους, οι οποίοι προτείνονται από τον εκκαλούντα.
Η παράβαση της δικονομικής αυτής αρχής ιδρύει κατά της εφετειακής απόφασης τους από τα άρθρα 559 αριθ. 8 και 560 αριθμ.5 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων (λόγων έφεσης) που δεν προτάθηκαν ενώπιον αυτού νομίμως( ΑΠ613/2016,603/2016, 1659/2012). Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης, που είναι ταυτόσημος με εκείνο του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ίδιου κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ' ' Πράγματα' ', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 8/2013, 14/2004).
Αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43/1990) ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου560 αριθμ. 6 ,που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔικ, και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.24/1992).
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι, κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Συνακόλουθα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν ισχυρισμούς τους (ΑΠολ.24/1992, ΑΠ 1819/2017, ΑΠ 43/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την ένδικη αναγνωριστική αγωγή αποσβέσεως δουλείας: << Ο ενάγων και ήδη εκκαλών είναι κύριος ενός ακινήτου συνολικής έκτασης 516,79 τ.μ.
με ισόγειο οικία εντός αυτού, που βρίσκεται στο χωριό ... και ορίζεται ανατολικά με ιδιοκτησία εναγομένου και δημοτικό δρόμο, δυτικά με δημοτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία Π. και νότια με ιδιοκτησία Κ.. Ο ενάγων - εκκαλών απέκτησε αυτό, δυνάμει του με αρ. ... παραχωτητήριου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κλεωνών Κ.
Δ., που έχει νόμιμα μεταγράφει στα οικεία βιβλία του … Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου. Ο εναγόμενος - εφεσίβλητος αντίστοιχα είναι κύριος όμορου προς τη νότια πλευρά ακινήτου που απέκτησε με κληρονομιά από την μητέρα του Ε. Σ., δυνάμει της από ... ιδιόγραφης διαθήκης, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αρ.195/95 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, αποδέχθηκε δε με την αρ. ...
πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Ι. Κ.. Δυνάμει της με αριθμ. 75/02 οριστικής και 217/03 τελεσίδικης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου αντίστοιχα, αναγνωρίσθηκε υπέρ του ακινήτου του εναγομένου, ως δεσπόζοντος, και σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος, ως δουλεύοντος, πραγματική δουλεία διόδου σε εδαφική λωρίδα ιδιοκτησίας του ενάγοντος, πλάτους 2 μέτρων και μήκους 9,60 μέτρων, που συνορεύει βόρεια και δυτικά με ενάγοντα, νότια με εναγόμενο και ανατολικά με δημοτική οδό.
Ήδη δε, ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του, ισχυρίζεται ότι υφίσταται πραγματικός λόγος κατάργησης της δουλείας αυτής, διότι το ακίνητο του εναγομένου εξυπηρετείται από δύο άλλες διόδους, όπως ειδικότερα περιγράφονται στην αγωγή. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό αυτό αποδείχθηκαν τα εξής: Το ακίνητο του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου έχει δύο προσόψεις σε δημοτική οδό, ήτοι μία (1) στην ανατολική και μία στην νότια πλευρά του.
Ειδικότερα, στην ανατολική πλευρά του εν λόγω ακινήτου του εναγομένου υπάρχει διανοιγμένη και ασφαλτοστρωμένη δημοτική οδός με μικρή, κλίση καθώς και σημείο εισόδου με μικρό σκαλοπάτι, που επιτρέπει την πεζή διέλευση, και, με τυχόν κατασκευή μικρής ράμπας, και τη διέλευση με μοτοποδήλατο ή μοτοσυκλέτα.
Περαιτέρω, δυνατότητα πρόσβασης στο εν λόγω ακίνητο παρέχεται και από τη νότια πλευρά, όπου υφίσταται σημείο εισόδου με ωφέλιμο πλάτος περί τα 1,75 μ. Στο σημείο αυτό, δυτικά, υπάρχει χτισμένος ξυλόφουρνος και ανατολικά υπάρχει τσιμεντένιος τοίχος αντιστήριξης για το νοτιοανατολικό όμορο οικόπεδο το οποίο βρίσκεται σε υψηλότερο υψόμετρο με απότομη υψομετρική διαφορά περί το 1,5 μέτρο, υφίσταται δηλαδή πρανές.
Η εν λόγω είσοδος τυγχάνει επαρκής για πεζή διάβαση και διέλευση με μοτοποδήλατο ή μοτοσυκλέτα. Εξάλλου, το πλάτος της επίδικης διόδου (2μ) ενδεικνύει ότι η επίδικη δουλεία έχει σκοπό την εξυπηρέτηση κυρίως πεζής διέλευσης, ενώ είναι δυνατή και η διέλευση με μοτοποδήλατο/μοτοσικλέτα, ήτοι εξυπηρετεί τους τρόπους πρόσβασης που καθίσταται δυνατό να εξυπηρετηθούν και εκ των ως άνω δύο διόδων.
Τα παραπάνω επιρρωνύονται και από την από 17.3.2014 και με αριθμό κατάθεσης. 4/2014 πραγματογνωμοσύνη του τοπογράφου μηχανικού Α. Π. του Α., η οποία διατάχθηκε δυνάμει της υπ'αριθμ. 10/2013 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία το ακίνητο εναγομένου δεν εξυπηρετείται μόνο από την επίδικη εδαφική λωρίδα, που έχει πλάτος 2 μέτρων, μήκος 9,60 μέτρων και συνορεύει βόρεια και δυτικά με το ακίνητο του ενάγοντος, νότια με ακίνητο του εναγομένου και ανατολικά με δημοτική οδό, αλλά πλέον και από την διανοιγμένη ασφαλτοστρωμένη δημοτική οδό στη ανατολική πλευρά του, ενώ παράλληλα διαπιστώθηκε ότι αντίστοιχη δυνατότητα παρέχεται και από την πρόσοψή του που βρίσκεται στη νότια πλευρά του και συνορεύει με διανοιγμένη δημοτική οδό.
Με βάση τα ως άνω πορίσματα, στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης διατυπώνεται το συμπέρασμα ότι το ακίνητο του εναγομένου μπορεί να εξυπηρετηθεί ευχερώς και λειτουργικώς από την πρόσοψή του που βρίσκεται στη νότια πλευρά του και συνορεύει με διανοιγμένη δημοτική οδό, με την υπόμνηση ότι την εν λόγω διέλευση, που αφορά πεζή διάβαση, αλλά και διέλευση με μοτοποδήλατο/μοτοσυκλέτα, δεν επηρεάζουν οι υψομετρικές διαφορές που κατεγράφησαν κατά τις τοπογραφικές εργασίες.
Ενόψει των ανωτέρω, παρέπεται ότι η επίδικη δουλεία διόδου σε εδαφική λωρίδα ιδιοκτησίας του ενάγοντα, δεν αποτελεί την μόνη δίοδο για την προσπέλαση και εξυπηρέτηση του ακινήτου του εναγομένου, καθώς υφίστανται εναλλακτικές δίοδοι, η αξιοποίηση των οποίων ανταποκρίνεται στη χρήση του εν λόγω ακινήτου και συνεπώς, ένεκα της παύσεως της παροχής ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος, δια της αποκτήσεως εκ μέρους του τελευταίου αυτάρκειας, έπαυσε ο λόγος ύπαρξης της δουλείας και συντρέχει νόμιμος λόγος να αναγνωρισθεί και να κηρυχθεί το δικαίωμα πραγματικής δουλείας υπέρ του ακινήτου του εναγομένου αποσβησμένο>>.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση και δέχθηκε κατ'ουσίαν την ένδικη αγωγή , με την οποία ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι έχει αποσβεστεί η συσταθείσα σε βάρος του ακινήτου του ένδικη δουλεία διόδου.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόσβεσης του δικαιώματος πραγματικής δουλείας διόδου του αναιρεσείοντος, αφού εξέθεσε σ'αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και, ειδικότερα, ότι το δεσπόζον ακίνητο του αναιρεσείοντος κατά τον ίδιο τρόπο, κατά το ίδιο μέτρο και το ίδιο ευχερώς εξυπηρετείται και από άλλη δίοδο, που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά αυτού( ακινήτου) και απολήγει σε διανοιγμένη κοινοτική οδό, επιτρέπει δε τη διέλευση πεζή , καθώς και τη διέλευση με μοτο/το ή μοτο/τα, με την κατασκευή μικρής ράμπας.
Το ότι δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, << ο χρόνος δημιουργίας της ευρισκόμενης στην ανατολική πλευρά του δεσπόζοντος ακινήτου εναλλακτικής εισόδου ούτε το πλάτος αυτής>> δεν καθιστά ελλιπείς -ανεπαρκείς τις αιτιολογίες της, καθόσον κρίσιμο ζήτημα για την απόσβεση της ένδικης δουλείας διόδου είναι το γεγονός ότι μετά τη συστασή της το δεσπόζον ακίνητο του αναιρεσείοντος απέκτησε πρόσοψη και άμεση πρόσβαση στον διερχόμενο ανατολικά τούτου δημοτικό δρόμο, εξυπηρετούμενο πλέον από αυτόν, κατά τον ίδιο τρόπο, κατά το ίδιο μέτρο και το ίδιο ευχερώς, έτσι ώστε η επίδικη δίοδος να μην του παρέχει πλέον χρησιμότητα.
Οι αιτιολογίες αυτές, που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν και εφαρμόσθηκαν.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο (δεύτερο μέρος), δεύτερο, κατά ένα μέρος, και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ελλιπών- ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόσβεσης του δικαιώματός του δουλείας διελεύσεως δια μέσου του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, είναι αβάσιμα.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις, που αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στη μη αιτιολόγηση της αποδοχής ή όχι των αποδεικτικών μέσων, και δη δικαστικών αποφάσεων, που εκδόθηκαν σε άλλες, μεταξύ των διαδίκων, δίκες, της τεχνικής έκθεσης του μηχανικού Θ.Σ. και των μαρτυρικών καταθέσεων, καθώς και στη μη επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα , πλήττουν την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, είναι, δε για το λόγο αυτό, απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Με τον πρώτο (πρώτο μέρος) εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, περί των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως ,άλλως ισχυρίζεται ότι ,σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ.5 ΚΠολΔ., διότι έλαβε υπόψη του πράγμα, δηλαδή, λόγο έφεσης που δεν προτάθηκε και αφορά σε γεγονός που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι αν και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Ειρηνοδικείο Κορίνθου, κατέληξε σε αντίθετη προς τους αγωγικούς ισχυρισμούς παραδοχή ότι, δηλαδή, το δεσπόζον ακίνητο του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος δεν εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και το ίδιο ευχερώς και από την προτεινόμενη με την αγωγή δεύτερη δίοδο, που βρίσκεται στη νότια πρόσοψη του δουλεύοντος ακινήτου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και ότι κατά το κεφάλαιο αυτό η εν λόγω απόφαση δεν εξεκλήθη με λόγο έφεσης από τον τελευταίο, εν τούτοις το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, κατέληξε σε παραδοχή αντίθετη ότι, δηλαδή, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται εναλλακτικά και από τη δίοδο αυτή, η οποία ανταποκρίνεται στη χρήση του εν λόγω ακινήτου, παρέχοντάς του αυτάρκεια.
Σύμφωνα ,όμως, με τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση, η ιδρύουσα την αρχή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως διάταξη του άρθρου 522ΚΠολΔ. είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και δεν δημιουργεί τον από τον αριθμό1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς την κύρια αιτίαση, είναι απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά την επικουρική αιτίασή του, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε με λόγο έφεσης του αναιρεσιβλήτου είναι αλυσιτελής, διότι η κύρια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που αναφέρεται στην ύπαρξη άλλης διόδου ανατολικά του δεσπόζοντος ακινήτου και νοτίως της ευρισκόμενης εντός αυτού οικοδομής του εναγομένου - αναιρεσείοντος, η οποία δίοδος εξυπηρετεί το δεσπόζον ακίνητο παρέχοντάς του αυτάρκεια, δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναιρέσεως, αυτοτελώς δε στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της (αναιρεσιβαλλομένης) προκύπτει.
Η έτερη, σχετικά με την ύπαρξη εναλλακτικής διόδου αιτιολογία, η οποία δεν ήταν αναγκαία για την κρίση της διαφοράς, είναι επικουρική-πλεοναστική και εκφέρθηκε εκ περισσού, ούτε από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο για την αποτροπή του οποίου να επιβάλλεται αναίρεση της απόφασης.
Συνεπώς, οι ανωτέρω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι στο σύνολό τους, καθώς και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/09/2016 αίτηση για αναίρεση της 143/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ