Legislator Case Law & Legislation
299/2019 AI generated

299/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 299/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά τη διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, προς την οποία (αβέβαιη σχέση) εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί στην αντίθετη περίπτωση η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενομένη (άρθ. 174 και 180 του ΑΚ).

Legislator headnote

AI generated

299/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως δεν μπορεί κανένα από τα μέρη να προβάλλει ξανά αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε στο πλαίσιο του συμβιβασμού και, εάν τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με τη προβολή της γνησίας ανατρεπτικής ένστασης του συμβιβασμού (ΑΠ 990/2007,669/2016).

Keywords

AI generated
withdrawal leading to termination withdrawal of debt enforcement resignation of the government dismissal of testamentary executor abandonment of expropriation deemed withdrawal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 299 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 299/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Λουκά Αποστολίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …. και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Βυτινιώτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2276/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1249/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, προς την οποία (αβέβαιη σχέση) εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί στην αντίθετη περίπτωση η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενομένη (άρθ. 174 και 180 του ΑΚ).

Ειδικά για τα δικαιώματα των εργαζομένων που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών, και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε στη περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ότι ο συμβιβασμός αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920 όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.

Δ/τος 4020/1959, 2 και 5 Ν.3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι έτσι αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά τυχόν άλλη σχέση (άφεση χρέους, αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σύμβαση ως συμβιβασμό (ΑΠ 72/2016, ΑΠ 442/2015, ΑΠ 391/2015, ΑΠ 803/2014, ΑΠ 376/2012).

Κατά τη κατάρτιση του συμβιβασμού η συνδρομή των αμοιβαίων υποχωρήσεων δεν λαμβάνεται υπό στενή τεχνική έννοια, αλλά υπό την ευρεία έννοια των συναλλαγών. Συνακόλουθα η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους (ΑΠ 937/2006). Μετά τον συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίσθηκε με τον συμβιβασμό.

Επομένως δεν μπορεί κανένα από τα μέρη να προβάλλει ξανά αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε στο πλαίσιο του συμβιβασμού και, εάν τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με τη προβολή της γνησίας ανατρεπτικής ένστασης του συμβιβασμού (ΑΠ 990/2007,669/2016).

2. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση συστήματος κοινωνικής ασφάλισης" (ΦΕΚ Α 160) ορίσθηκε ότι "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως ΝΠΔΔ ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζομένους, μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου Ταμείου.

Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του ΝΠΙΔ....". Κατ` εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης, εκδόθηκε η υπ` αριθμό Φ. 80000/30226/1366/14.1.2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 27) με την οποία ,το νπδδ με την επωνυμία "Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας", μετατράπηκε σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου εδώ αναιρεσίβλητο και συνεχίσθηκε η δραστηριότητα του, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζομένους σε αυτό.Περαιτέρω , στο άρθρο 57 τουΝ.2084/1982 του Δ` Κεφαλαίου του Τετάρτου Μέρους του, με τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992" ορίζονται τα εξής: "1.

Η προβλεπομένη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των Υπαλλήλων των Τραπεζών: ...Αγροτικής,........ που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά αρχής γενομένης από 1.1.1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος. Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας πλην του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΕμπορικήςΤράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος 2)... 3) Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών.

Επί πλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1.1.1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης....".Οι διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 57 παρ.3 ν.2084/1992,κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του ανωτέρω ταμείου κρίθηκε αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22παρ.5 του Συντάγματος με τη 5/2007 απόφαση του ΑΕΔ .Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδάφιο α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1420/2013). 3.Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη :¨Ότι ο ενάγων και εδώ αναιρεσείων προσλήφθηκε από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας την 12.1.1970 και υπηρέτησε σε αυτήν μέχρι την 18.2.2002,οπότε αποχώρησε.'Οτι από την πρόσληψη στην ΑΤΕ ασφαλίστηκε στο ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας" .Ότι με την υπ'αριθμ.Φ 80000/23358/1107/2004 κοινή ΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 2/7.1.2004), η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του ν.3029/2002, ο Κλάδος Πρόνοιας του προαναφερομενου ταμείου, που ήταν αρμόδιος για τη χορήγηση του εφάπαξ βοηθήματος, μετατράπηκε στο εναγόμενο-εδώ αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ.

με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Προνοίας Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΑΤΠΣΑΤΕ), το καταστατικό του οποίου εγκρίθηκε με την προαναφερόμενη ΚΥΑ και ισχύει από την 9.2.2004.Ότι ο ενάγων κατά την αποχώρησή του από την υπηοεσία, δικαιούταν να λάβει από το εναγόμενο εφάπαξ βοήθημα πρόνοιας, κατά τα άρθρα 34,35 και 36 του Καταστατικού του, ποσού 108.924,90 ευρώ,και ότι το εναγόμενο, νομικό πρόσωπο, κατά τον ανωτέρω χρόνο αποχώρησης από την εργασία του, του κατέβαλε μειωμένο, σύμφωνα με το πλαφόν του άρθρου 57 του ν.2084/1992, εφάπαξ βοήθημα ύψους 45.247,97 ευρώ.

Ότι πολλοί υπάλληλοι της παραπάνω Τράπεζας, οι οποίοι είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία της λαμβάνοντας μειωμένο εφάπαξ βοήθημα, σύμφωνα με το προαναφερόμενο πλαφόν, άσκησαν αγωγές ενώπιον των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, με τις οποίες επιδίωκαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο ταμείο να τους καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του δικαιούμενου ποσού εφάπαξ βοηθήματος χωρίς τον περιορισμό του πλαφόν του άρθρου 57 του ν.2084/1992 και αυτού που τους καταβλήθηκε με την εφαρμογή του περιορισμού αυτού.

Ότι ενόψει των δικαστικών διενέξεων, το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου με την 6/16.11.2004 απόφαση του, αποφάσισε την καταβολή στους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας που συνταξιοδοτήθηκαν από την 1.1.1993 μέχρι 8.2.2004 συμπληρωματικού εφάπαξ βοηθήματος, που ανερχόταν, όμως, σε ποσοστό της δικαιούμενης διαφοράς.

Ότι έτσι αρχικά στον ενάγοντα καταβλήθηκε, λόγω αποχώρησης του, με την 11564/12.3.2001 πράξη απονομής εφάπαξ βοηθήματος, το ποσό των 45.247,97 ευρώ μειωμένο σύμφωνα με το άρθρο 57 του ν.2084/1992,όπως προαναφέρθηκε..Ότι ακολούθως με την 6/16.11.2004 απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου καταβλήθηκε στον ενάγοντα συμπληρωματικό εφάπαξ ποσό,με βάση τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 του Καταστατικού του, κατόπιν υπογραφής υπεύθυνης δήλωσης που έθετε ως προϋπόθεση η παραπάνω απόφαση με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Δηλώνω ελευθέρως και αβιάστως και προς το συμφέρον μου, ότι αποδέχομαι την υπ'αριθμ. 6/16.11.2004 απόφαση του Δ.Σ.

του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Προνοίας Εργαζομένων ΑΤΕ, δεχόμενος/η να λάβω το αναλογούν ποσό, σύμφωνα με αυτήν την απόφαση. Επίσης, δηλώνω ότι ικανοποιούμαι πλήρως και δεν θα προσβάλω για κανένα λόγο την ως άνω απόφαση του Δ. Σ. παραιτούμενος/η από τώρα πάσης, ενδεχομένως, περαιτέρω απαιτήσεως ου". Ότι ο ενάγων προέβη στην υπογραφή της από 22.4.2005 υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, και ακολούθως το εναγόμενο του κατέβαλε συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα ύψους 34.119,92 ευρώ.

Ότι με την 5/2007 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ.3 του ν.2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος των ασφαλισμένων του εναγομένου Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 μέχρι την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στο τελευταίο εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ.1 και 22 παρ.5 του Συντάγματος και δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.

Ότι ο ενάγων δικαιούταν καταρχήν να λάβει, κατά την αποχώρηση του, από την ενεργό υπηρεσία του στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, το εφάπαξ βοήθημα πρόνοιας που προβλεπόταν στις διατάξεις των άρθρων 34,35 και 36 του καταστατικού του εναγομένου, χωρίς τον περιορισμό που τέθηκε με το άρθρο 57 παρ.3 του ν.2084/1992.Ότι ο ενάγων προκειμένου να εισπράξει άμεσα, σε εφαρμογή της 6/6.11.2004 αποφάσεως του Δ.Σ.

του εναγομένου, το συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα ύψους 34.119,92 ευρώ υπέβαλε προς το εναγόμενο την από 22.4.2005 αίτηση του με συνημμένη την από 22.4.2005 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 με την οποία παραιτείτο από οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση του στο μέλλον σχετικά με την εν λόγω αξίωση (διεκδίκηση του υπολοίπου ποσού του εφάπαξ βοηθήματος).Ότι η αίτηση αυτή συνιστούσε πρόταση προς το εναγόμενο για επίλυση της μεταξύ τους έριδας με αμοιβαίες υποχωρήσεις, την οποία (πρόταση) το εναγόμενο αποδέχθηκε και καταρτίστηκε έτσι, μεταξύ τους σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού.

Ότι η ανωτέρω σύμβαση (εξώδικου συμβιβασμού) , είναι νόμιμη για τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος, οι οποίες πηγάζουν από αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον οι διάδικοι επέλυσαν τη διαφορά τους με αμοιβαίες υποχωρήσεις ενόψει του ότι α) σε εκτέλεση της προαναφερομένης απόφασης του ΔΣ του εναγομένου καταβλήθηκε πράγματι στον ενάγοντα συμπληρωματικό βοήθημα, δηλαδή μεγαλύτερο από αυτό που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 57 παρ.3 του ν.2084/1992, πλέον των 2/3 του αρχικώς σ' αυτόν καταβληθέντος, και ο εναγόμενος παραιτήθηκε της αξίωσης του για διεκδίκηση της διαφοράς και β)κατά το χρόνο του εξώδικου συμβιβασμού (16.5.2005) υπήρχε σοβαρή αβεβαιότητα σχετικά με τις νομικές προϋποθέσεις των αξιώσεων του ενάγοντος καθόσον παρόμοιες υποθέσεις άλλων πρώην συναδέλφων του δεν είχαν επιλυθεί κατά τρόπο δεσμευτικό για όλους, αφού οι σχετικές αποφάσεις του ΑΕΔ που έκριναν ανίσχυρη, ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.5 του Συντάγματος τη διάταξη του άρθρου 57 παρ.3 του ν.2084/1992, όπως προαναφέρθηκε, δημοσιεύθηκαν μεταγενέστερα και δη, το έτος 2007.

Ότι,περαιτέρω, ο ενάγων αποχώρησε από την υπηρεσία του την 18-2-2002, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος, την 9.2.2004, του καταστατικού του εναγομένου (Φ/80000/ 23358/1107 ΚΥΑ Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ΦΕΚ Β' 2/7.1.2007), και του άρθρου 24 παρ.5 αυτού που περιλαμβάνει και μεταβατικές διατάξεις για όσους αποχωρήσουν σε διάστημα πενταετίας από την "έναρξη" εφαρμογής του καταστατικού και με τις οποίες ορίζονται ότι "δεν λαμβάνονται (στους αποχωρήσαντες εντός της πενταετίας από την έναρξη εφαρμογής του) λιγότερα απ' αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν ν.2084/1992)" (ΑΠ 7/2012)},και δεν καταλαμβάνεται από τις τελευταίες αυτές διατάξεις.

Ότι η επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διάδικων μέρων με συμφωνία ως προς το ύψος του προς τον ενάγοντα καταβαλλόμενου ποσού,που συμφωνήθηκε να καταβληθεί άμεσα από το εναγόμενο με αντίστοιχη παραίτηση του ενάγοντος από οποιαδήποτε επιπλέον στο μέλλον απαίτησή του από την αιτία αυτή είναι έγκυρη αφού επιλύθηκε η μεταξύ τους διαφορά με αμοιβαίες υποχωρήσεις και επέφερε την απόσβεση της αξίωσης του ενάγοντος για καταβολή οποιασδήποτε επιπλέον απαίτησης από την αυτή αιτία.Με βάση αυτά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή κατά παραδοχή προταθείσας ένστασης εξώδικου συμβιβασμού. 4.Με τις ανωτέρω παραδοχές και κρίσεις του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε τις προαναφερόμενες (αρ.1 της παρούσας) περί συμβιβασμού ουσιαστικού δικαίου διατάξεις στην ένδικη διαφορά και εφάρμοσε αυτές προσηκόντως παρά τις αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος.

Και τούτο διότι ,δέχθηκε,κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του,ότι κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβιβασμού υπήρχε σοβαρή αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή το εύρος αυτών και της επίλυσης της διαφοράς με αμοιβαίες υποχωρήσεις με την καταβολή άμεσα σ' αυτόν μέρους του κατ' αρχήν δικαιούμενου ποσού και παραίτησής του από περαιτέρω διεκδίκηση .

Επομένως ο από τον αρ.1 άρθρου 559ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.

5.Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.16 του άρθρου 559ΚΠολΔ για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου με τις οποίες έχει κριθεί σε όμοιες, με την ένδικη υποθέσεις συναδέλφων του αναιρεσείοντος, ότι δεν χωρεί παραίτηση από δικαίωμα που πηγάζει από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου όπως το δικαίωμα για λήψη της ένδικης παροχής και ότι ο αποκλεισμός εφαρμογής των διατάξεων αυτών με ιδιωτικές συμφωνίες είναι άκυρος. Επειδή, όμως, η μη λήψη υπόψη δικαστικών αποφάσεων με τις οποίες αντιμετωπίζεται ένα νομικό ζήτημα δεν ιδρύει την ανωτέρω επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια ,παρά μόνο αν προκύπτει σύμφωνα με τον αρ.16 του άρθρου αυτού παραβίαση του δεδικασμένου,προυπόθεση που δεν συντρέχει κατά τα εκτιθέμενα από τον αναιρεσείοντα,ο λόγος αυτός κρίνεται απαράδεκτος . 6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-10-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 1249/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις.19 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ