299/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated299/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 299 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 299/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Α. Κ. του Λ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ’ ων η κλήση: 1) Χ. Ν. του Β., κατοίκου ... και 2) εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σκυλλάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 17-6-2008 αγωγή του Γ. Μ. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1194/2009 μη οριστική και 4396/ 2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 430/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-10-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 30-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθμ. ...9.1.2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Π. Γ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 30-11-2016 κλήσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης καθώς και αντίγραφο της από 19.10.2015 αίτησης αναίρεσης της 430/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο κατά την παραπάνω δικάσιμο. Κατά συνέπεια, αφού ο πιο πάνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρα 576 παρ. 2, 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα).
Ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988 ΕλλΔ 1989 1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 25/2004).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων δέχθηκε, ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 8-9-2006 και περί ώρα 14.05’ ο πρώτος εναγόμενος Χ. Ν.
οδηγώντας το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του ιδίου το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." εκινείτο επί της οδού ..., η οποία είναι μονόδρομος πλάτους 5,6 μέτρων. Στη δια-σταύρωση με την οδό ...
ο πρώτος εναγόμενος ακινητοποίησε το όχημά του, λόγω υπάρξεως σήματος "STOP" (Ρ-2) επί της οδού ... έχοντας την πρόθεση να στρίψει αριστερά σε σχέση με τη πορεία του και να εισέλθει στο ρεύμα πορείας προς πλατεία Δέγλερη της οδού ... η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει συνολικό πλάτος 9,20 μέτρα, ενώ τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας αυτής χωρίζονται με συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή, η οποία στο σημείο της ανωτέρω συμβολής ήταν κατά τον ως άνω χρόνο αποσβεσμένη.
Επίσης το ρεύμα πορείας της οδού ... προς την οδό Θηβών (το αντίθετο δηλ. ρεύμα πορείας από εκείνο στο οποίο ήθελε να εισέλθει ο πρώτος εναγόμενος) είχε αυξημένη κίνηση οχημάτων (βλ. έκθεση αυτοψίας). Όταν ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου που εκινείτο στο ρεύμα πορείας της οδού ... προς την οδό Θηβών παραχώρησε προτεραιότητα στο όχημα του πρώτου εναγομένου ο τελευταίος διέσχισε κάθετα το ως άνω ρεύμα πορείας της οδού ...
και άρχισε να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας προς την πλατεία Δέγλερη. Κατά τον ίδιο χρόνο ο ενάγων της πρώτης υπό στοιχείο Α’ κύριας αγωγής Α. Κ. οδηγώντας την υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του ενάγοντα της δεύτερης υπό στοιχείο Β’ κύριας αγωγής Γ. Μ. εκινείτο επί της οδού ... έχοντας κατεύθυνση προς την οδό Θηβών οδηγώντας το όχημά του ομόρροπα προς τα άλλα οχήματα που εκινούντο επί του ιδίου ρεύματος κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού και ευρισκόμενος στο αριστερό τμήμα της λωρίδας κυκλοφορίας όπου εκινείτο σχεδόν στο μέσον της οδού ...
και πλάι στην υπάρχουσα πλην όμως αποσβεσμένη διπλή διαχωριστική (των δύο ρευμάτων) γραμμή με αποτέλεσμα να επιπέσει στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου και συγκεκριμένα στο ύψος του εμπρόσθιου αριστερού φτερού και της πόρτας του οδηγού... Από τα παραπάνω προκύπτει, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων ήταν εντός του μέσου του οδοστρώματος της οδού ...
και επί της αποσβεσμένης διπλής διαχωριστικής γραμμής αυτής... Με βάση τα παραπάνω η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συνυπαιτιότητα τόσο του πρώτου εναγομένου Χ. Ν., οδηγού του υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και σε ποσοστό 60%, όσο και του ενάγοντος της πρώτης κύριας αγωγής Α. Κ., οδηγού της υπ’ αριθ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας και σε ποσοστό 40%, γενομένης έτσι εν μέρει δεκτής ως και κατ’ ουσία βάσιμης της ένστασης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στη πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης που προβάλουν οι εναγόμενοι παραδεκτά με τις προτάσεις τους. Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή το όχημά του και δεν ήλεγξε το ρεύμα πορείας της οδού ...
προς Θηβών στο οποίο εκινείτο ο πρώτος οδηγός, αλλά εξερχόμενος στη διασταύρωση των οδών ... και ..., αφού διέσχισε το ρεύμα πορείας προς Θηβών κάθετα επιτρέποντας να το πράξει αυτό οδηγός άλλου αυτοκινήτου που εκινείτο στην οδό ... προς Θηβών και σκοπεύοντας να εισέλθει (ο πρώτος εναγόμενος) στο ρεύμα της οδού ...
προς πλατεία Δέγλερη κινήθηκε επιπόλαια παρά την πυκνή κυκλοφορία της οδού με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον πρώτο οδηγό που εκινείτο μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της οδού ... στο μέσο της οδού και πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής να του φράξει την πορεία του και να συγκρουσθούν.
Στο ζημιογόνο αποτέλεσμα συνετέλεσε και ο ενάγων οδηγός Α. Κ. ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή το όχημά του και είχε ταχύτητα μεγαλυτέρα του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ/ώρα, δεν είχε λάβει υπόψη του τις υπάρχουσες συνθήκες της οδού (πυκνή κυκλοφορία οχημάτων) και εκινείτο ακριβώς πλάι από τη διπλή διαχωριστική γραμμή της οδού ...
δηλ. στο άκρο αριστερό τμήμα της ανωτέρω λωρίδας, αφού είχε εισέλθει στο ρεύμα αυτό (προς Θηβών) διασχίζοντας πρώτα διαγώνια το ρεύμα της οδού ... προς πλατεία Δέγλερη όπου διατηρούσε την επιχείρησή του (παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 3 και 19 παρ. 1 και 3 του ΚΟΚ). Συνέπεια της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του ενάγοντα ήταν να μη μπορέσει να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό όταν ο πρώτος εναγόμενος απέκοψε την πορεία του οχήματός του.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στα ίδια, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που υποστηρίζουν οι ενάγοντες με τους σχετικούς λόγους των κρινομένων εφέσεών τους πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα...". Το Εφετείο με το να κρίνει με τις ανωτέρω σκέψεις του, τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, οδηγό της με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ιδιοκτησίας του Γ. Μ., συνυπαίτιο του ένδικου ατυχήματος κατά ποσοστό 40%, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ και εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 3 και 19 παρ. 1 του ΚΟΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και τον αιτιώδη σύνδεσμο της υπαίτιας συμπεριφοράς του με το ζημιογόνο αποτέλεσμα και δικαιολογούν την κατά ένα μέρος παραδοχή της ένδικης αγωγής και την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου για τις έναντι τρίτων ζημίες στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, καθόσον η διαγνωσθείσα συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού της με αριθμό κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος, που δικαιολογεί την κατά ένα μέρος παραδοχή της ένδικης αγωγής και την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος οδηγού για αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του με αριθμό κυκλ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αποδίδεται στην ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, που επιβάλλουν υποχρέωση στον αναιρεσείοντα οδηγό κατά την οδήγηση να καταβάλλει την κατ’ αντικειμενική κρίση απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, συμμορφούμενος προς τους κανόνες οδήγησης, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κυκλοφορίας, όπως την πυκνή κυκλοφορία οχημάτων, κινούμενος στο δεξιό άκρο της οδού και όχι πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, εντός των ορίων της επιτρεπομένης ωριαίας ταχύτητας.
Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τον πρώτο λόγο και το δεύτερο τμήμα του τρίτου λόγου αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθούν, καθώς και ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης ως προς αυτό το τμήμα.
Ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά. Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 259/2007).
Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο και το πρώτο τμήμα του τρίτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια του αριθμ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δέχθηκε αυτοτελείς ισχυρισμούς, που τείνουν στη θεμελίωση της ένστασης συνυπαιτιότητας του ιδίου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, χωρίς απόδειξη γι’ αυτούς. Συγκεκριμένα παραπονείται ότι χωρίς αποδείξεις δέχθηκε, ότι η ταχύτητά του ήταν μεγαλύτερη των 50 χλμ/ώρα, που ήταν η ανώτερη επιτρεπόμενη στον τόπο του ατυχήματος και ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, χωρίς να λάβει υπόψη και τις υπάρχουσες συνθήκες της οδού. Ο λόγος αυτός (δεύτερος) είναι αβάσιμος, όπως αβάσιμα είναι και τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με το πρώτο τμήμα του τρίτου λόγου αναίρεσης, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο στηρίχθηκε στα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ’ είδος μνημονεύει στο προοίμιο του σκεπτικού της (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπλ.), χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο, σύμφωνα και με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Επομένως, πρέπει ν’ απορριφθεί, τόσο ο δεύτερος λόγος, όσο και ο τρίτος λόγος ως προς το πρώτο τμήμα του.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως, ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 430/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ