Legislator Case Law & Legislation
299/2017 AI generated

299/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 299/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

299/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναιρεσίβλητη με την από 3-11-2015 κλήση της επανέφερε την ως άνω αίτηση για συζήτηση.

Keywords

AI generated
public domain natural resources water spring easement protection of nature and landscape water rights fee property ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 299 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 299/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: Ιερής Μονής ..., που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χαρίλαο Κοψαχείλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2009 του Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 20/11/2009 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 161/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση.

Η αναιρεσίβλητη με την από 3-11-2015 κλήση της επανέφερε την ως άνω αίτηση για συζήτηση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 13-9-2013 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτη Μαρίας Βαρελά με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 κωδ. (7-39), ν.9 παρ.1 πανδ. (50-4), ν.2 τταρ.20, πανδ.(41-4), ν. 6 πανδ. (44-3), ν.76 παρ.1, πανδ.,(18-1) και 7 παρ.3 πανδ. (23-3) του Β.Ρ.Δ, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ’ άρθρο 51 Εισαγ. Ν.Α.Κ., μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Ως "καλή πίστη" νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ.3,48 πανδ. (41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ’ αυτού. Η καλή πίστη του νεμομένου πρέπει να υπάρχει στην αρχή, κατά την κτήση της νομής, και δεν είναι αναγκαίο να εξακολουθεί αδιάκοπη καθ’ όλο το χρόνο της χρησικτησίας (όμοια είναι και η ρύθμιση του άρθρου 1044 ΑΚ), ενώ τη συνδρομή της συνάγει το δικαστήριο, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, από τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στηρίζοντας την κρίση του αυτή ακόμη και σε έγγραφο που δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο κυριότητας.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.δ/τος της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως, η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (ολΑΠ 75/1987).

Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του και, συνεπώς, και η χρησικτησία τρίτων σ’ αυτά.

Δεν ήταν δε απαραίτητη προϋπόθεση της συνδρομής καλής πίστης για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος, ή στην περίπτωση δάσους, η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 παρ.α’ του από 17 Νοεμβρίου 1836 β.δ/τος "περί ιδιωτικών δασών".

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 3 του από 7 Ραμαζάν 1274 (1854) Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μουχαρέμ 1293 (1873) περί εξελέγξεως τίτλων δασών συνάγεται ότι, προκειμένου για τα Θεσσαλικά δάση, η κυριότητα αυτών επί Τουρκοκρατίας ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο.

Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας, το έτος 1881, στο Ελληνικό Κράτος, με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου) 1881 μεταξύ του Ελληνικού Βασιλείου και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία κυρώθηκε με το Ν. ΠΑΖ’ της 11/13 Μαρτίου 1882, η κυριότητα αυτών περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, από τον ανωτέρω, όμως, χρόνο υπόκεινται σε έκτακτη χρησικτησία, εφόσον, κατά τα προ εκτεθέντα, έχει συμπληρωθεί τριακονταετής νομή μέχρι τις 11.9.1915.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η επίδικη έκταση βρίσκεται στη θέση «... του Δήμου ... Νομού Τρικάλων, έχει εμβαδόν 4.268 στρέμματα και συνορεύει Βόρεια με απαλλοτριωθείσα το έτος 1924 έκταση, τμήμα της οποίας αποτελούσε και η επίδικη, Ανατολικά με το αγρόκτημα ...

και το δασόκτημα ..., Δυτικά με την ως άνω απαλλοτριωθείσα έκταση και Νότια με το δασόκτημα ... της άνω Ιεράς Μονής .... Η προπεριγραφόμενη έκταση είναι δάσος, καλύπτετο πάντοτε στο μεγαλύτερο μέρος της από πυκνή δασική βλάστηση και κυρίως από πλατύφυλλα φυλοβόλλα δένδρα, κύριο είδος της δασικής δε αυτής βλάστησης είναι η δρύς.

Το έδαφος της εκτάσεως από δασικής απόψεως είναι αρίστης ποιότητος είναι βαθύ, υγρό και γόνιμο, έχει μέση κλίση 35% ανήκει δε στην κατηγορία των κρυσταλλοπαγών μαζών, αφού παρατηρούνται ως βασικά πετρώματα ο γρανίτης, το μάρμαρο ως και κρυσταλλοπαγή πετρώματα με συνδετική αργιλική ύλη. Το προπεριγραφόμενο ακίνητο αποτελούσε τμήμα μείζονος εκτάσεως ακινήτου εμβαδού 22.706 στρεμμάτων, γνωστή με την ονομασία «αγρόκτημα ...», η οποία περιελάμβανε αγρούς, λιβάδια, δάση και κάθε άλλου είδους γης, κειμένη στην κτηματική Περιφέρεια της τέως κοινότητος ....

Από το άνω μείζονος εκτάσεως ακίνητο, με την υπ’ αριθμ. 51/1924 απόφαση της επιτροπής απαλλοτριώσεως Τρικάλων, απαλλοτριώθηκαν προς αποκατάσταση των ακτημόνων καλλιεργητών 18.438 στρέμματα και εξαιρέθηκε της απολλοτριώσεως υπέρ της ενάγουσας Ιεράς Μονής το ανωτέρω δάσος. Το δικαίωμα εξουσιάσεως του άνω «αγρόκτηματος ...», τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, κατά το έτος Εγίρας 1206, καθ’ ημάς 1782, μεταβιβάσθηκε από τους Σ. (τιμαριούχους) του διαμερίσματος ...

ως εκπροσώπους του Οθωμανικού κράτους, αντί τιμήματος 12.000 γροσίων στους ηγούμενους-διαχειριστές (μουταβελήδες) της ενάγουσας Ιεράς Μονής, οι οποίο ενεργούσαν για λογαριασμό της τελευταίας. Για την μεταβίβαση του ανωτέρω δικαιώματος εξεδόθη το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την ενάγουσα ταπίο του παλαιού Οθωμανικού κτηματολογίου σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική, η οποία έγινε τον Οκτώβριο του 1900 από το δημόσιο ερμηνέα του Πρωτοδικείου Λαρίσης Κ.

Ζ. Λ. σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.ΠΞΓ της 20ης /25ης Μαΐου «περί διορισμού ερμηνέων της τουρκικής γλώσσης εν τοις δικαστηρίοις των νέων επαρχιών». Κατά την προσάρτηση των διαμερισμάτων της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Κράτος το έτος 1881 δια της συμβάσεως της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου) 1881 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, η οποία εκυρώθη με το ν.

ΠΛΖ της 11/13 Μαρτίου 1882, το άνω αγρόκτημα, στο οποίο περιλαμβάνετο το επίδικο δάσος, κείμενο στο προσαρτηθέν με την συνθήκη διαμέρισμα του νομού Τρικάλων είχε η ενάγουσα στην φυσική της εξουσία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του εν λόγω ακινήτου δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ’ αυτού, σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, δοθέντος ότι και στις προσαρτημένες χώρες είχε εισαχθεί ολόκληρη η ελληνική νομοθεσία του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους (ν.

ΠΜ της 19ης/20ης Μαρτίου 1882 - Περί εισαγωγής της Ελληνικής Νομοθεσίας εις τας άρτι προσηρτημένας Θεσσαλικός και Ηπειρωτικός επαρχίας). Έκτοτε και μέχρι το έτος 1900 η ενάγουσα εξακολούθησε να έχει το επίδικο ακίνητο, στη φυσική της εξουσία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, χωρίς να εγερθεί από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο καμμία αξίωση.

Στο τελευταίο όμως, ως διάδοχο του Οθωμανικού κράτους σύμφωνα με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου σε συνδιασμό και με τις διατάξεις των αρθ. 1 έως 3 του από 16/17 Νοεμβρίου 1836 Β.Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών", αναγνωρίστηκε η κυριότητά του σε κάθε έκταση που αποτελούσε δάσος, πριν από την έναρξη της ισχύος του, εκτός από εκείνα για τα οποία υπήρχε έγγραφη απόδειξη της Οθωμανικής Αρχής (ταπί).

Βέβαια, κατά τα προαναφερόμενα, με τη ρύθμιση του άρθρο 4 παρ. 1 της Συμβάσεως της Κωνσταντινουπόλεως στις προσαρτημένες επαρχίες και για τις κατεχόμενες από τους ιδιώτες δημόσιες γαίες (εραζί-ι εμιριγέ), ως εν προκειμένω το επίδικο δάσος, αρκούσε οποιοσδήποτε οθωμανικός ιδιοκτησιακός τίτλος για την μετατροπή του δικαιώματος εξουσιάσεως σε δικαίωμα κυριότητος.

Το εκκαλούν αξιώνοντας ως διάδοχο του Οθωμανικού κράτος δικαίωμα κυριότητος επί του επίδικου δάσους, με το από 18-0κτωβρίου-1908 έγγραφο του προς το Οθωμανικό Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο ζητά την αξιολόγηση των επικαλουμένων από την ενάγουσα τίτλων. Στο από 15 Ζικλαδέ 1326 απαντητικό έγγραφο του κτηματολογίου αυτού αναφέρεται, ότι από το περιεχόμενο του εκδοθέντος από τον ιεροδίκη Τρικάλων χοτζέτιον του έτους 1206 (1790 καθ’ ημάς) εξάγεται πως αυτό είναι έγκυρο για τα μεταβιβασθέντα μούλκια του χωρίου ...

του δήμου ..., που αγοράσθηκαν από τους εφόρους του Μοναστηριού ..., όχι όμως και για τις γαίας - μεταξύ των οποίων και το επίδικο δάσος ως ανήκον στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, γιατί έπρεπε να ληφθεί σενέτιον γι’ αυτές από τον τότε Σ. του εν λόγω χωρίου και από τον κάτοχο της γης. Το γεγονός όμως αυτό, δεν αναιρεί την καλόπιστη νομή της ενάγουσας επί του άνω δάσους, δοθέντος ότι σύμφωνα με τις έχουσες εν προκειμένω εφαρμογή διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, η καλή πίστη έπρεπε να υπάρχει κατά την κτήση της νομής και την έναρξη της "χρησικτησίας και δεν ήταν απαραίτητο να εξακολουθεί να υφίσταται αδιακόπως καθ’ όλον το χρόνο της χρησικτησίας.

‘ Αλλωστε κατά το 1881, χρόνο προσάρτησης των άνω επαρχιών, η ενάγουσα κατείχε το επίδικο αποκτήσασα έκτοτε την νομή του και καθίσταται πρόδηλο ότι αυτή τελούσε σε καλή πίστη κατά τη νομή του εν λόγω ακινήτου, ενόψει της νόμιμης κτήσης της λόγω και της εκδόσεως του ως άνω ταπίου του παλαιού κτηματολογίου, το οποίο της παρείχε μέχρι τότε δικαίωμα εξουσιάσεως επ’ αυτού και η ύπαρξης του οποίου εύλογα της δημιουργούσε την πεποίθηση, ότι με την κτήση και την άσκηση της νομής του πλέον δεν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητος τρίτου.

Ειδικότερα, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από την κατά το 1881 κτήση της νομής του επιδίκου έως τις 12.09.1915, η ενάγουσα ασκούσε επ’ αυτού υλικές πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη με αυτεπιστασία ή δια των αντιπροσώπων της και συγκεκριμένα υλοτομούσε αυτό, παραχωρούσε το δικαίωμα υλοτομίας σε τρίτους, μίσθωνε τις περιλαμβανόμενες στο μείζονος εκτάσεως αγρόκτημα δεκτικές βοσκής λιβαδικές εκτάσεις σε τρίτους και γενικά επόπτευε και επιτηρούσε αυτό χρησιμοποιούσε δε τις προσόδους του για της ανάγκες της.

Κατά τα έτη 1889, 1892, 1893, 1895 και 1900 εκδόθηκαν από το Δασαρχείο ... άδειες υλοτομίας του επιδίκου δάσους επ’ ονόματι της ενάγουσας Μονής ως επί ιδιόκτητου δάσους, τούτο δε αναφέρεται στο υπ’ αριθμ. πρωτ. ...25.01.1911 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας Τμήμα Β’ Δασών μετά από σχετικό έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών - Τμήμα Δικαστικό, στο οποίο αναφέρεται επίσης ότι αφορά «δάση διαμφισβητούμενα».

Το έτος 1910 όμως το εκκαλούν, αμφισβητώντας το δικαίωμα νομής της ενάγουσας προέβη το ίδιο στην έκδοση σχετικών αδειών, εκδίδοντας κατά τους μήνες Απρίλιο και Ιούνιο επ’ ονόματι Α. Π. τις υπ’ αριθμ. .../1910 και .../1910, αντίστοιχα, άδειες υλοτομίας επί εθνικού δάσους και επ’ ονόματι I. Α. τον Οκτώβριο του ίδιου έτους την υπ’ αριθμ. .../1919 άδεια υλοτομίας.

Τον Μάρτιο του 1912 το εκκαλούν ήγειρε κατά της εφεσίβλητης αγωγή, αντίγραφο της οποίας δεν προσκομίζεται ούτε αποδεικνύεται η επίδοση της, αλλά απλά αναφέρεται τούτο στην προσκομιζόμενη υπ’ αριμ. 51/1924 απόφαση της Επιτροπής απολλοτριώσεων Τρικάλων. Η έγερση όμως απλά της αγωγής και η άρνηση ενδεχομένως, εκδόσεως αδειών υλοτομίας δεν μπορούν να θεωρηθούν ως περιστατικά διακοπτικά της χρησικτησίας της εφεσίβλητης.

Συνακόλουθα στις 12-9-1915 η τελευταία είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο για την κτήση της κυριότητος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ενισχυτικό του ότι η ενάγουσα Ιερά Μονή ασκούσε επί του επιδίκου καθ’ όλο το ανωτέρω κρίσιμο χρονικό διάστημα εμφανείς υλικές πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είναι και το ότι όταν αργότερα με την από 28.03.1923 αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο το ως άνω "αγρόκτημα ...", δυνάμει της προαναφερόμενης υπ’ αριθμ. 51/28.09.1924 αποφάσεως της επιτροπής απαλλοτριώσεως Τρικάλων, απαλλοτριώθηκαν προς αποκατάσταση των ακτημόνων καλλιεργητών 18.438 στρέμματα αυτού, εξαιρέθηκε δε της απολλοτριώσεως υπέρ της ενάγουσας Ιεράς Μονής, ως ιδιοκτήτριας, η επίδικη έκταση των 4.268 στρεμμάτων.

Κατά την συνεδρίαση της Επιτροπής παρενέβη τότε το νυν εκκαλοούν Ελληνικό Δημόσιο για τα δάση του αγροκτήματος (όπως το επίδικο), επικαλούμενο για την νομιμοποίησή του την εγερθείσα κατά της εφεσίβλητης άνω από 17-3-1912 αγωγή του, η αρμόδια επιτροπή όμως απέρριψε την σχετική παρέμβασή του, ελλείψει προαποδεικτικής νομιμοποιήσεως αυτού.

Επίσης, τα έτη 1922-1923, 1926 και 1927 το Δασαρχείο ... επέτρεψε την υλοτομία του επιδίκου δάσους, ως ιδιωτικού, της ενάγουσας Ιεράς Μονής (βλ. σχετικούς (πίνακες δασικών Θέσεων υλοτομίας). Στις 16-5-1977 ο δασολόγος Δασαρχείου ... Β. Φ. συνέταξε έκθεση σχετικά με το επίδικο. Ως τίτλος κτήσεως του δικαιώματος εξουσιάσεως επί του αγροκτήματος εκ μέρους της ενάγουσας αναφέρεται το άνω ταπίο έτους Εγίρας 1206 του παλαιού Οθωμανικού κτηματολογίου και όχι το χοζτέτιο του ιεροδίκη Τρικάλων, ως αναφέρεται στο άνω έγγραφο του Αυτοκρατορικού κτηματολογίου, πρέπει να σημειωθεί δε ότι η ύπαρξη του τελευταίου (χοτζετίου συνταγέντος από τον αρμόδιο προς τούτο ιεροδίκη - ναΐτη) δεν αποκλείει και την έκδοση σχετικού ταπίου .Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται επίσης ότι το επίδικο «..είναι μέρος από τις αναφερόμενες εκτάσεις του τουρκικού τίτλου ( αυτό που δεν απαλλοτριώθηκε)».

Εξάλλου για τη διερεύνηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος αυτού ο άνω δασολόγος έλαβε, πλην των άλλων, μαρτυρικές καταθέσεις και οι εξετασθέντες μάρτυρες, τόσο εκείνοι για λογαριασμό της ήδη ενάγουσας (του τότε διαχειριστή της περιουσίας αυτής Ο.Δ.Ε.Π. - Δ. Ν. και Ι. Π.) όσο και εκείνοι που εξετάσθηκαν για λογαριασμό του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου (Β.

Π. και Χ. Π.), ρητώς καταθέτουν ότι αυτό (επίδικο) ήταν μοναστηριακό δάσος και ότι η μονή έβοσκε τα πρόβατά της σε εκτάσεις αυτού, αν και η βοσκή των ποιμνίων δεν αποτελεί πράξη νομής. Συνακόλουθα η ενάγουσα - εφεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου δάσους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ήτοι με την άσκηση υπερτριακονταετούς νομής σ’ αυτό, δηλαδή από το έτος 1881 έως τις 12-9.1915, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητος της ενάγουσας, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο αποτελεί εθνικό δάσος, μάλιστα δε με την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../3-10-1988 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ύστερα από αποδοχή της υπ’ αριθμ. ....06.1988 γνωμοδοτήσεως του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών (Σ.Ι.Δ.) Λάρισας απορρίφθηκε αίτηση του Ο.Δ.Ε.Π., ως διαχειριστή τότε της περιουσίας της ενάγουσας Ιεράς Μονής, περί αναγνωρίσεως της κυριότητας της ενάγουσας στην επίδικη έκταση δασικού, χαρακτήρα.

Συνεπώς το επίδικο δάσος δεν αποτελεί εθνικό δάσος, αφού η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα αυτού κατά τον προαναφερόμενο τρόπο." Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής, κατά την επικουρική βάση της περί κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και ειδικότερα, με την άσκηση υπερτριακονταετούς καλόπιστης νομής από το έτος 1881 μέχρι τις 12/9/1915, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7-39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50-4), ν.2 παρ.20, πανδ.(41-4), ν. 6 πανδ. (44-3), ν.76 παρ.1, πανδ.,(18-1) και 7 παρ.3 πανδ. (23-3), ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ.3,48 πανδ.(41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) του ΒΡΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεν ήταν δε αναγκαία προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία η ύπαρξη καλής πίστης της αναιρεσίβλητης καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της άσκησης της νομής της, η οποία, όπως ορθά δέχθηκε το Εφετείο, έπρεπε να υπάρχει μόνο κατά το χρόνο κτήσης αυτής.

Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, χωρίς να επιβληθούν δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης και σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου που ηττήθηκε στην παρούσα δίκη, ελλείψει σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης (191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/11/2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 129/2009 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ