Legislator Case Law & Legislation
299/2012 AI generated

299/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 299/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 299 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 299/2012

Legislator headnote

AI generated

299/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 299 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 299/2012

Keywords

AI generated
standing of insurer discontinuation of insurance coverage insurer's denial of benefits breach of insurer duty entitlement of the insurer resignation of insured
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 299 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 299/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Ν. Σ., το γένος Π. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυξένη Μπαλτά.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τόμπρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 815/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-3-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 13-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 §§ 3, 4 και 5 ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, εκτός άλλων, ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις και εκείνες των άρθρων 1, 2 § 1, 38 και 44 του άνω Κώδικα των Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 ΑΚ, συνάγεται ότι η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στον δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή (σχέση έμμισθης εντολής), που είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον Κώδικα αυτόν και συμπληρωματικά από τους περί εντολής και συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών κανόνες του ΑΚ, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στον δημόσιο χαρακτήρα της σχέσεως. Η σχέση αυτή, της έμμισθης εντολής, λύεται με έγγραφη καταγγελία του εντολέα και με καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. Κώδικα Δικηγόρων. Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της έμμισθης εντολής που συνάπτει δικηγόρος με τον πελάτη του είναι η περιοδικότητα της αμοιβής, η συμφωνία δηλαδή ότι η αμοιβή του θα καταβάλλεται παγίως κατά μήνα ή κατ' έτος και θα είναι ανεξάρτητη από τον αριθμό των υποθέσεων που θα του ανατεθούν ή των θεμάτων επί των οποίων οφείλει να παράσχει τις νομικές συμβουλές του - γραπτές ή προφορικές. Η ως άνω σύμβαση για τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου επιτρέπεται να καταρτισθεί ρητώς ή σιωπηρώς και σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 2 του ως άνω Κώδικα αποδεικνύεται με κάθε είδους έγγραφα, με απλές επιστολές, καθώς και με όρκο και ομολογία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Επίσης, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας και να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, συνεκδίκασε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 85/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε εν μέρει αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας δικηγόρου για την επιδίκαση αξιώσεώς της από σύμβαση έμμισθης εντολής με την αναφερόμενη σ' αυτή πάγια αντιμισθία, ως βάσιμη κατ' ουσία. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα είναι δικηγόρος και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Στις 15.2.1990 με προφορική σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, η οποία κατά το χρόνο εκείνο είχε την επωνυμία "Εμπορική Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρία", συμφωνήθηκε η, από την ενάγουσα, για αόριστο χρόνο, παροχή των νομικών υπηρεσιών της με αμοιβή που καθορίζετο ανάλογα με τις υποθέσεις που χειριζόταν, πλέον δε αυτής η εναγομένη της κατέβαλλε τα έξοδα που απαιτούντο για τη διεκπεραίωση των υποθέσεών της. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η σχέση που την συνέδεε με την εναγομένη ήταν αυτή της έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αμοιβή ... .

Στην προκειμένη περίπτωση δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη στα πλαίσια και σε εκτέλεση τέτοιας συμβάσεως. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν διατηρεί οργανωμένη διεύθυνση νομικών υπηρεσιών και για τη νομική της κάλυψη χρησιμοποιεί τόσο συνεργαζόμενους δικηγόρους, αμειβόμενους καθ' υπόθεση, όσο και δικηγόρους με πάγια αντιμισθία. Η ενάγουσα από το έτος 1990 παρείχε τις νομικές της υπηρεσίες ως εξωτερικός συνεργάτης - δικηγόρος, αναλαμβάνοντας τη διεκπεραίωση υποθέσεων του Κλάδου Αυτοκινήτων της εναγομένης (εκπροσώπηση της εναγομένης ενώπιον των Δικαστηρίων της Αθήνας και του Πειραιά σε δίκες που προέρχονταν από αυτοκινητικά ατυχήματα των ασφαλισμένων της, και κατάρτιση συμβιβασμού στις περιπτώσεις που κρίνονταν ότι η υπαιτιότητα των ασφαλισμένων της εναγομένης ήταν αναμφισβήτητη). Αυτονόητο ήταν ότι προσέρχονταν τακτικά στα γραφεία της εναγομένης, όπου και της ανατίθετο η εκάστοτε υπόθεση, μοιραζόμενη με άλλους συναδέλφους της - εξωτερικούς συνεργάτες - ένα γραφείο για την μελέτη των φακέλων. Συμφωνία περί καταβολής παγίας αμοιβής για την προσφορά των υπηρεσιών της αυτών δεν προέκυψε ότι έγινε μεταξύ αυτής και της εναγομένης. Η κρίση του δικαστηρίου ότι η ενάγουσα παρείχε στην εναγομένη νομικές υπηρεσίες εξωτερικού συνεργάτη και όχι με πάγια αντιμισθία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτή (ενάγουσα), προκύπτει τόσο από την κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης Μ. Γ., η οποία είναι διευθύντρια μισθοδοσίας της εναγομένης και υπάλληλος αυτής από το έτος 1991, όσο και από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτή. Η ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε ότι η εναγομένη απασχολούσε πάντοτε και δικηγόρους με πάγια αντιμισθία τους οποίους περιελάμβανε στις καταστάσεις προσωπικού τους, ότι η ενάγουσα ως εξωτερική συνεργάτης δεν περιελήφθη ποτέ στις καταστάσεις αυτές και ότι ουδέποτε η εναγομένη κατέβαλε για την ενάγουσα ασφαλιστικές εισφορές στο Ταμείο Νομικών, Προνοίας και ΚΕΑΔ. Η κατάθεση της μάρτυρος αυτής κρίνεται πειστικότερη από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, ο οποίος κατέθεσε περιστατικά τα οποία γνώριζε από αφηγήσεις της ενάγουσας και όχι από ιδία αντίληψη. Επιπλέον, η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται σοβαρά α) από το περιεχόμενο του από 8.5.2000 εγγράφου που η ενάγουσα απηύθηνε προς την εναγομένη, με το οποίο "ομολογεί" αφενός ότι η σχέση που την συνδέει με την τελευταία είναι αυτή του εξωτερικού συνεργάτη - δικηγόρου, αφετέρου ζητεί τη συνέχιση και επέκταση της συνεργασίας τους και σε άλλα τμήματα της εταιρίας, πάντα ως εξωτερικού συνεργάτη με απόδειξη παροχής υπηρεσιών ξεχωριστά για κάθε υπόθεση που θα αναλάμβανε, β) από τους προσκομιζόμενους με επίκληση πίνακες προσωπικού της εναγομένης των ετών 2002 - 2008 από τους οποίους προκύπτει ότι η εναγομένη απασχολούσε έως το έτος 2003 τρεις δικηγόρους με πάγια αντιμισθία, τον Μ. Ν., ο οποίος προσελήφθη το έτος 1972, τον Γ. Μ., ο οποίος προσελήφθη το έτος 1988 και τον Α. Π., ο οποίος προσελήφθη το έτος 1994, ενώ από το έτος 2003 έως και το έτος 2008, με σχέση έμμισθης εντολής απασχολούνταν στην εναγομένη μόνο ο Α. Π., γ) από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις αμοιβής της ενάγουσας οι οποίες συνοδεύονται από αναλυτικούς πίνακες των ενεργειών της, γεγονός που δεν θα συνέβαινε αν η ενάγουσα αμείβονταν με πάγια αντιμισθία και δ) από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις αμοιβών και παρακρατήσεων φόρου που χορηγούσε η εναγομένη στην ενάγουσα για να τις χρησιμοποιήσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Η παρακράτηση αυτή γίνεται μόνο για τους δικηγόρους χωρίς πάγια αντιμισθία, ενώ οι δικηγόροι με πάγια αντιμισθία φορολογούνται ως μισθωτοί (εδ. β παρ. 1 άρθρου 40 ν. 3323/1955). Τέλος, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ουδέποτε δήλωσε στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών την ύπαρξη πάγιας αντιμισθίας, όπως όφειλε κατ' άρθρο 28 παρ. 1 και 63 παρ. 8 του Κώδικα Δικηγόρων, το οποίο προφανώς θα είχε συμβεί αν είχε πράγματι την πεποίθηση ότι υφίστατο μεταξύ αυτής και της εναγομένης σχέση εντολής με πάγια αντιμισθία. Με βάση όλα τα παραπάνω εκτιθέμενα δεν υφίσταται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σχέση έμμισθης εντολής της ενάγουσας με πάγια αντιμισθία και συνεπώς όλες της οι αξιώσεις με βάση την ανωτέρω σχέση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες στην ουσία τους...". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι η σχέση που συνέδεε την ενάγουσα ήταν αυτή της έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, και στη συνέχεια επιδίκασε σ' αυτή τα αναφερόμενα στην απόφασή του ποσά, έσφαλε και έτσι απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με τις πιο πάνω παραδοχές της, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 4 και 92 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και συγκεκριμένα, όπως κατά λέξη αναφέρει: "α) δέχεται ότι "αυτονόητο ήταν ότι προσέρχονταν τακτικά στα γραφεία της εναγομένης, όπου και της ανατίθετο η εκάστοτε υπόθεση, μοιραζόμενη με άλλους συναδέλφους της - εξωτερικούς συνεργάτες - ένα γραφείο για την μελέτη των φακέλων", ενώ "είναι γνωστό και αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας ότι ο δικηγόρος που παρέχει τις υπηρεσίες του αμειβόμενος καθ' υπόθεση έχει δικό του γραφείο και εκεί μελετά τις ανατιθέμενες από τους εντολείς (πελάτες) υποθέσεις, ενώ στο γραφείο του εντολέως απασχολούνται οι παρέχοντες τις υπηρεσίες της έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή. β) Δέχεται ότι: 1) η αναιρεσίβλητη απασχολούσε και άλλους δικηγόρους με πάγια αντιμισθία τους οποίους περιελάμβανε σε καταστάσεις, στις οποίες δεν είχε και εμένα, 2) ότι δεν κατέβαλε η εναγομένη για μένα ασφαλιστικές εισφορές στο Ταμείο Νομικών, Προνοίας και ΚΕΑΔ, 3) Για την αμοιβή μου εξέδιδα αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και 4) δεν δήλωσα στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών την παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών μου στην αναιρεσίβλητη με πάγια αντιμισθία, καίτοι τούτο επιβάλλεται από διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων", ενώ "είναι τοις πάσι γνωστόν ότι οι εντολείς για να αποφύγουν τις συνέπειες της πάγιας αντιμισθίας εξαναγκάζουν τον έχοντα ανάγκη εργασίας δικηγόρο να μη δηλώνει στο Σύλλογο τον τρόπο αμοιβής του και να εκδίδει αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, όπως πράττουν οι καθ' υπόθεση αμειβόμενοι, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μη φανερή πάγια αντιμισθία ... εξάλλου, εκ του ότι η αναιρεσίβλητη απασχολούσε και άλλους δικηγόρους με πάγια αντιμισθία κατά την κοινή λογική δεν αποκλείεται να παρείχα κατά τον ίδιο χρόνο και εγώ, όπως πράγματι συνέβαινε". Επίσης, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο παραβίασε τις αυτές διατάξεις εκ πλαγίου, καθόσον δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα: "1) Δέχεται ότι αποδεικνύεται η ανυπαρξία της παροχής των υπηρεσιών μου με πάγια αντιμισθία από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσίβλητη αποδείξεις αμοιβής μου "οι οποίες συνοδεύονται από αναλυτικούς πίνακες των ενεργειών" μου, γεγονός που δεν θα συνέβαινε αν η ενάγουσα αμείβονταν με πάγια αντιμισθία", χωρίς όμως να αναφέρει η απόφαση ποιες ήσαν οι ενέργειες αυτές σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ...". 2) Το Εφετείο στήριξε την κρίση του ότι η ενάγουσα παρείχε στην εναγομένη νομικές υπηρεσίες εξωτερικού συνεργάτη και όχι με πάγια αντιμισθία, στις καταθέσεις των αναφερομένων στην αίτηση δύο προσώπων "που έχουν διευθυντικές θέσεις στην ιεραρχία της διοίκησης της εναγομένης και έχουν συμφέρον να συμπλέουν με τα συμφέροντα αυτής, ενώ δεν έλαβε καθόλου υπόψη της, παρείδε και δεν αναφέρει πουθενά τις καταθέσεις τριών μαρτύρων, που περιέχονται στις προσκομισθείσες με επίκληση από μένα ένορκες βεβαιώσεις ...", παραβιάζοντας, επιπλέον, τη θεμελιώδη δικονομική αρχή της ισότητας των διαδίκων. Επίσης με τον αυτό λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έχει καμιά αιτιολογία σχετικά με τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις της περιστατικά ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της παροχής των υπηρεσιών της ελάμβανε σταθερά κάθε έτος το ίδιο ποσό.

Οι πιο πάνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες. Το Εφετείο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 4 και 92 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δικαιολογούν την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Δεν ήταν δε αναγκαία η περαιτέρω αιτιολόγηση των παραδοχών του, όπως η εξειδίκευση των αναφερομένων στους αναλυτικούς πίνακες ενεργειών της αναιρεσείουσας εφόσον κατέληξε σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα, ούτε παραβιάζεται η δικονομική αρχή της ισότητας των διαδίκων, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) δικαίωμα, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Επίσης τα χαρακτηριζόμενα από την αναιρεσείουσα πιο πάνω, ως διδάγματα της κοινής πείρας, δεν αποτελούν τέτοια διδάγματα, αλλά απλά πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας για την στήριξη των απόψεών της. Σε κάθε δε περίπτωση τα ως διδάγματα της κοινής πείρας, χαρακτηριζομένα περιστατικά, αφορούν μόνο τη μη χρησιμοποίησή τους κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και, συνεπώς, δεν προβάλλεται αιτίαση που εμπίπτει στο άρθρο 559 παρ. 1 β' ΚΠολΔ και ο λόγος που κρίνεται είναι και εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά, όσα διαλαμβάνονται στον αυτό λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, διότι με την επίφαση της ιδρύσεώς του από την διάταξη αυτή του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικού λόγου, πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας των πραγματικών περιστατικών.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται, ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, ενώ με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, προς απόδειξη των ισχυρισμών της ως προς την συνδέουσα αυτήν και την εναγομένη έννομη σχέση της παροχής των δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, προσκόμισε και επικαλέστηκε τα αναφερόμενα και στο αναιρετήριο έγγραφα, ήτοι: Α) 39 δελτία παροχής υπηρεσιών (ΔΠΥ) προς την εταιρεία "Εμπορική Ασφαλιστική", που συγχωνεύθηκε στην εναγομένη, και αφορούν το χρονικό διάστημα από 26/3/1991 έως 8/7/1994, τα οποία εξέδιδε κάθε μήνα, για ποσό 100.000 ευρώ κατά μήνα (τα με ημερομηνία από 26-3-91 έως 13-10-92, για ποσό 120.000 τα υπόλοιπα (έως 8-7-94), πλην δύο (13/11 και 13/12/1992), που εκδόθηκαν για ποσό 160.000 ευρώ, ενώ αυτά που αφορούν το καλοκαίρι του 1991 και του 1993 εκδόθηκαν για ποσό 200.000 και 240.000 ευρώ, αντίστοιχα) Β) Τα αναφερόμενα στην αίτηση 8 Δελτία Παροχής υπηρεσιών, για τα έτη 1995 και 1996, που εξέδιδε κατά τρίμηνο, συνολικού ποσού 414.000 δρχ. Γ) 4 Δ.Π.Υ. για το έτος 1998 που εξέδιδε ανά δίμηνο ή τρίμηνο, ίσου για καθένα ποσού, των 540.000 δρχ. στις 6/4/98, 23/6/98, 24/9/98, 10/12/98. Δ) Τα αναφερόμενα στην αίτηση 14 Δ.Π.Υ. για το χρονικό διάστημα από 23/4/2002 έως 17/4/2008, συνολικού ποσού 11.150 ευρώ το έτος και 930 ευρώ τον μήνα, Ε) Βεβαιώσεις της εναγομένης για δήλωση φόρου εισοδήματος των ετών 2002 έως 2007. Κάθε μία απ' αυτές είναι ποσού 11.150 ευρώ. ΣΤ) 10 βεβαιώσεις εκδοθείσες από τα αρχεία του ΔΣΑ των ετών 1994, 1995, 1996, 2002, 2003, 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008 με τις παραστάσεις της στα Δικαστήρια για λογαριασμό της εναγομένης κάθε χρόνο, από τις οποίες προκύπτουν ότι ο αριθμός υποθέσεων κάθε χρόνο ήταν διαφορετικός (καίτοι η καταβαλλόμενη αμοιβή της ήταν σταθερή). Ζ) Τις ..., ... και .../2009 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες λήφθησαν νομοτύπως. Κατά τις αιτιάσεις δε της αναιρεσείουσας κανένα από πιο πάνω έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται ότι για την παροχή των υπηρεσιών της στην αναιρεσίβλητη και την δικαιοπάροχό της, ελάμβανε το αυτό ποσό για αμοιβή το έτος και τον μήνα από το 1990 μέχρι και το 2008 και τούτο ανεξαρτήτως του αριθμού των υποθέσεων, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο. Ενώ αν τα ελάμβανε θα κατέληγε σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδίως από την διαλαμβανόμενη σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και "όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου ως αποδεικτικά μέσα" καθώς και "τις υπ' αριθμ. ..., ... και .../2009 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την υπ' αριθμ. .../2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Γεροστάθη, που λήφθηκαν νόμιμα (άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ)" και τις αιτιολογίες της αποφάσεως σχετικά με το ζήτημα της μεταξύ των διαδίκων σχέσεως, ως σχέσεως που δεν είχε τον χαρακτήρα της έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, καθίσταται βέβαιο, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως επί του ζητήματος αυτού και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα. Η αναιρεσείουσα εμμένει ιδιαίτερα στη σημασία των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων, τα οποία αποδεικνύουν, όπως ισχυρίζεται, ότι αυτή ελάμβανε, ως αμοιβή σταθερά το ίδιο ποσό κατά μήνα, γεγονός που, κατά την άποψή της, από μόνο του αποδεικνύει τη βασιμότητα της αγωγής της και επέβαλε, εκ τούτου την ειδική μνεία αυτών και αξιολόγηση, ώστε να καθίσταται βέβαιο ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη. Το γεγονός, όμως, ότι, όπως και κατά την εξέταση του προηγουμένου λόγου αναφέρθηκε, το Δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) δικαίωμα, αποδίδει στα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, μεγαλύτερη αξιοπιστία (όπως λ.χ. το ειδικά μνημονευόμενο 8.5.2000 έγγραφο όπου η ενάγουσα "ομολογεί" αφενός ότι η σχέση που την συνδέει με την τελευταία είναι αυτή του εξωτερικού συνεργάτη - δικηγόρου κ.λπ.), από τα υπόλοιπα, μεταξύ των οποίων και τα πιο πάνω αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα, δεν έχει την έννοια ότι δεν τα έλαβε υπόψη του και αυτά, επειδή δεν έκανε και γι' αυτά ειδική αναφορά, και επειδή κατέληξε σε αντίθετο από το προσδοκόμενο από την αναιρεσείουσα συμπέρασμα, κρίνοντας, ανελέγκτως, μετά από τη γενόμενη συνεκτίμηση, ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα έχουν μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα ειδικώς αναφερόμενα. Επισημαίνεται δε ότι κρίσιμο προς απόδειξη περιστατικό στην προκειμένη υπόθεση είναι αν η αναιρεσείουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη στα πλαίσια και σε εκτέλεση συμβάσεως έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αμοιβή, δηλαδή αν καταρτίστηκε ή όχι τέτοια σύμβαση, και όχι ο τρόπος ή το ποσό που κατέβαλε σ' αυτή η αναιρεσίβλητη, ως αμοιβή των υποθέσεων που ανελάμβανε. Τα πιο πάνω έγγραφα που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα ήταν απλώς χρήσιμα προς έμμεση απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της και ως τέτοια λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Εφετείο με τις λοιπές αποδείξεις. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω, από τη διάταξη του εδαφίου α' της παρ. 1 του άρθρου 671 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρείται η προαναφερόμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, ακόμη και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους και γενικά κάθε είδους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που είναι χρήσιμα για έμμεση απόδειξη. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθοριζόμενη από το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου διαδικασία. Μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο είναι και η συναγωγή τεκμηρίου από έγγραφο, του οποίου αμφισβητήθηκε η γνησιότητά του. Αν δε το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου του, λάβει ή δεν λάβει υπόψη το πιο πάνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. α' του Κ.Πολ.Δ., αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο προτού διαπιστώσει, όπως οφείλει, αν αυτό εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο, του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα της υπογραφής, αλλά μόνο προβάλλεται πλαστότητα του περιεχομένου του, εξετάζει τον περί πλαστότητας ισχυρισμό, μόνο αν η εν λόγω ένσταση προτάθηκε παραδεκτώς, ήτοι κατά τη συζήτηση κατά την οποία το έγγραφο για πρώτη φορά προσκομίσθηκε. Ο κατ' ένσταση δε ισχυρισμός περί πλαστότητας εγγράφου χωρίς προσκομιδή των αποδεικτικών της πλαστότητας εγγράφων και της αναφοράς του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία (άρθρο 461 ΚΠολΔ), των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος και το δικαστήριο της ουσίας, αν δεν λάβει υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, δεν υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίο δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν εμπίπτει σε μία από τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Η διάταξη δε αυτή, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα έλαβε υπόψη του τις "προσκομιζόμενες αποδείξεις αμοιβής της ενάγουσας οι οποίες συνοδεύονται από αναλυτικούς πίνακες των ενεργειών της", γεγονός από το οποίο το Εφετείο συνήγαγε ότι αυτό "δεν θα συνέβαινε αν η ενάγουσα αμείβονταν με πάγια αντιμισθία", πλην όπως, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, "τα έγγραφα αυτά εξήχθησαν προφανώς από τους πίνακες των υποθέσεων που τηρεί η αναιρεσίβλητη, δεν έχουν καμιά σχέση με τις υποθέσεις που μου ανέθεσε και τις αμοιβές μου που έλαβα... αποτελούν έγραφα χαλκευμένα και όντα άσχετα με τις αμοιβές μου, προσκομίσθησαν με επίκληση από την εναγομένη με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία μου ..., κατά το επιδιωκόμενο με την αγωγή ποσό της αμοιβής μου ..." και ότι έγγραφα αυτά, "ως προϊόντα αξιόποινης πράξεως δεν επιτρέπεται από το νόμο να ληφθούν υπόψη και εκτιμηθούν". Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της ήδη αναιρεσείουσας, που προσκόμισε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, προς απόκρουση της κατ' αυτής εφέσεως, προκύπτει ότι είχε προβάλλει ότι η αντίδικός της είχε προσκομίσει Δ.Π.Υ. των ετών 2002 - 2008, στα οποία είχε ενσωματώσει σκόπιμα δικά της μεταγενέστερα έγγραφα παραποιώντας τα Δ.Π.Υ. που της χορηγούσε καθώς και καταστάσεις που κατήρτιζε και χορηγούσε, ανεξάρτητα από τα Δ.Π.Υ., οι οποίες αφορούσαν τα πραγματικά της έξοδα για τον χειρισμό της κάθε υπόθεσης, και ότι στις προσκομιζόμενες από αυτή φωτοτυπίες των Δ.Π.Υ. "στα κενά και μετά το Δ.Π.Υ. υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων της μεταγενέστερες της εκδόσεως από εμένα του Δ.Π.Υ. με διάφορους αυθαίρετους συσχετισμούς" και ότι από την ανάγνωση των "προσαγόμενων - κατασκευασμένων από την εναγομένη εγγράφων", προκύπτει ότι η αντίδικός της καταβάλλει προσπάθεια να συσχετίσει την πάγια αμοιβή που της κατέβαλε με τις υποθέσεις που χειριζόταν, ώστε να εμφανίσει την πάγια αμοιβή της ως δήθεν αμοιβή καθ' υπόθεση. Στη συνέχεια δε η ήδη αναιρεσείουσα στις προτάσεις της εκείνες παραθέτει συγκεκριμένες περιπτώσεις και παραδείγματα της προσπάθειας της αντιδίκου της για αλλοίωση της πραγματικότητας και για παραπλάνηση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του Εφετείου, και τους λόγους για τους οποίους η προσπάθειά της αυτή ήταν αναποτελεσματική. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι αναφερόμενες αιτιάσεις στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, αφορούν αποκλειστικά και μόνο στα μνημονευόμενα σ' αυτές Δελτία Παροχής Υπηρεσιών (Δ.Π.Υ.) και όχι στους "πίνακες" που αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη. Επιπλέον δεν καθίσταται σαφές αν η αναιρεσείουσα πρόβαλε ένσταση πλαστότητας των αναφερομένων στις προτάσεις της εγγράφων, δηλαδή αν οι αναφερόμενες σ' αυτές μεταγενέστερες "χειρόγραφες σημειώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων" της αναιρεσίβλητης στις φωτοτυπίες των Δ.Π.Υ. που προσκόμισε στο Δικαστήριο, είχαν την έννοια ότι αυτές υπήρχαν εξ αρχής (δηλαδή πριν υπογραφούν από την αναιρεσείουσα), ή αποτελούν απλές σημειώσεις της ίδιας, που τέθηκαν εκ των υστέρων επί των φωτοτυπιών των Δ.Π.Υ. που προσκομιστήκαν στο Δικαστήριο, προκειμένου να διευκρινισθούν, κατά τις απόψεις της, οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας, προς εξόφληση των οποίων αυτές εκδόθηκαν. Σε κάθε δε περίπτωση δεν διαλαμβάνεται στις προτάσεις αυτές παραδεκτώς προτεινόμενη σαφής και ορισμένη ένσταση πλαστότητας των εγγράφων αυτών (με αναφορά του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία και των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη αυτής), ούτε άλλος σαφής και ορισμένος ισχυρισμός ότι, για οποιανδήποτε νόμιμο λόγο, τα πιο πάνω έγγραφα αποτελούν μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, ώστε και το δικαστήριο της ουσίας να υποχρεούται να λάβει υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς (ούτε άλλωστε η αναιρεσείουσα πρόβαλλε λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 8 του ΚΠολΔ, με ανάλογη αιτίαση). Απλώς η ήδη αναιρεσείουσα με όσα διαλάμβανε στις προτάσεις της, εξέθετε, προς αντίκρουση της κατ' αυτής εφέσεως, ότι οι επί των προσκομισθέντων από την αναιρεσίβλητη Δ.Π.Υ. σημειώσεις, ήσαν αυθαίρετες και δεν αποδείκνυαν τους ισχυρισμούς της. Ενόψει δε αυτών ο προβαλλόμενος λόγος, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αυτόν αναιρέσεως - περί μη επιτρεπόμενου αποδεικτικού μέσου - δεν είχε προταθεί στο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν εντεύθεν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντεστάνσεως.

Συνεπώς, αποτελούν πράγματα οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι, ενώ κατά της διατάξεως του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα της αγωγής της να της επιδικασθεί κατ' αρθρ. 57 και 932 Α.Κ. το ποσό των 50.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, από τον τρόπο "που έγινε από την εναγομένη η "άτακτη" καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής", και με τον έκτο λόγο της έφεσής της ζήτησε να γίνει και κατά το μέρος αυτό δεκτή η αγωγή της, το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει τον λόγο αυτό της έφεσης και έτσι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά και της ρητής αναφοράς ότι η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας πρέπει "να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού οι λόγοι της στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ύπαρξης σχέσεως έμμισθης εντολής", καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος και τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, ως προς τον τρόπο "που έγινε από την εναγομένη η "άτακτη" καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής", δεδομένου ότι, όπως κρίθηκε, ουδεμία άτακτη καταγγελία τέτοιας συμβάσεως έγινε δεκτό ότι έγινε.

V. Οι λόγοι αναίρεσης από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προϋποθέτουν εφαρμογή ουσιαστικών και όχι δικονομικών διατάξεων νόμου, όπως είναι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 176, 178 και 179 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός, εν όλω ή εν μέρει, των δικαστικών εξόδων λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 176, και 179 ΚΠολΔ για καταδίκη της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα προβάλει ότι το Εφετείο που συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις και απέρριψε τη δική της και την καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη της αντιδίκου εκ 580 ευρώ, και δέχτηκε την έφεση της αντιδίκου και επέβαλε εις βάρος της δικαστική εκ 1.400 ευρώ, ενόλω (580+1.400=)1.980 ευρώ. Έπρεπε, κατά την αναιρεσείουσα, κατ' εφαρμογή και της διάταξης του άρθρ. 246 ΚΠολΔ, αφού συνεκδίκασε, τις αντίθετες εφέσεις, ενόψει της ιδιαίτερης δυσχέρειας των ζητημάτων, να συμψηφίσει αυτή στο σύνολο της, άλλως να επιβάλει μία δαπάνη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, κατά τα προεκτεθέντα, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, η περί δικαστικών εξόδων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ.

Ακολούθως, μετά την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-3-2011 αίτηση (αρ. καταθ. 250/30-3-2011) της Ε. συζ. Ν. Σ., το γένος Κ., για αναίρεση της 815/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ