Legislator Case Law & Legislation
299/2011 AI generated

299/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 299/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 299 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 299/2011

Legislator headnote

AI generated

299/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 299 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 299/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 299 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 299/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Κ. συζ. Ι. Μ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ... και 2. Μ. συζ. Θ. Γ., το γένος Ν. Μ., κατοίκου ..., οι οποίες, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Στυλιανή Πατρώνα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ί. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βογιατζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 30-9-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, β) με την από 13-11-1998 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση των ήδη αναιρεσειουσών και γ) με την από 14-10-1999 πρόσθετη παρέμβαση της Α. Π., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2001 μη οριστική, 1563/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2077/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24-8-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 16-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ.14 KΠολΔ. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός τόσο της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο όσο και των ορίων του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά των αντιδίκων του εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, το οποίο εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, διαλαμβάνεται, ότι ο ενάγων έγινε κύριος με παράγωγο τρόπο (αγορά από αληθινό κύριο) και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) των κατ' είδος, έκταση και όρια περιγραφομένων τριών συνεχόμενων αγροτεμαχίων, τα οποία αποτελούν ένα ενιαίο μεγαλύτερο αγρόκτημα, το οποίο, όπως επί λέξει αναφέρεται στην αγωγή, "φαίνεται στο από Σεπτεμβρίου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Τ. Γ., με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΑ σε ενιαία συνολική έκταση 7.227, 63 τ.μ., και συνορεύει ολόκληρο το κτήμα, ανατολικά επί πλευράς ΑΔ 95,15μ., Δ-Δ2 93,55μ., Δ2 Ε 65,25μ. και ΕΖ 65,50 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Π., πρώην Α. χήρας Δ. Μ., δυτικά με πλευρά μέτρων 118,30μ., Ι Π 139,75μ., και Π Θ 68,65μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Π., πρώην Ι. Γ., και εν μέρει με σχηματισθείσα για τις ανάγκες των γύρα) κτημάτων χωμάτινη αγροτική οδό, βόρεια με πλευρά ΜΑ με ιδιοκτησία Λ., πρώην Ν. και τεμνόμενη η πλευρά αυτή και με στοιχεία ΒΓΡΚΑΞΒ με την σχηματισθείσα ασφάλτινη αγροτική οδό …, νότια σε πλευρά ΖΗΘ με χωμάτινη αγροτική οδό και εν μέρει σε πλευρά Θ Η με ιδιοκτησία Α. Τ., και ότι οι εναγόμενοι κατά το καλοκαίρι του 1996 κατέλαβαν το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 242,77 τ.μ, το οποίο έχει σχήμα περίπου τετραγώνου, βρίσκεται στη μέση ακριβώς του πιο πάνω ενιαίου αγροκτήματος, φαίνεται στο πιο πάνω σχεδιάγραμμα με αριθμό 1 και με στοιχεία Δ1Δ2Δ3Δ4Δ1, και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία αυτού (ενάγοντος), πλην της ανατολικής πλευράς του, που συνορεύει σε πλευρά 16 μέτρων με ιδιοκτησία Π. - πρώην Α. Μ. και πέραν αυτής με άλλη ιδιοκτησία των εναγόμενων. Από την ως άνω περιγραφή του επίδικου ακινήτου (των 242,77 τ.μ) δε δημιουργείται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του, και, συνεπώς, δεν πάσχει αοριστία η ένδικη αγωγή για το λόγο αυτό. Το γεγονός ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο και εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο (και η μεγαλύτερη έκταση στην οποία αυτό εμπίπτει) δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή και επιπλέον δεν αναφέρεται τμήμα ποίων εκ των τριών ακινήτων είναι το επίδικο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη ως προς την περιγραφή του, αφού με τον προσδιορισμό της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο (ενιαίο) ακίνητο των 7.227, 63 τ.μ. και των ορίων του δε γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, όπως όφειλε, κατά τις αναιρεσείουσες, μετ' αποδοχή του περί αοριστίας της λόγου έφεσης των τελευταίων.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, και όχι και από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, (όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

2.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1997). Πράγμα υπό την έννοια αυτή είναι και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και αφορά αυτοτελή ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με το δεύτερο λόγος αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που συνίσταται στο ότι δεν έλαβε υπόψη τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους, που αφορούσε τον ισχυρισμό τους, "ότι μεταξύ της ιδιοκτησίας τους που απέκτησαν με το …/1975 συμβόλαιο και της ιδιοκτησίας του αντιδίκου τους δεν παρεμβαλλόταν "ιδιοκτησία Π." και κατά συνέπεια οι τίτλοι του δεν εφαρμόζονταν στην περιοχή". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός, (που προτάθηκε με τον τέταρτο λόγο έφεσης), συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής και δεν αφορά αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή, "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια.

3.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτές νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντος και ότι αυτός δεν ασκούσε πράξεις νομής σ' αυτό. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι δεν έλαβε υπόψη, α) την υπ' αριθ. …/11-9-1996 βεβαίωση του Δήμου Καλυβίων, β) το υπ' αριθ. …/1969 συμβόλαιο δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Φλωρεντίας Αθανασάκη, γ) το από Ιουνίου 1963 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σ. Σ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο υπ' αριθ. …/1963 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ε. Ζώγγου και δ) την υπ' αριθ. 32/1997 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου. Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι ο ενάγων έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (αγορά από αληθινό κύριο) και πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), κρίνοντας, αφενός, ότι αυτό περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους τίτλους και, αφετέρου, ότι το κατείχε με διάνοια κυρίου με τα νόμιμα προσόντα επί τον απαιτούμενο χρόνο. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος.

4.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, ο αναφερόμενος σ' αυτό λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν έγινε συνεκτίμηση αυτού μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αυτό αναφορικά με το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος. Και αυτό γιατί στην τελευταία περίπτωση δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου παρά μόνο με τη εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του …/1975 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Τριαντόπουλου, δεχόμενο, ότι σύμφωνα με αυτό το νοτιοδυτικό όριο του περιγραφομένου σ' αυτό αγροτεμαχίου τους είναι "η ιδιοκτησία εταιρείας Σ.- Π. πρώην ιδιοκτησία Α. χήρας Δ.. Μ.", αντί του αληθούς "ιδιοκτησία εταιρείας Σ. νυν και πρότερον χήρας Δ. Μ." και, έτσι, κατέληξε στο εσφαλμένο πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντος. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του για το ουσιώδες ζήτημα, ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους τίτλους του ενάγοντος, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα, όπως ρητά σ' αυτήν αναφέρεται, στην κατάθεση του μάρτυρα του τελευταίου Μ. Χ., τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε. Κ. και Σ. Λ., καθώς και την 418/2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την 159/2001 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πραγματογνώμονα τοπογράφου μηχανικού Α. Γ., και όχι αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο ανωτέρω έγγραφο (συμβόλαιο). Επομένως, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-8-2009 αίτηση των Κ. συζύγου Ι. Μ. και Μ. συζύγου Θ. Γ. για αναίρεση της 2077/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ