Legislator Case Law & Legislation
299/2010 AI generated

299/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 299/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

299/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Keywords

AI generated
right to know one's parentage parental alienation syndrome paternity leave curatorship for establishing paternity action to contest paternity artificial reproduction
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 299 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 299/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λιβανό.

Της αναιρεσίβλητης:Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπατσίκη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 10-3-2004 ανακοίνωση δίκη μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1654/2005 μη οριστική, 2247/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3851/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-11-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν το άρθρο 1481 εδαφ. α' ΑΚ "η πατρότητα τεκμαίρεται, αν αποδειχθεί ότι αυτός, για τον οποίο προβάλλεται ισχυρισμός ότι είναι πατέρας, είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης", κατά δε το άρθρο 1468 αυτού "κρίσιμο διάστημα της σύλληψης θεωρείται το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοστή και την εκατοστή ογδοηκοστή ημέρα πριν από τον τοκετό".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη δικαστική αναγνώριση του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο, αρκεί να αποδειχθεί ότι εκείνος που ενάγεται ως πατέρας, ήλθε κατά το μεταξύ των 180 έως 300 ημερών προ του τοκετού διάστημα σε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα του τέκνου. Αποδεικνυομένου δε του γεγονότος αυτού, της σαρκικής κατά το κρίσιμο διάστημα συνάφειας κατά οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να απαιτείται λεπτομερής περιγραφή του τρόπου τελέσεως αυτής, αρκούσης και της εκ του συνόλου των περιστάσεων μαρτυρίας της συντελέσεώς της, γεννάται τεκμήριο για την πατρότητα του εναγομένου και δεν απαιτείται η απόδειξη οποιουδήποτε άλλου περιστατικού.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 255 εδ. β' ΑΚ, συνάγεται ότι η παραγραφή αναστέλλεται, αν μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο δικαιούχος εμποδίστηκε να ασκήσει την αξίωσή του με δόλια συμπεριφορά του υποχρέου. Η διάταξη αυτή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου, σύμφωνα με την οποία ο δόλος δεν είναι ανεκτός στις συναλλακτικές σχέσεις.

Συνεπώς, τέτοια δόλια συμπεριφορά υπάρχει, όταν οι προβαλλόμενες από τον υπόχρεο δικαιολογίες για την πρόσκαιρη μη ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως είναι προσχηματικές, ενώ στην πραγματικότητα κατευθύνονται στο να συνεχισθεί η απραξία του δικαιούχου. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αρνητικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στην απόρριψη της εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία, κατ' αποδοχή της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αναγνωρίσθηκε ο πρώτος ως πατέρας του ανηλίκου τέκνου της, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Οι διάδικοι γνωρίστηκαν το έτος 1997 και σύντομα αυτή η ερωτική τους σχέση εξελίχθηκε σε δεσμό. Περί το 1997, άρχισαν να συζούν σε μισθωμένο ακίνητο επί της οδού .... Αργότερα εγκαταστάθηκαν σε μονοκατοικία επί της οδού ... και στη συνέχεια σε διαμέρισμα στην ίδια περιοχή επί της οδού.... Τη σχέση αυτή διατηρούσε ο εναγόμενος παράλληλα με την οικογένειά του, την οποία είχε αποκτήσει μετά από νόμιμο γάμο με την ....

Η ενάγουσα, πιστέψασα στις υποσχέσεις του εναγομένου ότι θα έπαιρνε διαζύγιο από τη σύζυγό του και θα την νυμφευόταν, αφοσιώθηκε στον τελευταίο (εναγόμενο) και ανεξάρτητα από τυχόν παλιές της γνωριμίες με άνδρες διατήρησε μαζί του ερωτική σχέση. Αποτέλεσμα των συνευρέσεών τους ήταν η εγκυμοσύνη της ενάγουσας, για την οποία ο εναγόμενος δεν εξέφρασε καμία αμφιβολία ως προς την πατρότητα του κυοφορούμενου, αλλά συνέχισε να έχει σχέση μαζί της.

Μάλιστα, συνέδραμε την προσπάθειά της για την απόκτηση τέκνου, αφού αυτός την προέτρεψε να εισαχθεί και μάλιστα με το όνομά του σε ιδιωτικό μαιευτικό κέντρο, στο οποίο και πλήρωσε όλα τα έξοδα, προκειμένου να υποβληθεί σε λαπαροσκοπική λύση εμφύσεων. Στις ... η ενάγουσα γέννησε στο ανωτέρω μαιευτικό κέντρο ένα άρρεν τέκνο, το οποίο στη συνέχεια βαπτίσθηκε και έλαβε το όνομα Θ.

Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης του τέκνου, δηλαδή από τις 16-6-1997 (300η ημέρα πριν το τοκετό) έως και την 14-10-1997 (180η ημέρα πριν το τοκετό), οι διάδικοι είχαν σαρκικές επαφές, κατά δε τη γέννηση του εν λόγω τέκνου επισκέφθηκε την ενάγουσα στο μαιευτήριο προσφέροντάς της άνθη και δώρα. Κάλυψε δε πλήρως τις δαπάνες του τοκετού στο ανωτέρω μαιευτήριο, όπως συνέχισε να καλύπτει και τις δαπάνες συντήρησης και διατροφής του ανηλίκου τέκνου, συμπεριφερόμενος προς αυτό ως πατέρας, διαβεβαιώνοντας και καθησυχάζοντας την ενάγουσα ότι θα αναγνωρίσει εκούσια το ως άνω τέκνο, ως γνήσιο δικό του.

Κατά τακτά χρονικά διαστήματα κατέβαλλε στην ενάγουσα σημαντικά χρηματικά ποσά με καταθέσεις στον τραπεζικό της λογαριασμό και με επιταγές. Η ως άνω κατάσταση συνεχίσθηκε μέχρι το Μάιο 2003, οπότε και διέκοψε εντελώς την επικοινωνία του με την ενάγουσα και έπαυσε· να καταβάλλει σ' αυτήν χρήματα. Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν τόσο από την κατάθεση του επ' ακροατηρίου εξετασθέντος μάρτυρος της ενάγουσας, ο οποίος μεταξύ άλλων καταθέτει, γνωρίζων εξ ιδίας αντιλήψεως, ότι ο εναγόμενος οδηγώντας ένα αυτοκίνητο τύπου ..., πήρε αρκετές φορές την ενάγουσα από το σπίτι του (μάρτυρα), βγήκε με τον γιο του (μάρτυρος επίσης) για φαγητό και ότι τον Ιούνιο του 1997, προκειμένου να παραστεί στην κηδεία του πατέρα της ενάγουσας στο ..., κατέφθασε με ελικόπτερο της "Ολυμπιακής Αεροπορίας", όσο και από την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ...

ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία με σαφήνεια και έχουσα ιδίαν αντίληψη κατέθεσε και μάλιστα με λεπτομέρειες γεγονότα αφορώντα στον ερωτικό δεσμό των διαδίκων και στη γέννηση του εξώγαμου τέκνου τους. Οι καταθέσεις αυτές δεν αναιρούνται ούτε από την κατάθεση του επ' ακροατηρίου εξετασθέντος μάρτυρα του εναγομένου, ο οποίος αφενός καταθέτει συμπερασματικά και αφετέρου δεν γνωρίζει γεγονότα εξ ιδίας αντιλήψεως, αλλά από διηγήσεις του ενάγοντος σχετικά με τον δεσμό των διαδίκων.

Αλλά ούτε και η ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών μάρτυρας του εναγομένου Τ, στην υπ' αρ. 1258/05 ένορκη βεβαίωσή της, κατέθεσε κάτι συγκεκριμένο, ικανό να αναιρέσει τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά, περιοριζόμενη εν πολλοίς στο παρελθόν της ενάγουσας και όσα αορίστως καταθέτει για το μετά τον Μάιο του 1997 χρονικό διάστημα, τα γνωρίζει από πληροφορίες.

Επιπροσθέτως, η αποδιδόμενη στον εναγόμενο πατρότητα του εν λόγω ανηλίκου απεδείχθη και από τη διεξαχθείσα ιατρική πραγματογνωμοσύνη και τον έλεγχο της πατρότητας με τη μέθοδο αποτύπωσης DNA, που είχε διαταχθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο έλεγχος διεξήχθη στα ιατρεία του διαγνωστικού κέντρου Γενετικής και στο ειδικό Τμήμα Μοριακής Γενετικής τούτου, διευθυντής του οποίου είναι ο ιατρός-γενετιστής ..., ο οποίος ορίσθηκε με την προαναφερθείσα 1654/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ο οποίος υπογράφει μαζί με τον υπεύθυνο του τμήματος τούτου Μοριακό-γενετιστή ...

τη σχετική ανάλυση αποτελεσμάτων αποτύπωσης DNA (DNA PROFILING) και μόνος του την από 5-12-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στην οποία αποφαίνεται ότι ο εναγόμενος έχει κοινούς πολυμορφισμούς με το εξεταζόμενο τέκνο και ότι η πιθανότητα πατρότητας του πρώτου είναι μεγαλύτερη του 99,999%. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, έκρινε ακολούθως το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων είναι πατέρας του ανηλίκου τέκνου της αναιρεσίβλητης Θ.

Περαιτέρω και αναφορικά με την ένσταση εκείνου για πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας ασκήσεως της ένδικης αγωγής και την αντένσταση της αναιρεσίβλητης για αναστολή της προθεσμίας αυτής, για τη θεμελίωση της οποίας επικαλέσθηκε δόλο του αναιρεσείοντος, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος καθ' όλο το χρονικό διάστημα της ερωτικής τους σχέσης διαβεβαίωνε την ενάγουσα ότι θα αναγνωρίσει το τέκνο και ότι, λαμβάνοντας διαζύγιο από τη νόμιμη σύζυγό του, θα την νυμφευόταν.

Οι δηλώσεις του αυτές, συνεχίζει το Εφετείο, που είχαν σκοπό παρελκυστικό προκειμένου να παρέλθει η 5ετής αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας για την αναγνώριση του τέκνου της από αυτόν, διήρκεσαν μέχρι τον Μάιο του 2003. Έτσι, η ενάγουσα δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την άσκηση του δικαιώματός της επί 5 και πλέον έτη (χρόνος γεννήσεως τέκνου 11-4-1998 και άσκηση της σχετικής αγωγής την 1-8-2003).

Η προθεσμία όμως αυτή είχε ανασταλεί για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω και δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα ένσταση του αναιρεσείοντος περί παρόδου της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 1483 παρ. 1 εδαφ. α ΑΚ πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων είναι πατέρας του ανηλίκου τέκνου της αναιρεσίβλητης.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερομένων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και ιδίως ως προς τα ουσιώδη ζητήματα τόσο της σαρκικής συνάφειας, την οποία είχε επανειλημμένως ο αναιρεσείων με την αναιρεσίβλητη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, συνεπεία της οποίας τεκμαίρεται η πατρότητά του, όσο και της αναστολής της προθεσμίας ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά του δικαιολογητικού λόγου διακοπής, εκ μέρους του αναιρεσείοντος της ερωτικής του σχέσης με την αναιρεσίβλητη από τον Μάιο του έτους 2003, ούτε η ειδικότερη αιτιολόγηση του τρόπου και του χρόνου των διαβεβαιώσεων του αναιρεσείοντος περί τελέσεως γάμου με την αναιρεσίβλητη και αναγνωρίσεως ως εκ τούτου του τέκνου του, ούτε ο προσδιορισμός του αριθμού και της ηλικίας των τέκνων του από τον γάμο του με άλλη γυναίκα, ούτε η αιτιολόγηση του λόγου διακοπής των σχέσεών του με την αναιρεσίβλητη, ούτε, τέλος, η αναφορά των στοιχείων στα οποία στηρίζεται η παραδοχή περί παρελεύσεως της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται αιτίαση σε σχέση με τις παραδοχές της προσβαλλομένης περί υπάρξεως σαρκικής συνάφειας μεταξύ των διαδίκων και παρακώλυσης της αναιρεσίβλητης προς άσκηση του δικαιώματός της, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις σχετικά με την εκτίμηση, αξιολόγηση και συσχετισμό των αποδείξεων και με τα επιχειρήματα, βάσει των οποίων το Εφετείο κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της ύπαρξης σαρκικής συνάφειας κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 παρ. 1β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε λανθασμένα ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή για να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθή έννοια των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτούς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από την ανωτέρω διάταξη προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων, έγγαμος με τρία τέκνα, συνέδραμε την αναιρεσίβλητη στην απόκτηση τέκνου, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το δίδαγμα κοινής πείρας, ότι όποιος "έχει πρόσφατα παντρευτεί και έχει αποκτήσει γνήσια τέκνα παιδικής και βρεφικής ηλικίας, δεν πασχίζει για την απόκτηση και άλλου, εκτός γάμου, τέκνου με άλλη γυναίκα" και επιπλέον, με το να μη δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη, εφόσον συζούσαν επί πενταετία, όφειλε να γνωρίζει το μορφωτικό του επίπεδο και ειδικότερα ότι δεν ήταν μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος του Πολυτεχνείου αλλά απόφοιτος Λυκείου, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι "σε περίπτωση μακροχρόνιας ερωτικής σχέσης οι σύντροφοι γνωρίζουν σε βάθος όλα τα προσωπικά στοιχεία του άλλου".

Με το περιεχόμενο αυτό, ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι τα παρατιθέμενα συμπεράσματα δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας, αλλά αποτελούν απλά πραγματικά επιχειρήματα για την στήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος, σε κάθε δε |περίπτωση δεν αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου.

Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το ουσιαστικό δικαστήριο πρέπει, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ήτοι, μεταξύ άλλων, τα έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται προς άμεση απόδειξη ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Δεν είναι όμως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να καθίσταται αναμφίβολο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, των οποίων έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της καθεμιάς από αυτές.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο και το τελευταίο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι δεν είναι βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε εξ ολοκλήρου υπόψη α) την προσκομισθείσα με επίκληση υπ' αριθμ. ...

ένορκη βεβαίωση της αδελφής του, ... και β) το προσκομισθέν από την αναιρεσίβλητη και επικληθέν και από τον ίδιο αντίγραφο ιατρικής εξέτασης του Μαιευτικού Κέντρου ..., καθώς και το υπ' αριθμ ... πιστοποιητικό οικογενειακής του κατάστασης του Δήμου .... Επίσης, υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. ...

ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Τ, η οποία δόθηκε για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτός πρωτοδίκως και κατ' έφεση, διότι δεν αναφέρεται στη γενική μνεία του δικαστηρίου που αφορά και τις λοιπές ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα.

Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι το αποδεικτικό του πόρισμα το σχημάτισε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις υπ' αριθμ. ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και από όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους με επίκληση σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και τα ως άνω (υπό α' και β') αποδεικτικά έγγραφα.

Η έλλειψη δε, στην προσβαλλομένη απόφαση, ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης των υπό στοιχείο β' εγγράφων δεν δημιουργεί αμφιβολία για τη συνεκτίμησή τους. Ακόμη, είναι απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και την άνω υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωση, αφού όχι μόνο τη μνημονεύει (ρητώς) στην απόφασή του, αλλά και - προβαίνει σε ειδική ανάλυση και αξιολόγησή της.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ απορρέοντες, ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.

Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 1468 ΑΚ, καθόσον αυτό (Εφετείο) δέχθηκε, ως καταληκτική χρονολογία του κρίσιμου διαστήματος της συλλήψεως του τέκνου, την 14.10.1997, ενώ κατά τον αναιρεσείοντα η χρονολογία αυτή είναι η 9.10.1997. Όμως, η - έστω και εσφαλμένη - παραδοχή αυτή του Εφετείου είναι πλεοναστική και δεν ασκούσε, ως εκ τούτου, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού για τη στήριξη του διατακτικού της αποφάσεώς του αρκεί η πραγματική του διαπίστωση ότι οι διάδικοι είχαν σαρκικές επαφές μεταξύ τους κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της συλλήψεως και δη από την 300η έως την 180η ημέρα πριν από τον τοκετό (11.4.1998), το διάστημα δε αυτό, ως προς τις συγκεκριμένες ημέρες ενάρξεως και λήψεώς του, προκύπτει ευθέως από το ημερολόγιο και δεν υπήρχε καμμία ανάγκη να προσδιορισθεί από το Εφετείο. Επομένως, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αλυσιτελής.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3851/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ