299/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 15680/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2341/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Απριλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκεν μόνον ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο τμήμα του, λόγοι της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.
Legislator headnote
AI generated299/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφόσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 299 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 299/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γραμματά Κουρτούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: ... , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 15680/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2341/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Απριλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκεν μόνον ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο τμήμα του, λόγοι της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από την έκθεση επίδοσης .. του δικαστικου΄επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... , την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 12-4-2005 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς την αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ'αυτήν. 'Όμως η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 εδ.α' και γ' ίδιου Κώδικα).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι, α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος (ζημίας).
Γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση, κατά την πιο πάνω διάταξη, αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, για την τέλεση της οποίας αρκεί η ζημία του παθόντος να οφείλεται σε περιουσιακή διάθεση εκ μέρους του από πλάνη, που προκλήθηκε με δόλο του δράστη. Όμως στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια τού παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος.
Εφόσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής.
Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας πιο πάνω διάταξης, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Από τη διάταξη δε του άρθρου 298 εδ. β΄ του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξιώσεως αποζημιώσεως αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν η ανωτέρω συμπεριφορά (από δόλο ή αμέλεια), κατά την κοινή πορεία και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, κατατείνει αντικειμενικά στην παραγωγή της ζημίας.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς, από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/99).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: Η πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), ως ελεύθερη επαγγελματίας και συγκεκριμένα με την ιδιότητα του χρηματοασφαλιστικού συμβούλου, παρείχε τις υπηρεσίες της, σε διάφορες ασφαλιστικές εταιρίες.
Στα πλαίσια της επαγγελματικής της απασχόλησης, ο .... , ο οποίος ασχολούνταν με συναφές αντικείμενο δραστηριότητας, την σύστησε στον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος εφέρετο ότι είχε συστήσει μία εταιρία επενδύσεων, με την επωνυμία "GLOBAL INVESTMENT FINANCE - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ" με τον διακριτικό τίτλο ""GLOBAL INVESTMENT FINANCE Α.Ε.", της οποίας ο ίδιος ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος.
Για το σκοπό αυτό, ο τελευταίος είχε μισθώσει, ένα πολυτελές γραφείο, στο Εμπορικό Κέντρο με την επωνυμία "Πλατεία" Θεσσαλονίκης, προκειμένου να εμφανίζει την εικόνα ατόμου, που διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία, κάτι άλλωστε, που δήλωνε και ο ίδιος προς τρίτους, καθώς και ότι λόγω της απασχόλησής του με τα χρηματοοικονομικά και με βάση τους τίτλους σπουδών, που είχε αποκτήσει, είχε ιδιαίτερη εμπειρία, σε ό,τι αφορά το χρηματιστήριο.
Η πρώτη εναγομένη, λόγω γνωριμίας της, από πολλών ετών, με τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) και ενόψει του γεγονότος ότι το Φθινόπωρο του έτους 2000, είχε αρχίσει η πτωτική πορεία του χρηματιστηρίου, τον συνέστησε, όπως και άλλους πελάτες της, στον δεύτερο εναγόμενο, προκειμένου να επενδύσουν κατά τον καλλίτερο δυνατό τρόπο, τα χρήματά τους.
Αυτή (α΄ εναγομένη), λόγω αφενός της γνωριμίας της με τον .... , στον οποίο είχε εμπιστοσύνη και ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, της είχε συστήσει τον δεύτερο εναγόμενο και αφετέρου, του χώρου εργασίας και της εν γένει προσωπικότητας του τελευταίου, θεώρησε ότι πράγματι διέθετε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ο ίδιος, αλλά και η φερόμενη ως επενδυτική εταιρία, την οποία ισχυριζόταν ότι είχε συστήσει.
Τις πληροφορίες αυτές και συγκεκριμένα ότι πρόκειται γι' αξιόλογη εταιρία, με ευρύ κύκλο εργασιών και μεγάλη οικονομική επιφάνεια και χρηματοπιστωτική ικανότητα, αφού την στηρίζουν και οικονομικοί παράγοντες της πόλεως Θεσσαλονίκης, τις μετέφερε και τις επανέλαβε στον ενάγοντα, καθώς και σε άλλους πελάτες της.
Επί πλέον, τους διαβεβαίωνε ότι εφόσον διέθεταν και επένδυαν τα χρήματά τους, στην παραπάνω εταιρία, θα απεκόμιζαν μεγάλα κέρδη, και θ' αντιστάθμιζαν τις απώλειες, που συνεπάγονταν η πτωτική πορεία του Χρηματιστηρίου, που άρχισε να εμφανίζεται περίπου στο τέλος του Θέρους, με αρχές Φθινοπώρου του έτους 2000.
Μετά από αυτά ο ενάγων σε συναντήσεις, που είχε με τον δεύτερο εναγόμενο και προκειμένου αυτός να τον πείσει, ώστε να του εμπιστευθεί, τα χρήματα, που διέθετε, τον διαβεβαίωσε, ότι διαθέτει τίτλους σπουδών, αλλοδαπών οικονομικών σχολών, καθώς και τίτλους σπουδών του εξωτερικού (μεταπτυχιακά), έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και γνωριμίες με αξιόλογους οικονομικούς παράγοντες της πόλεως Θεσσαλονίκης, με τους οποίους βρίσκεται σε συνεχή επαφή και συνεργασία και έχει σημειώσει επιτυχίες, ως σύμβουλος επενδύσεων και ως διαμεσολαβητής, σε μεγάλες χρηματιστηριακές εταιρίες.
Επίσης, τον διαβεβαίωσε ότι είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της προαναφερόμενης εταιρίας, την οποία είχε ιδρύσει ο ίδιος και της οποίας, το μετοχικό κεφάλαιο σύμφωνα με το καταστατικό της, ανέρχονταν σε 200.000.000 δραχ. και σκοπό είχε την εκμετάλλευση και αξιοποίηση ακινήτων και την επένδυση χρημάτων, που θα απεκόμιζαν στο μέλλον μεγάλα κέρδη, ήδη δε κεφάλαια επενδυτών, ήταν ασφαλισμένα στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "LLOYD'S" του Λονδίνου, ενώ στην πραγματικότητα, παρόμοια εταιρία, δεν είχε συσταθεί ποτέ.
Ο ενάγων πείστηκε στις διαβεβαιώσεις του δεύτερου εναγομένου και στις αρχές του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2000, κατέβαλε στον τελευταίο, το ποσόν των 15.000.000 δρχ., για εξαγορά ομολόγων της εταιρίας ""GLOBAL INVESTMENT FINANCE". Στη συνέχεια ο δεύτερος εναγόμενος, στις 31-10-2000 του ενεχείρησε ένα έγγραφο, που το ονόμασε "εγγυητική επιστολή" και με το οποίο του παρείχε την εγγύηση, ότι εντός 40 ημερών, θα του επέστρεφε το άνω ποσόν, προσαυξημένο κατά 17%, δηλ.
κατά 2.550.000 δρχ. Κατόπιν, περί τα τέλη Νοεμβρίου του έτους 2000, ο δεύτερος εναγόμενος, προκειμένου να τον πείσει ότι η πιο πάνω επένδυσή του ήταν προσοδοφόρα, του παρέστησε ψευδώς ότι, η απόδοση του επενδυθέντος κεφαλαίου είναι μεγαλύτερη, από αυτήν, που του είχε υποσχεθεί και ανέρχονταν στο ποσό των 3.150.000 δρχ.
Έτσι, μετά από προτροπή του, ο ενάγων εκ νέου, του κατέβαλε αρχικά το ποσό των 1.850.000 δρχ. και στη συνέχεια, το ποσό των 14.000.000 δρχ. και συνολικά 31.350.000 δρχ. και συγχρόνως αυτός (β΄ εναγόμενος), του ενεχείρισε ένα έγγραφο ως "εγγυητική επιστολή", με την οποία του υποσχόταν απόδοση ποσοστού 19%, εντός 32 ημερών. Τα ποσά αυτά ο ενάγων τα παρέδιδε στην πρώτη εναγομένη, χωρίς βέβαια ν' αμφισβητεί ότι αυτά παραδόθηκαν από την τελευταία, στον δεύτερο εναγόμενο.
Κατά μήνα Απρίλιο του έτους 2001 ο ενάγων διαπίστωσε ότι οι προαναφερόμενες διαβεβαιώσεις του δεύτερου εναγομένου, από τις οποίες αυτός (ενάγων), πείστηκε όπως προαναφέρθηκε και βάσει των οποίων, ο τελευταίος του απέσπασε το παραπάνω ποσό των 31.350.000 δρχ., ήταν ψευδείς και με την προεκτεθείσα συμπεριφορά του, είχε σκοπό να βλάψει την περιουσία, τόσο του ιδίου όσο και των λοιπών, που του εμπιστεύτηκαν τα χρήματά τους, προκειμένου ν' αποκομίσει ο ίδιος (β΄ εναγόμενος), παράνομο περιουσιακό όφελος.
Πράγματι δε, το ποσό των 31.350.000 δρχ. δεν το επένδυσε επωφελώς υπέρ του ενάγοντος, όπως τον είχε διαβεβαιώσει, αλλά το παρακράτησε προς ίδιον όφελος, προκαλώντας μ' αυτό τον τρόπο, ζημία αντίστοιχου ποσού στην περιουσία τού ενάγοντος. Μετά από αυτά ο τελευταίος, με την πάροδο του χρόνου, αντιλαμβανόμενος ότι δεν υλοποιούνται οι υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις του δεύτερου εναγομένου, γι' αξιοποίηση των χρημάτων του, με την αποκόμιση μεγάλων κερδών, κατόπιν συμφωνίας με αυτόν (β΄ εναγόμενο), συνέταξαν το από 21-9-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει του οποίου ο δεύτερος εναγόμενος αναγνώρισε την οφειλή του, προς τον ενάγοντα, ποσού 31.000.000 δρχ.
και συγχρόνως συμφώνησαν να επιστραφεί το ποσό αυτό τμηματικά, σε δόσεις, κατά το χρονικό διάστημα από 10-11-2001 μέχρι 15-6-2002. Σύμφωνα λοιπόν με τα προεκτεθέντα, συνεχίζει το Εφετείο, ο δεύτερος εναγόμενος, ζημίωσε τον ενάγοντα, από την άνω αιτία, κατά το ποσό των 30.850.000 δρχ., αφού παραιτήθηκε για το ποσό των 500.000 δρχ.
Αντίθετα, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατέβαλε τα παραπάνω ποσά στον δεύτερο εναγόμενο, πεισθείς σε τυχόν ψευδείς διαβεβαιώσεις και προτροπές της πρώτης εναγομένης. Συγκεκριμένα, η τελευταία απλώς τον συνέστησε στον δεύτερο εναγόμενο, και τον διαβεβαίωσε για την πολύ καλή οικονομική του κατάσταση, αλλά και για την εύρρυθμη λειτουργία της επενδυτικής εταιρίας, την οποία εφέρετο ότι είχε συστήσει και ότι οποιαδήποτε επένδυση χρημάτων σ' αυτήν (εταιρία), θα του απέφερε μεγάλα κέρδη.
Για τα προαναφερόμενα όμως του παρείχε τις διαβεβαιώσεις της, από τις πληροφορίες που είχε αντλήσει από τον γνωστό και συνάδελφό της .... . Άλλωστε, μετά την πρώτη γνωριμία, που είχε ο ενάγων με τον δεύτερο εναγόμενο, μετά από μεσολάβηση της πρώτης εναγομένης, αυτός (ενάγων), σε κατ' ιδίαν πλέον συναντήσεις και συζητήσεις με τον τελευταίο (β΄ εναγόμενο), είχε σχηματίσει ο ίδιος, γνώμη για την περιουσιακή του κατάσταση και την επενδυτική ικανότητά του, οπότε και είχε πειστεί, ότι πράγματι ο δεύτερος εναγόμενος είχε συστήσει μία οικονομικά εύρωστη χρηματιστηριακή επιχείρηση και έτσι, ανεξάρτητα από τις διαβεβαιώσεις της πρώτης εναγομένης, αποφάσισε ο ίδιος να επενδύσει, για καλλίτερη απόδοση, τα χρήματά του.
Στη συνέχεια το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε ότι δεν είχε συσταθεί ποτέ η πιο πάνω εταιρία και ότι δεν είχε αξιόλογη οικονομική επιφάνεια ο δεύτερος εναγόμενος. Και κατέληξε, το Δικαστήριο αυτό της ουσίας, ότι, "σύμφωνα με τα παραπάνω, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι από παράνομη και αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, ζημιώθηκε ο ενάγων".
Ακολούθως, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο, την ένδικη αγωγή, που είχε ως βάση ότι η παροχή από τον ενάγοντα στο δεύτερο εναγόμενο (ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) του πιο πάνω ποσού έγινε από πλάνη που προκλήθηκε με δόλο και των δύο εναγομένων, έκρινε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη εναγομένη και βάσιμη ως προς τον δεύτερο εναγόμενο.
Όμως το Εφετείο, ενώ δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη συνέστησε τον αναιρεσείοντα στον δεύτερο εναγόμενο, ότι μετέφερε σ' αυτόν τις πληροφορίες της πως εκείνος είχε συστήσει αξιόλογη εταιρία "με ευρύ κύκλο εργασιών και μεγάλη οικονομική επιφάνεια και χρηματοπιστωτική ικανότητα, αφού την στηρίζουν και οικονομικοί παράγοντες της πόλεως Θεσσαλονίκης" και ότι η ίδια επιπλέον διαβεβαίωνε τον αναιρεσείοντα και τρίτους πως "εφόσον διέθεταν και επένδυαν τα χρήματά τους στην παραπάνω εταιρία, θα απεκόμιζαν μεγάλα κέρδη και θ' αντιστάθμιζαν τις απώλειες, που συνεπάγονταν η πτωτική πορεία του χρηματιστηρίου", αλλ' ότι, όμως, η καταβολή από τον αναιρεσείοντα στο δεύτερο εναγόμενο των χρημάτων δεν οφείλεται στις ψευδείς διαβεβαιώσεις και προτροπές της αναιρεσίβλητης, αλλά μόνο σ' εκείνες του δεύτερου εναγομένου και ότι, επιπλέον, αυτή δεν γνώριζε ότι ήταν ψευδείς οι πιο πάνω διαβεβαιώσεις της αναιρεσίβλητης, δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο στην πρόκληση της ζημίας του αναιρεσείοντος δεν συνετέλεσε και η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, η οποία (συμπεριφορά), κατά την κοινή πείρα και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατέτεινε αντικειμενικά στην παραγωγή της ζημίας, αφού αυτή όχι απλώς τον συνέστησε στον δεύτερο εναγόμενο, αλλά και παρέσχε σ' αυτόν όλες τις πιο πάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις, ούτε αν η αναιρεσίβλητη, ενεργώντας κατά τον από τις περιστάσεις επιβαλλόμενο τρόπο, μπορούσε να ελέγξει την αλήθεια των βεβαιούμενων από αυτήν περιστατικών, όπως αν ήταν υπαρκτή η επενδυτική εταιρία που ο δεύτερος εναγόμενος φέρονταν ότι είχε συστήσει και ποιο ήταν το αντικείμενο και η έκταση των εργασιών της, έτσι ώστε, σε περίπτωση οποιασδήποτε σχετικής αμφιβολίας της, αναφορικά με την οικονομική κατάσταση και δυνατότητα του δεύτερου εναγομένου, να αποφύγει να παρασύρει τον αναιρεσείοντα στη γνωριμία του με εκείνον και να μη παράσχει σ'αυτόν τις προαναφερόμενες διαβεβαιώσεις.
Όλα δε αυτά, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο βαθμός της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες είναι αδιάφορος για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης και δεν επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής, αν μολονότι σ' αυτή γίνεται επίκληση δόλου, από τις αποδείξεις προκύπτουν περιστατικά που στοιχειοθετούν αμέλεια του δράστη και όχι δόλο του.
Έτσι το Εφετείο, για τα πιο πάνω ζητήματα της υπαιτιότητας και του πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών. Επομένως είναι βάσιμοι οι πρώτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τρίτος, κατά το τμήμα του από τον ίδιο αριθμό, λόγοι της αναίρεσης,
ΙΙΙ. Κατ΄ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στην αναιρεσίβλητη, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 2341/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στην αναιρεσίβλητη.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ