299/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated299/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 299 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 299/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Β. του Κ., 2) Φ. συζύγου Α. Κ., το γένος Χ. Β. και 3) Ά. συζύγου Γ. Κ., το γένος Κ. Β., κατοίκων…. Ο 1ος των αναιρεσειόντων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Παπανικολάου Οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον 1ο αναιρεσείοντα ο οποίος παρέστη και διόρισε στο ακροατήριο τον ανωτέρω δικηγόρο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους .
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Σπετσών που εδρεύει στις Σπέτσες και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Βλάχου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-6-1993 και 15-12-1993 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 464/1994 μη προδικαστική, 4328/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 213/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2005 αίτησή τους και τους από 24-10-2005 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 16-11-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της 213/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 & 1, 96 & 1, 104 και 576 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι αν ο πληρεξούσιος του διαδίκου εμφανίζεται στο ακροατήριο χωρίς αυτόν, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, θεωρείται μη παριστάμενος και ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 111 & 2 περ.ι' του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο μόνο του π.δ. 410/1955, " η δημαρχιακή επιτροπή.....ι) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου....σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αμοιβή, είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια. Επίσης αποφασίζει για παροχή εντολής μόνο κατά υπόθεση δικαστική...και μόνο στους δήμους που δεν δικαιούνται να προσλάβουν δικηγόρους με μηνιαία αντιμισθία κατά το άρθρο 245 του ν. 1188/1981.". Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι η απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν αρκεί όμως για τον διορισμό αυτού ως δικαστικού αντιπροσώπου του Δήμου.
Συνεπώς πρέπει ο Δήμαρχος, που εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια, σύμφωνα με το άρθρο 114 &1 στοιχ. α'του ως άνω Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, να διορίσει τον δικαστικό του πληρεξούσιο με έναν από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 96 && 1 και 2 του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, ο αναιρεσίβλητος Δήμος Σπετσών εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Αγγελική Βλάχου, η οποία, για την πρόσληψή της, προσκομίζει την υπ' αριθμ. 244/15-11-2005 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής Σπετσών. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο Δήμαρχος Σπετσών έδωσε στην παριστάμενη δικηγόρο την πληρεξουσιότητα με τους συστατικούς αυτούς τρόπους. Δεδομένου δε ότι ο αναιρεσείων Δήμος κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους αναιρεσείοντες να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτή (βλ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Ρ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρών.
Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Αντίθετα για το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική αοριστία της αγωγής), ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει το δικόγραφο της αγωγής και αποφαίνεται αν υπάρχει ή όχι ποσοτική αοριστία και σε καταφατική περίπτωση αναιρεί την απόφαση, εφόσον θεμελιώνονται οι λόγοι αναιρέσεως των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά το προϊσχύον του ΑΚ βυζαντιρωμαϊκό δίκαιο, ένα ακίνητο αποκτούσε την ιδιότητα του κοινοχρήστου "δια της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητος", δηλαδή αν σύμφωνα με τον προορισμό του εχρησιμοποιείτο για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών ή κοινοτικών σκοπών επί τόσο χρόνο, ώστε η παρούσα γενεά ανθρώπων επί σαράντα έτη και η αμέσως προηγηθείσα, επίσης επί σαράντα έτη, δεν γνώριζε διαφορετική κατάσταση.
Η αμνημόνευτη αυτή αρχαιότητα ίσχυε μόνο για τα αναφερόμενα στις πηγές ειδικά θέματα των δημοτικών οδών, των ανθρώπινων έργων που χρησιμεύουν για τη διεύθυνση των νερών της βροχής και των υδραγωγείων ( ν.3 πανδ. (43.7), ν. 1 & 23, ν. 2 πρ. πανδ. (39.3), ν. 3 & 4 πανδ. (43.20), ν. 26 πανδ. (39.3). Δεδομένου δε ότι ο τρόπος αυτός κτήσεως της ιδιότητας του κοινοχρήστου δεν προβλέπεται από τον ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕσΝΑΚ, ο επικαλούμενος ότι το ακίνητο έγινε κοινόχρηστο " δια της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητος", πρέπει, για τη θεμελίωση της αγωγής, να εκθέτει στο δικόγραφο αυτής ότι μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) είχαν ολοκληρωθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ΒΡΔ για την απόκτηση της ιδιότητας αυτής , δηλαδή επί 80 συνεχή έτη πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρησιμοποιείτο πράγματι, σύμφωνα με τον προορισμό του, για την εξυπηρέτηση των παραπάνω σκοπών και ότι η αμνημόνευτη αυτή αρχαιότητα αφορά τα πιο πάνω ειδικά θέματα των δημοτικών οδών, ή των έργων διεύθυνσης των νερών της βροχής και των υδραγωγείων.
Στην προκείμενη περίπτωση, για τη θεμελίωση της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ο ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος επικαλέστηκε, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί κοινόχρηστο χώρο, που υφίσταται από αμνημόνευτα χρόνια, οπωσδήποτε δε πριν από το έτος 1865, με την μορφή αυτή, το χρησιμοποιούσαν δε όλοι οι δημότες της πόλης των Σπετσών, αλλά και κάθε πολίτης, ως δημόκοινο, ιδιαίτερα δε οι ψαράδες που έβαζαν τα δίχτυα τους για να τα βάψουν και τα επισκευάσουν, καθώς και τις βάρκες για τους ίδιους λόγους, συγκεκριμένα επί δύο συνεχείς γενεές, από τις οποίες η κάθε μία υπολογίζεται σε σαράντα χρόνια, πριν από το έτος 1945, τον επίδικο χώρο χρησιμοποιούσε μεγάλος και ακαθόριστος αριθμός δημοτών, κυρίως για διέλευση, αλλά και για αναψυχή και για να επικοινωνούν, κοινωνικώς, μικροί και μεγάλοι, οι άνθρωποι της γενεάς που ζούσε κατά την έναρξη ισχύος του ΑΚ γνώριζαν ότι έτσι έχουν τα πράγματα για 40 συνεχή έτη, αλλά και οι πατέρες τους για σαράντα επίσης χρόνια δεν γνώριζαν να υπάρχει αντίθετη κατάσταση πραγμάτων, ούτε διατηρούσαν στην μνήμη τους διαφορετική εικόνα από εκείνη που είναι γνωστή σ' αυτούς, δηλαδή τούτο βρίσκεται σε κοινή χρήση καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την 80ετία, χωρίς ν' ανήκει σε οποιονδήποτε.
Με περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι σαφής και ορισμένη, περιέχουσα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση της αναγνωριστικής κυριότητας κοινοχρήστου ακινήτου αγωγής στοιχεία (άρθρο 216 ΚΠολΔ), δηλαδή τόσο τις μέχρι της εισαγωγής του ΑΚ ουσιαστικές προϋποθέσεις του ΒΡΔ για την απόκτηση της ιδιότητας του κοινοχρήστου με αμνημόνευτη αρχαιότητα, όσο και του ακινήτου που αφορούσε αυτή, δηλαδή της δημοτικής οδού (κοινής ή πλατείας), την οποία προσδιορίζει ως οδό-πλατεία, διότι την " χρησιμοποιούσε μεγάλος και ακαθόριστος αριθμός δημοτών, κυρίως για διέλευση, αλλά και για αναψυχή και για να επικοινωνούν, κοινωνικώς, μικροί και μεγάλοι".
Το Εφετείο, που με την αναιρεσιβαλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας σιγή τον αποτελούντα αυτοτελή λόγο εφέσεως ισχυρισμό των εκκαλούντων-εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί αοριστίας του δικογράφου αυτής, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι πιο πάνω διατάξεις για την θεμελίωση του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος Δήμου, ούτε έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά, που δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής.
Επομένως οι 1ος, 2ος και 3ος, μέρος α', λόγοι του κυρίως δικογράφου της αναιρέσεως από τους αριθμούς 14, 8 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ. συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αντιστοίχως αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ.42/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις, όπως βεβαίωσε γενικώς, καταθέσεις των μαρτύρων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι.
Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καθώς και όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στον 4ο λόγο του κυρίως δικογράφου και στους 2ο και 3ο πρόσθετους λόγους της αναιρέσεως.
Ειδικότερα η από 1-3-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Θ. Α. και η υπ' αριθ.... περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως του συμβολαιογραφούντος γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σπετσών 'Α. Φ., ρητώς μνημονεύονται στο αιτιολογικό αυτής της απόφασης. Επομένως ο 4ος λόγος του κυρίως δικογράφου και οι 2ος, 3ος πρόσθετοι λόγοι της αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι
λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε, πλην άλλων, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα: Η επίδικη έκταση, εμβαδού 220 τ.μ., έχει έδαφος βραχώδες και επικλινές, ουδέποτε καλλιεργήθηκε ή χρησιμοποιήθηκε με την οποιαδήποτε άλλη χρήση αποκλειστικά από τους ενάγοντες-εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, ή τους δικαιοπαρόχους τους.
Αντίθετα εχρησιμοποιείτο αποκλειστικά ως δημοτική οδός και πλατεία από τους δημότες και άλλους διερχομένους. Ειδικότερα, από την απελευθέρωση και μετέπειτα και πάντως πριν το 1865 μέχρι και την εισαγωγή του ΑΚ το 1946, δηλαδή επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 80 ετών, η εν λόγω έκταση εχρησιμοποιείτο από τους ψαράδες του δήμου Σπετσών για το άπλωμα των διχτυών τους και από άλλους δημότες του ίδιου δήμου ή και μη δημότες αυτού για την προσπέλασή τους στη θάλασσα. 'Ετσι η έκταση αυτή, ανεξάρτητα από το εάν περιλαμβανόταν ή όχι στους άνω αναφερόμενους τίτλους των εναγόντων-εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων) έγινε κοινόχρηστη, ανεπίδεκτη χρησικτησίας από τρίτους και με την ιδιότητα αυτή περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος-εναγομένου Δήμου (ήδη αναιρεσιβλήτου).
Δεν μπορεί να υπάρξει διαφορετική κρίση από το γεγονός ότι το επίδικο δεν αναφέρεται, ούτε περιγράφεται ως κοινόχρηστος χώρος στο ρυμοτομικό σχέδιο του δήμου Σπετσών, δεδομένου ότι το επίδικο απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου με την κοινή χρήση του με συνέπεια να δικαιολογείται απόλυτα η μη αποτύπωσή του στο επίσημο ρυμοτομικό σχέδιο.
Κατά συνέπεια οι ενάγοντες-εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με τον οποιοδήποτε παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο και όσα αντίθετα υποστηρίζουν με την αγωγή τους και την ένσταση ιδίας κυριότητας είναι αβάσιμα. Με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας κοινοχρήστου ακινήτου αγωγής του αναιρεσίβλητου δήμου και την απόρριψη της συνεκδικασθείσας αναγνωριστικής αγωγής των αναιρεσειόντων, καθώς και της ενστάσεως ιδίας κυριότητας αυτών, δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις του βυζαντιρωμαϊκού δικαίου και των άρθρων 966, 968 και 1054 ΑΚ, που εφάρμοσε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τους 3ο , μέρος β', του κυρίως δικογράφου και 1ο, μέρος α' πρόσθετο, λόγους της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της και τα οποία, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις είναι αναγκαία για την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου επί του επιδίκου ακινήτου, το δε αποδεικτικό πόρισμα από την ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων εκτίθεται με σαφήνεια.
Επομένως ο 5ος λόγος του κυρίως δικογράφου και ο 1ος , μέρος β', πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ειδικότερα η επικαλούμενη με τον 5ο λόγο του κυρίως δικογράφου αντίφαση της αιτιολογίας ότι "το επίδικο δεν αναφέρεται ούτε περιγράφεται ως κοινόχρηστος χώρος στο ρυμοτομικό σχέδιο του δήμου Σπετσών, δεδομένου ότι το επίδικο, όπως προαναφέρθηκε, απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου με κοινή χρήση του, με συνέπεια να δικαιολογείται απόλυτα η αποτύπωσή του στο επίσημο ρυμοτομικό σχέδιο", οφείλεται σε προφανή γραφική παραδρομή και ειδικότερα σε παράλειψη της λέξης "μη" πριν από τη λέξη "αποτύπωση", που μπορεί να διορθωθεί κατά τα άρθρα 315 επ.
ΚΠολΔ και που δεν στηρίζει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή από άλλη διάταξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση των Χ. Β. κλπ περί αναιρέσεως της 213/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ