Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling interest claim on share price was legally absorbed by the judgment ordering share purchase declaration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the National Bank of Greece's appeal against a lower court judgment ordering defendants to declare the purchase of shares. The bank argued that interest on the share price constituted additional damage from the defendants' delay in finalizing the contract. The court held that the primary judgment ordering the purchase declaration inherently included the payment of the share price and its accrued interest, making the separate interest claim legally inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, and the bank was ordered to pay the third defendant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 166, 343 para. 1, and 345 of the Civil Code; The claim for interest on the share price due to delay is legally absorbed by the judgment ordering the declaration of purchase of shares, as the price and its interest are payable upon the final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 298 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 298/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Α., 2) Κ. Τ. του Α., κατοίκων …., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 3) Π. Π. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπαρμπούρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2878/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4037/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/2/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη (αρχική).
Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα, μετ` αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι πρώτος και δεύτερος αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 14.3.2022, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, είχε επισπεύσει η αναιρεσείουσα και ότι οι πρώτος και δεύτερος αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, από τις υπ' αριθμ. 5999Β/29.12.2020 και 6004Β/30.12.2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ανδρέα Κουντουράκη, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 14.3.2022 και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.
Οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, νέα μετ' αναβολή, δικάσιμο, όμως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ.).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 4037/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, δέχθηκε τις εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας, καταδίκασε τους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους να προβούν σε δήλωση βουλήσεως προς την ενάγουσα, με τον νόμιμο τρόπο, για την αγορά εκ μέρους εκάστου εξ αυτών και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, 2.182.474 κοινών ονομαστικών μετοχών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.Β.Ε.Τ.Τ.Ε.
Τ. Α. Μ. Τ.", κυριότητας της ενάγουσας, και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 6.612.896,22 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής της απόφασης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 15.7.2019, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 10.2.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, προσύμφωνο είναι η προκαταρκτική ή προπαρασκευαστική σύμβαση, με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη (ή και μόνο το ένα από αυτά) δεσμεύονται να συνάψουν συγκεκριμένη οριστική σύμβαση μεταξύ τους ή με τρίτο πρόσωπο και η οποία, σε περίπτωση αθέτησής της, παρέχει στο αντισυμβαλλόμενο μέρος αγώγιμη αξίωση για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως για την κατάρτιση της προσυμφωνημένης δικαιοπραξίας, οπότε με την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης θεωρείται, αυτοδικαίως και κατά νομικό πλάσμα, ως γενομένη η δήλωση βουλήσεως και τελεσμένη η προσυμφωνημένη δικαιοπραξία.
Υπό την ανωτέρω έννοια, το προσύμφωνο εμφανίζει αυτοτέλεια σε σχέση με την οριστική σύμβαση, στην οποία καταρχάς αποβλέπει, παράγουσα αφ' εαυτής δεσμευτικότητα για τα μέρη ως προς τα συμφωνηθέντα και όχι τμήμα της οριστικής σύμβασης ή προστάδιο κατάρτισής της, ιδρύοντας ως συμβατική υποχρέωση αυτήν της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης (βλ.
ΑΠ 93/2022, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 1306/2019, ΑΠ 825/2019, ΑΠ 710/2018, ΑΠ 945/2017). Ο εκ του προσυμφώνου δανειστής δεν δικαιούται να αξιώσει την προς αυτόν καταβολή της παροχής της κύριας σύμβασης, ωστόσο η αθέτηση της υποχρέωσης για τη σύναψη της οριστικής σύμβασης, εφόσον έχει τηρηθεί ο τύπος που ορίζει ο νόμος για τη συναπτέα σύμβαση, μπορεί να θεμελιώσει υποχρέωση αποζημίωσης λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής από την οριστική σύμβαση κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 380 επ.
ΑΚ (ΑΠ 1852/2017, ΑΠ 1728/2008, ΑΠ 1547/2007). Ήτοι, χωρίς την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης μπορούν να γεννηθούν μόνο δευτερογενείς αξιώσεις (λ.χ. αποζημίωσης), που σχετίζονται με την αθέτηση της οριστικής σύμβασης, οι οποίες διακρίνονται από την πρωτογενή αξίωση για την εκπλήρωση της ενοχής από την αρχική σύμβαση, στην οποία, εφόσον εμμένει το αντισυμβαλλόμενο μέρος και δύναται ακόμη να καταρτιστεί, δύναται να ζητήσει την κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως του συμβαλλομένου του που αρνείται να συμπράξει, υπό την προϋπόθεση ότι η αξίωση έχει ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη και πριν συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής (η οποία είναι 20ετής, κατ' άρθρο 249 ΑΚ), δυνάμενο να σωρεύσει και αίτημα καταδίκης στην εκπλήρωση της παροχής από την κύρια σύμβαση, η οποία, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ.
δ' ΚΠολΔ, απαιτεί για την ευδοκίμησή της να έχει γίνει κατ' ουσίαν δεκτό το αίτημα για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 1/2023, ΑΠ 1010/2020, ΑΠ 45/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 166, 343 παρ. 1 και 345 ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα της ένδικης αγωγής περί επιδίκασης τόκων επί του τιμήματος πώλησης των επιδίκων μετοχών από την 9.1.2004, κατά την οποία οι εναγόμενοι κατέστησαν υπερήμεροι για την αγορά των μετοχών, δεχόμενο εσφαλμένα ότι το τίμημα της πώλησης και οι επ' αυτού τόκοι καταβάλλονται μετά την τελεσιδικία της απόφασης που καταδικάζει τους εναγομένους σε δήλωση βουλήσεως, ενώ έπρεπε να δεχθεί το εν λόγω αίτημα ως επιπλέον ζημία της από την μη εμπρόθεσμη κατάρτιση της οριστικής σύμβασης.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε με αυτήν, ότι δυνάμει της από 11.10.1999 σύμβασης ρύθμισης και αναδιάρθρωσης χρέους της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.Β.Ε.Τ.Τ.Ε. Τ. Α. Μ. Τ.", που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρίας αυτής, των μετόχων της, της ΕΤΕΒΑ Α.Ε., των αναφερομένων στην αγωγή τραπεζών και των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, συμφωνήθηκε η εξυγίανση της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, με την αναδιάρθρωση των χρεών της προς τις τράπεζες, που ανέρχονταν το χρόνο εκείνο σε 10.609.180.624 δραχμές.
Ότι στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, οι πιστωτές ανέλαβαν την υποχρέωση να διαγράψουν ποσό ίσο με το 20% του ως άνω χρέους, ενώ το υπόλοιπο ποσό του χρέους συμφωνήθηκε να αναδιαρθρωθεί με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω εταιρίας και τη διάθεση μέρους των νέων μετοχών στις πιστώτριες τράπεζες.
Ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι υπήρξαν οι φορείς της επένδυσης για την εξυγίανση της εταιρίας, ανέλαβαν την υποχρέωση να αγοράσουν το 97% των μετοχών της πιστούχου εταιρίας που θα περιέλθουν στις τράπεζες, εντός τριών ετών από την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της πιστούχου, σε τιμή της οποίας ο υπολογισμός προβλεπόταν στη σύμβαση και ανερχόταν, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή, την 8.1.2004, σε 3,03 ευρώ για εκάστη μετοχή.
Ότι, ενώ παρήλθε η συμφωνηθείσα προθεσμία, οι εναγόμενοι δεν προέβησαν στην αγορά των μετοχών, καταστάντες υπερήμεροι. Ζήτησε δε η ενάγουσα, μετά από περιορισμό της αγωγής με τις προτάσεις, κατ' άρθρο 223 εδ. β' ΚΠολΔ, να καταδικαστεί έκαστος των εναγομένων σε δήλωση βουλήσεως περί αγοράς του 1/3 εξ αδιαιρέτου του συνολικού αριθμού των 2.182.474 κοινών ονομαστικών μετοχών της πιστούχου εταιρίας, με τιμή πώλησης εκάστης μετοχής το ποσό των 3,03 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή τους να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το τίμημα της πώλησης των μετοχών, που ανέρχεται στο ποσό των 6.612.896,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 9.1.2004, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα επικαλείται αθέτηση της αναληφθείσας με το προσύμφωνο υποχρέωσης των αναιρεσιβλήτων για τη σύναψη της οριστικής σύμβασης αγοράς απ' αυτή μέχρι τις 8.1.2004 των 2.182.474 κοινών ονομαστικών μετοχών της ΑΕ "ΑΒΕΤΤΕ Τ. Α. Μ. Τ.", με τιμή πώλησης εκάστης μετοχής το ποσό των 3,03 ευρώ και εμμένοντας στην εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης των αναιρεσιβλήτων, ζητεί να καταδικαστούν οι τελευταίοι σε δήλωση βουλήσεως περί αγοράς των ως άνω μετοχών, ήτοι να καταδικαστεί καθένας εξ αυτών σε δήλωση βουλήσεως αγοράς του 1/3 των μετοχών αντί τιμήματος 2.204.298,74 ευρώ και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι, καθένας εις ολόκληρον, να της καταβάλουν το συνολικό τίμημα της πώλησης των μετοχών ποσού 6.612.896,22 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 9.1.2004 που κατέστησαν υπερήμεροι, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Από το ίδιο ως άνω περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι υπέστη ζημία από την υπερημερία των αναιρεσιβλήτων ως προς την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, συνισταμένη στο θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπληρώσεως, δηλ. ό,τι θα είχε αν έλειπε η αντισυμβατική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων και στο διαφυγόν κέρδος και δεν ζητεί την επιδίκαση της θετικής ζημίας της ή του διαφυγόντος κέρδους της.
Επομένως, το ως άνω αίτημα της αγωγής περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας επί του τιμήματος πώλησης των μετοχών από τις 9.1.2004 που οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν υπερήμεροι, είναι μη νόμιμο, διότι πρόκειται για αγωγή με την οποία ζητείται η καταδίκη των αναιρεσιβλήτων σε δήλωση βουλήσεως αγοράς των μετοχών, στην οποία σωρεύεται παραδεκτά και αίτημα καταβολής του τιμήματος της πώλησης των μετοχών, οπότε, τόσο το τίμημα, όσο και οι τόκοι υπερημερίας αυτού είναι απαιτητά από της τελεσιδικίας της απόφασης που καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην ως άνω δήλωση βουλήσεως.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας επί του τιμήματος της πώλησης των μετοχών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 166, 343 παρ. 1 και 345 ΑΚ και, ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το εν λόγω αίτημα αποτελεί την επιπλέον ζημία της από τη μη εμπρόθεσμη κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, είναι αβάσιμος.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του τρίτου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος της αναιρεσείουσας για τους απόντες πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.2.2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4037/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ