Legislator Case Law & Legislation
298/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against First Instance rejection of statute of limitations objection in social security debt case.

Case Number 298/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision rejecting the social security fund's statute of limitations objection. The First Instance Court incorrectly applied general civil law provisions instead of the specific five-year limitation period applicable to social security claims. Consequently, the Court ordered the case to be remanded for further examination regarding the validity of the limitation defense.

Legislator headnote

AI generated

Articles 250(1), 253, 40(6) of Law 1846/1951; Articles 251 of the Civil Code: When a specific statute of limitations applies to social security claims, general civil law provisions on limitation periods are inapplicable, and the limitation period commences from the date the claim becomes actionable.

Keywords

AI generated
statute of limitations social security claims civil code provisions appeal against judgment remand for retrial legal limitation period public entity liability

Cited Legislation

AI generated
Article 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1a) of the Code of Civil Procedure
Article 40(6) of Law 1846/1951
Article 250(1) of the Civil Code
Article 253 of the Civil Code
Article 251 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice 134423/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 298 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 298/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ - Ε.Φ.Κ.Α" και ήδη "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-Ε.Φ.Κ.Α), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Γκισάκη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.", ως καθολική διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία "...".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2350/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 8603/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία με αριθμ. 8603/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση της εταιρείας με την επωνυμία ...", της οποίας μετά τη διάσπαση, λόγω απόσχισης κλάδου, καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη, κατά της 2350/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή της ως άνω εταιρείας, και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 38/2021 ΑΠ 132/2021).

Με το άρθρο "μόνο" του π.δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α. 134), σε συνδυασμό με το άρθρο "μόνο" του π.δ/τος 305/1985 (ΦΕΚ Α. 113), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ν.δ/τος 496/1974 (ΦΕΚ Α. 204) "οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί, υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Μεταξύ αυτών των Ασφαλιστικών Οργανισμών είναι [και] το Ι.Κ.Α,, το οποίο αποτελεί ν.π.δ.δ.

και τελεί "υπό την ανωτέραν εποπτείαν του Κράτους, ασκουμένην υπό του Υπουργού Εργασίας" [άρθρο 11 α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ Α. 179 / 21.6.1951)]. Έτσι, για τις απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν.δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και ειδικότερα τα άρθρα 48 και 49 αυτού, που ρυθμίζουν την παραγραφή των απαιτήσεων και το χρόνο έναρξης αυτής.

Για τις απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη του ισχύοντος άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, κατά το οποίο "πάσα άλλη [δηλ. πλην ορισμένων απαιτήσεων, που δεν ενδιαφέρουν την ένδικη υπόθεση] οιαδήποτε κατά του Ι.Κ.Α. απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Στις απαιτήσεις, που παραγράφονται μετά πενταετία, περιλαμβάνονται, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, και οι απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Περαιτέρω, στις διατάξεις του α.ν. 1846/1951 δεν ορίζεται ο χρόνος έναρξης της πενταετούς παραγραφής και διακοπής αυτής, και, συνεπώς, τυγχάνουν εφαρμογής οι γενικές διατάξεις του Α.Κ. και, έτσι, η πενταετία αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (άρθρο 251 ΑΚ) και η διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής (άρθρ. 261 ΑΚ) (πρβλ ΑΠ 10317/2021 ΑΠ 1072/2020, ΑΠ 382/2018).

Δεν τυγχάνει εφαρμογής ούτε η διάταξη του άρθρου 253 ΑΚ, κατά την οποία η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 ΑΚ αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής και ήταν δυνατή η επιδίωξή της, διότι, η διάταξη του άρθρου 250 Α.Κ., στην οποία ορίζεται σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις, μεταξύ άλλων, "1.

των εμπόρων, των βιομηχάνων...., για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση των εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και τις δαπάνες που έκαναν", συμπίπτει απλώς αριθμητικά, ως προς τη διάρκεια της παραγραφής, με την πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, η οποία, όμως, ως ειδική υπερισχύει και έχει εφαρμογή και για τις αναφερόμενες παραπάνω απαιτήσεις εμπόρων κατά του Ι.Κ.Α..

Κατά συνέπεια, στις απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α. δεν έχουν εφαρμογή ούτε οι διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του ν. 2362/1995, που ρυθμίζουν την παραγραφή και το χρόνο έναρξης παραγραφής από το τέλος του έτους στο οποίο γεννήθηκαν οι απαιτήσεις, αφού, όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το Ι.Κ.Α. με το Δημόσιο, το έπραξε με ρητές διατάξεις.

Τα παραπάνω δεν διαφοροποιούνται από το άρθρο 19 παρ.1 του α.ν. 1846/1951, το οποίο προβλέπει ότι το Ι.Κ.Α. απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 α.ν. 1846/1951 (ΑΠ 18/2020), ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 5 ν. 3210/1955 (ΦΕΚ Α. 115), το οποίο ορίζει ότι το Ι.Κ.Α.

απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ` αυτού, ως ενάγοντος ή εναγόμενου, εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί Δικών του Δημοσίου [κ.δ. της 26.6. / 10.7.1944 (ΦΕΚ Α. 139)] και της πολιτικής δικονομίας, και τούτο διότι το άρθρο 5 ν. 3210/1955, από το περιεχόμενό του, δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως είναι η παραγραφή, ούτε επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 εδ.

α` Α.Ν. 1846/1951 και 33 παρ. 7 Ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α` 31/2 Μαρτίου 2011), κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Το Ι.Κ.Α. απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, αμέσου ή εμμέσου, παντός τέλους ταχυδρομικού ως και δικαστικού εις πάσαν δίκην του και απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον" και "Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης για τα θέματα οικονομικής οργάνωσης και λογιστικής λειτουργίας του Οργανισμού, εφαρμόζονται αναλογικά οι αντίστοιχες γενικές διατάξεις που διέπουν τα Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου", αφού έναντι των διατάξεων αυτών κατισχύει η προαναφερόμενη ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 Α.Ν. 1846/1951 (ΑΠ 1072/2020, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 540/2020, ΑΠ 1389/2019, αντίθ.

ΑΠ 522/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα (της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη) είναι ανώνυμη εταιρία παραγωγής, επεξεργασίας και ανάπτυξης συστημάτων έντυπης πληροφορικής, με αντικείμενο δραστηριότητας μεταξύ άλλων, την κατασκευή πάσης φύσεως εντύπων,.......Με το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο ΝΠΔΔ (αναιρεσείον), η ενάγουσα...

διατηρούσε εμπορική συνεργασία κατά το έτος 2008 και στα πλαίσια αυτής, κατασκεύασε και πώλησε στο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο ΝΠΔΔ προσηκόντως και εμπροθέσμως έντυπα είδους "ΙΚΑ ΦΟΡΕΑΣ ΕΤΙΚΕΤΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ (ΣΕ ΧΡΗΜΑ)" κατόπιν προφορικής εντολής και ανάθεσης από αυτό τον Ιούνιο του 2008. Συγκεκριμένα, μετά την υποβολή εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας της αντίστοιχης προσφοράς της για την κατασκευή και πώληση 30.000 φακέλων έντυπων ετικετών ασφαλιστικής ικανότητας (σε χρήμα) με τιμή μονάδος 0,18 ευρώ ανά φάκελο, οι εκπρόσωποι του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου της έδωσαν την προφορική εντολή να προχωρήσει στην κατασκευή ποσότητας 23.549 φακέλων, βάσει του μαγνητικού αρχείου παραληπτών των ασφαλισμένων του, που οι ίδιοι (εκπρόσωποί του) της απέστειλαν, με την πιο πάνω τιμή μονάδας, πληρωτέου του ποσού εντός εξήντα (60) ημερών από την έκδοση του σχετικού τιμολογίου.

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, σε εκτέλεση της εντολής του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου, προχώρησε στην προσήκουσα εκτέλεση της παραγγελίας του, παρέδωσε δε τα συμφωνημένα εμπορεύματα στον πάροχο ταχυδρομικών υπηρεσιών που είχε συμφωνηθεί και εν συνεχεία στους τελικούς αποδέκτες, δηλαδή τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και εξέδωσε το υπ' αριθ.

ΤΠΣ .../31.7.2008 τιμολόγιο πώλησης, ποσού 9.328,20 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19% για τα εν λόγω έντυπα, καθώς και τα σχετικά ΔΑ .../2.7.2008 και ΔΑ .../2.7.2008 δελτία αποστολής. Το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο ΝΠΔΔ, με την εκπλήρωση της σχετικής σύμβασης από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, παρά την ανεπιφύλακτη παραλαβή των εντύπων με τον ανωτέρω συμφωνημένο τρόπο, δεν κατέβαλε το αντίστοιχο τίμημα και κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο, σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας και δη κατά το άνω ποσό, το οποίο αυτό θα κατέβαλε στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ή σε άλλον προμηθευτή, αν καταρτιζόταν έγκυρη σύμβαση πώλησης, ο δε πλουτισμός αυτός σώζεται.

Το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, προβάλλει ένσταση πενταετούς παραγραφής, ισχυριζόμενο ότι από τη γέννηση της αξίωσης μέχρι την άσκηση της αγωγής (19-12-2013) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Κατά τις διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951... "..πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του Ι.Κ.Α.

απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν"...

Συνεπώς,... έχουν εφαρμογή οι προδιαληφθείσες περί παραγραφής ειδικές διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951 ... σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α. υπόκεινται στην πενταετή και όχι στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995... Όσον αφορά την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, ο νόμος δεν ορίζει ειδικά και συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι γενικές διατάξεις του Α.Κ..

Επομένως, ο χρόνος της παραγραφής εκκινεί, σύμφωνα με το άρθρο 253 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 250 παρ. 1 ΑΚ, αν πρόκειται για αξίωση εμπόρου για εμπορεύματα που χορήγησε μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη παραγραφής που ορίζεται στο άρθρο 251 ΑΚ, δηλαδή εντός του έτους που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η επιδίωξή της.

Επομένως, ο ισχυρισμός περί παραγραφής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς εφόσον πρόκειται για αξίωση από εμπορεύματα, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής εκκινεί από το τέλος του έτους εντός του οποίου η αξίωση έγινε απαιτητή και δικαστικά επιδίωξιμη, ήτοι από 31-12-2008 και συνεπώς αληθών υποτιθεμένων των επικληθέντων, στις 19-12-2013 δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία.

Αντίθετα και συνεπώς εσφαλμένα ως προς την εφαρμογή του νόμου έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο μολονότι έκρινε ορθά περί της ανωτέρω οφειλής με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εν συνεχεία έκανε δεκτή την ένσταση πενταετούς παραγραφής, κρίνοντας ότι η πενταετία εκκινεί από τη γέννηση της αξίωσης και όχι από το τέλος του έτους, με αποτέλεσμα να κρίνει ότι κατά την άσκηση της αγωγής είχε επέλθει η πενταετής παραγραφή, ενώ εάν έκρινε κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου κατά τα ανωτέρω, θα έπρεπε να απορρίψει την ένσταση ως μη νόμιμη και να κάνει δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, σύμφωνα με όσα είχε αποδεχθεί ήδη...

γενομένου δεκτού ως βασίμου του σχετικού λόγου εφέσεως...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής της κατά παραδοχή της προταθείσας από το αναιρεσείον ένστασης παραγραφής και, αφού δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση ως ουσιαστικά βάσιμη, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος, και υποχρέωσε αυτό να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 9.328,20 ευρώ νομιμοτόκως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, ενώ δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/1951, απέρριψε ως μη νόμιμη την προταθείσα από το αναιρεσείον ένσταση παραγραφής, δεχόμενο ότι πρόκειται για αξίωση εμπόρου από εμπορεύματα και ότι ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής εκκινεί από τέλος του έτους μέσα στο οποίο η αξίωση έγινε απαιτητή και δικαστικά επιδιώξιμη, ήτοι από 31-12-2008, και συνεπώς μέχρι την επίδοση της αγωγής στις 19-12-2013 δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία, ακολούθως δε, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 250 περ. 1 και 253 του Α.Κ., τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήσαν εφαρμοστέες, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/1951 και 251 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, στην ένδικη απαίτηση κατά του Ι.Κ.Α.

εφαρμόζονται, ως ειδική, η διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1841/1951, στην οποία προβλέπεται πενταετής παραγραφής, και η διάταξη του άρθρου 251 Α.Κ., κατά την οποία η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνεται βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτής που απέρριψε την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατ` άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ.

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, που ηττήθηκε (άρθρο 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993), επειδή το εφεσίβλητο - αναιρεσείον απολαύει των αυτών δικαστικών προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 8603/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ