Supreme Court dismisses appeal against administrative property claim due to failure to follow mandatory pre-litigation notification to the State.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision regarding a property ownership claim against the Greek State. The appellant argued that the lower court erred by not requiring the mandatory pre-litigation notification under Article 8 of Law 1539/1938. The Court ruled that this procedural step is strictly necessary before filing any suit against the State for property rights, rendering the direct claim inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 para. 1 of Law 1539/1938; Art. 24 of Law 2732/1999: A claim for property ownership or other real rights against the Greek State is inadmissible unless the claimant has first submitted a formal request to the State containing specific details of the right and property, as failure to observe this mandatory pre-litigation procedure renders the subsequent lawsuit inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 298 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 298/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Γ. Γ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γιάννη Γρετσίστα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6370/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5338/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-12-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής εμπράγματο επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος συντεταγμένου από μηχανικό και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού.
Αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Κατά δε την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αιτήσεως μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους, εν όλω ή εν μέρει να εγείρουν αγωγή.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η κατά του Δημοσίου διεκδικητική ή αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή αν δεν προηγηθεί η επίδοση της αιτήσεως αυτής με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη στοιχεία, και περάσουν έξι μήνες από την επίδοση, εκτός αν στο διάστημα αυτό των έξι μηνών ο αιτών έλαβε ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του (ΑΠ 1128/2012, ΑΠ 320/2004).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.11 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" " Το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων της αποζημίωσης: α) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο δημόσιο, β).....
γ)..... Εάν το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριωμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή, για τους ανωτέρω λόγους, του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, κύριο αντικείμενο είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα οποία κρίνονται στη δίκη αυτή, όχι δε η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα.
Επομένως και στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα για το παραδεκτό της σχετικής αγωγής να απαιτείται η κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, προδικασία, προηγούμενη δηλαδή κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αιτήσεως που θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του αιτούντος, με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη ειδικότερα στοιχεία, χωρίς την τήρηση της οποίας (προδικασίας) η αγωγή κηρύσσεται απαράδεκτη, κατά τη ρητή διάταξη του ανωτέρω άρθρου 8 παρ. 1 εδ.
τελ. του ν. 1539/1938 (ΑΠ 279/2019, 201/2017, 1753/2017, 1054/2013).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις οι παραβάσεις αφορούν κανόνες του δικονομικού δικαίου, κατ' αντίθεση προς την ακυρότητα και την ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος και το λεγόμενο ουσιαστικό απαράδεκτο.
ΙΙ. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 5338/2015, απόφαση του, κατ/επιτρεπτή επισκόπησή της, έκρινε ότι η προδικασία του άρθρ. 8 του ΑΝ 1539/1938, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρ. 24 ν. 2732/1999, πρέπει να τηρείται από εκείνον που αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο του Δημοσίου, όχι δε και από εκείνον που (όπως στην προκειμένη περίπτωση), επιδιώκει την αναγνώριση άλλου δικαιώματος, όπως του δικαιώματος ότι είναι δικαιούχος της αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο οποίος παρεμπιπτόντως ζητά για να υποστηρίξει αυτό το δικαίωμά του και την αναγνώριση κυριότητάς του στο ακίνητο αυτό κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως, ως την κρινόμενη υπόθεση.
Στη συνέχεια, (αφού προχώρησε στην περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, ανέπτυξε τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματός του και) απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 6370/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατά την τακτική διαδικασία αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη, (υπεισελθούσα στη θέση της αρχικώς ενάγουσας μητέρας της που είχε αποβιώσει μετά την άσκηση της αγωγής), κυρία του επίδικου στο ...
και ρυμοτομηθέντος ακινήτου και δικαιούχο της καθορισθησόμενης αποζημίωσης αυτού. Όπως δε περαιτέρω επισκοπείται, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 209 / 2005 απόφασή του είχε (κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων) απόσχει από την έκδοση απόφασης (αναγνώρισης δικαιούχου αποζημίωσης) καθότι είχε πιθανολογήσει ότι το επίδικο μπορεί να είναι δασική έκταση, αφού η εναγόμενη πλευρά είχε αμφισβητήσει την κυριότητά της επ'αυτού και έτι περαιτέρω, ομοίως κατά την ειδική αυτή διαδικασία, με την 174/19 απόφασή του ανέστειλε (249 άρθρ.
ΚΠολΔ) την έκδοση απόφασης προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης έως την έκδοση απόφασης επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται, ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άνω άρθρου του ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε ότι δεν απαιτείται η τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 ΑΝ 1539/38, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 24 Ν. 2732/99 και (ότι) η ένδικη από 30-4-2019 αγωγή, με την οποία η αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία του επίδικου ακινήτου και δικαιούχος της αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση, έχει ασκηθεί παραδεκτά, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεώς του.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, δοθέντος ότι από την προρρηθείσα επισκόπηση προκύπτει η εσφαλμένη (προαναφερόμενη) παραδοχή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ότι δεν συντρέχει περίπτωση τήρησης της πιο πάνω απαραίτητης προδικασίας, όπως αναλύεται στην μείζονα σκέψη. Γι' αυτό και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει (εν όλω) να αναιρεθεί, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Μετά ταύτα, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, στην ηττώμενη αναιρεσίβλητη πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του (νικώντος) αναιρεσείοντος (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957, ως ισχύει), κατά παραδοχή του αιτήματός του, συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5338 / 2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Εφετείο (Αθηνών), συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ