Legislator Case Law & Legislation
298/2017 AI generated

298/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 298/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

298/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 13-12-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Keywords

AI generated
lack of maintenance absence of municipal obligation damage to electrical installations electricity supply action for exclusion from co-ownership electrical installation monopoly
AI generated
1445/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Στο σημείο αυτό ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι ο 3ος (Χ. Β.) απεβίωσε στις 15-6-2009 και κληρονομήθηκε από τον Β. Π. του Ν., ο οποίος συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
1712/2018
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 12-6-2003 (προηγηθείσα και μη ένδικη) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, στρεφόμενη κατά της δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Αναπτυξιακή Δημοτική Επιχείρηση Πάργας", εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη την 4-5-2000, 6-6-2000 και 4-5-2000, αντίστοιχα, στην πραγματικότητα με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν σε αυτήν τις υπηρεσίες τους ως υπάλληλος γραφείου ο δεύτερος και ως υδραυλικοί- εργάτες οι λοιποί.
521/2012
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
1239/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
1250/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 298 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 298/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:` ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος ...", που εδρεύει στην …, νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Αντώνη Βγόντζα και Φαίδωνα Κουλούρη.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Λ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Ανδρονόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 28-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 256/2015 Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 2-12-2015 αίτησή του .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 13-12-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή όταν γεννιέται αμφιβολία για την έννοια απευθυντέων δηλώσεων βουλήσεως, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία ή η δήλωση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, αν και ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 Α.Κ., κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 Α.Κ. που αναφέρονται σε συμβάσεις και όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες. Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια με την οποία αντιλαμβάνονται τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου για την αληθινή θέληση του διαθέτη, ως τοιαύτη περί πραγμάτων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Tο κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.Α.Π.1/1999), ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τέλος, στο άρθρο 1799 Α.Κ. ορίζεται ότι "αν απαιτείται να συμπράξει τρίτος για να πληρωθεί η αίρεση με την οποία έχει γραφεί ο τιμώμενος, και ο τρίτος αρνείται να συμπράξει, η αίρεση, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι έχει πληρωθεί" και στη διάταξη του άρθρου 208 εδ.

β’ Α.Κ. ορίζεται ότι "αίρεση αδύνατη ως αναβλητική καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, ως διαλυτική δεν έχει καμία ενέργεια". Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Ο Γ.

Σ., ιατρός, κάτοικος εν ζωή Πατρών, ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου εκτάσεως 2.504,60 τ.μ. μετά της επ’ αυτού πεπαλαιωμένης τριωρόφου οικοδομής μετά υπογείου, συνολικού εμβαδού 724,45 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", του Δήμου ... και επί της δημοσίας οδού .... Το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει σ’ αυτόν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή δυνάμει του ...1942 συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου του συμβολαιογράφου Πατρών Γεωργίου Κούκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο … και στον αριθμό ..., από τον πατέρα του, Β.

Σ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1943. Στις 27. 12.1994 ο Γ. Σ. απεβίωσε στην Πάτρα. Με την από 15.9.1994 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα 328/10.11.1995 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και κηρύχθηκε κυρία με την 745/1995 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ο ως άνω διαθέτης όρισε τα εξής : "Αφήνω γενικό και μοναδικό κληρονόμο μου την αδελφή μου Β.

Σ. του Β., εκτός από δύο ακίνητα στις ... Πατρών, από τα οποία το ένα, στην οδό ..., το αφήνω στο Δήμο ... για να το κάνει γηροκομείο και το άλλο, στην οδό ..., το αφήνω στο Ελληνικό Δημόσιο να το κάνει κοινωφελές έργο ή φοιτητική εστία, με τον όρο ότι και τα δύο ακίνητα θα φέρουν το όνομα μου και ότι η λειτουργία τους θα ξεκινήσει το αργότερο δύο χρόνια μετά το θάνατό μου.

Αν δεν γίνει αυτό να περιέρχονται και αυτά στην αδελφή μου Β. Σ.. Εκτελεστή διαθήκης ορίζω την ανεψιά μου Ε. Χ. Ρ.". Η οριζόμενη εκτελεστής διαθήκης, Ε. Ρ., η οποία με την υπ’ αριθμ. …/1996 δήλωση αποδοχής λειτουργήματος διαθήκης ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Πατρών, είχε αποδεχθεί το έργο της, απεβίωσε στην Αθήνα στις 2.3.1997.

Από το κείμενο της διαθήκης προκύπτει με σαφήνεια ότι η θέληση του διαθέτη ήταν να συστήσει κληροδοσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού στο πρώτο από τα ανωτέρω ακίνητα, υπέρ του Δήμου .... Η κληροδοσία όμως αυτή συστήθηκε υπό διπλή διαλυτική αίρεση, ήτοι πρώτον να λειτουργήσει εντός αυτού γηροκομείο και δεύτερον να φέρει το τελευταίο το όνομά του.

Ότι οι ανωτέρω όροι τέθηκαν από το διαθέτη ως διαλυτικές αιρέσεις προκύπτει με σαφήνεια από το ίδιο το κείμενο της διαθήκης, στην οποία ρητά όρισε ο διαθέτης, ότι σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι ανωτέρω όροι, να περιέλθει το ανωτέρω ακίνητο στην αδελφή του (γενική και μοναδική κληρονόμο του). Ο Δήμος ...

προέβη στην αποδοχή της κληροδοσίας αυτής με την υπ’ αριθμ. .../1996 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πατρών Ελένης Ραγιά. Προγενέστερα, όμως, με την από 15.7.1995 αίτησή του (αρ. εκθ. καταθ. ...1995) απευθυνόμενη στο Εφετείο Αθηνών, επικαλούμενος αφενός ότι τα λειτουργικά έξοδα ενός γηροκομείου είναι υψηλά, μη δυνάμενα να αντιμετωπισθούν από το Δήμο, αφετέρου ότι στην περιφέρειά του υφίσταται ήδη γηροκομείο, ήτοι το "...

Ίδρυμα", η λειτουργία του οποίου ικανοποιεί με επάρκεια τις ανάγκες του Δήμου, ζήτησε να βεβαιωθεί δικαστικά η αδυναμία πραγματοποιήσεως της θελήσεως του ανωτέρω διαθέτη, συνιστάμενης στην ίδρυση επί του επιδίκου ακινήτου γηροκομείου και ότι η θέλησή του ικανοποιείται πληρέστερα με την ίδρυση και λειτουργία στο ίδιο ακίνητο "...".

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 826/1997 "απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση του Δήμου. Από την ημερομηνία έκδοσης, επομένως, της παραπάνω απόφασης, ήτοι από 6.2.1997, ο Δήμος ... είχε τη δυνατότητα να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την ίδρυση και λειτουργία Κ.Α.Π.Η., όπως το ίδιο ζήτησε.

Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, ο Δήμος ... δεν προέβη σε καμία απολύτως ενέργεια για να υλοποιήσει τον ανωτέρω σκοπό. Τέσσερα έτη μετά, επανήλθε με την από 25 Σεπτεμβρίου 2001 νέα αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ζητώντας να βεβαιωθεί δικαστικώς ότι η βούληση του ανωτέρω διαθέτη δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί ούτε με την ίδρυση και λειτουργία Κ.Α.Π.Η., αλλά μπορούσε να πραγματοποιηθεί πληρέστερα με την ίδρυση και λειτουργία "...".

Στην παραπάνω ανοιγείσα δίκη ενώπιον του Εφετείου Αθηνών η Β. Σ. άσκησε την από 17.6.2002 αυτοτελή παρέμβασή της με την οποία, επικαλούμενη έννομο συμφέρον ως κληρονόμος του διαθέτη, ισχυρίστηκε ότι παρήλθαν 7 έτη και 8 μήνες από το θάνατο του αδελφού της χωρίς να εκπληρωθεί ο όρος της διαθήκης και ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως.

Το παραπάνω Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την αίτηση και την ανωτέρω παρέμβαση, εξέδωσε την 148/2003 απόφασή του με την οποία δέχθηκε την παρέμβαση της Β. Σ. και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αίτηση του Δήμου. Ειδικότερα, με την απόφασή του το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι "δεν αποδεικνύονται βάσιμοί οι ισχυρισμοί του αιτούντος (Δήμου), ότι τάχα τώρα η θέληση του διαθέτου, όπως αυτή ερμηνεύτηκε με την παραπάνω 826/1997 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, είτε αμέσως, είτε στο εγγύς μέλλον.

Δεν προσκομίζεται καμία απόδειξη από την οποία να προκύπτει ότι ο Δήμος ... πράγματι από αντικειμενική αδυναμία δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα σε καμία ενέργεια προκειμένου να λειτουργήσει στο ανωτέρω ακίνητο του διαθέτη .... Αντιθέτως, από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, της μάρτυρα του αιτούντος Μ.

Σ., Αντιδημάρχου, του αιτούντος Δήμου ..., προκύπτει ότι το κληροδότημα αυτό λειτούργησε για έξι μήνες ως "ΚΑΠΗ", χωρίς να διευκρινίζει περαιτέρω κατά τρόπο σαφή γιατί έκτοτε έπαυσε η λειτουργία του". Η. κατάθεση της ανωτέρω αντιδημάρχου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών περί λειτουργίας του επιδίκου ακινήτου ως ΚΑΠΗ για έξι μήνες, αναιρείται από την ίδια στην υπ’ αριθμ. .../22.2.2007 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Αγγελικής Σακελλάρη, (η οποία λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, καθόσον λήφθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων), στην οποία διευκρινίζει σχετικά με την άνω κατάθεσή της ότι "ποτέ δεν λειτούργησε ως ΚΑΠΗ αλλά προ εξαμήνου από την κατάθεσή μου, είχε συνταχθεί από τον Δήμο ...

μελέτη για την ανακαίνισή του και τη λειτουργία του ως "ΚΑΠΗ", η οποία και δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι σήμερα". Ούτε, εξάλλου, και ο Δήμος ... με τις έγγραφες προτάσεις του ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο λειτούργησε ποτέ ως ΚΑΠΗ. Ισχυρίζεται, όμως ότι από το έτος 1996 ασκούσε διακατοχικές, πράξεις επί του επιδίκου, ήτοι το επισκεύαζε, το συντηρούσε, το καθάριζε, αντλούσε τα όμβρια ύδατα, που εισέρχονταν στο υπόγειο χώρο με τη βοήθεια των συνεργείων .του κλπ.

Τα παραπάνω ουδόλως αποδεικνύονται. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο Δήμος εγκατέλειψε εντελώς το επίδικο ακίνητο, χωρίς να ενδιαφερθεί ούτε να το συντηρήσει, όπως ψευδώς διατείνεται, ούτε να λειτουργήσει σ’ αυτό ΚΑΠΗ, όπως ο ίδιος είχε ζητήσει και είχε γίνει δεκτό από το Εφετείο, σεβόμενος τη βούληση του διαθέτη και προσφέροντας στο κοινωνικό σύνολο.

Εξάλλου, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας του ενάγοντος, Α. Μ., η οποία είχε επισκεφτεί το επίδικο ακίνητο όταν ζούσε ο Γ. Σ., η οικοδομή κατά τον χρόνο εκείνο ήταν σε καλή κατάσταση (βλ. κατάθεσή της "είχε ακόμη και τα κρεβάτια μέσα, ήταν έτοιμο το ακίνητο") και μπορούσε να αξιοποιηθεί. Την πλήρη εγκατάλειψη του επιδίκου βεβαιώνει και με την τεχνική του έκθεση ο Γ.

Σ., πολιτικός μηχανικός, ο οποίος επισκέφθηκε το ακίνητο μετά από δεκαετή αχρησία του και διαπίστωσε εικόνα γενικότερης εγκατάλειψης της οικοδομής (βλ. την από 5. 12.2005 τεχνική έκθεσή του). Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την 1/2006 απόφαση της Εισαγγελέας Εφετών Πατρών, η οποία μετά από επιτόπια θεώρηση, διαπίστωσε ότι η εγκατάλειψη σε όλο το κτίριο ήταν εμφανής.

Στην ως άνω απόφασή της, επίσης, αναφέρει ότι ο Δήμος "δεν κατείχε κανένα κλειδί καμίας εξωτερικής εισόδου είτε στην πρόσοψη είτε στο μέρος της οικοδομής που οδηγεί στον κήπο". Τέλος, όσον αφορά την άντληση υδάτων, που ισχυρίζεται ο Δήμος ότι εκτελούσαν τα συνεργεία του στο υπόγειο, της οικοδομής, τούτο ουδέποτε έλαβε χώρα, καθόσον από την υπ’ αριθμ. .../28.7.2006 βεβαίωση της ΔΕΗ αποδεικνύεται ότι από 3.11.1994 έως 28.7.2006 η κατανάλωση ρεύματος είναι μηδενική.

Περαιτέρω, ο Δήμος ισχυρίζεται με τις προτάσεις του και με την έφεσή του ότι δεν μπόρεσε να το λειτουργήσει ως ΚΑΠΗ, διότι δεν είχε τα αναγκαία χρήματα για να το πράξει. Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν της αοριστίας του, είναι αναπόδεικτος, καθόσον δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο που να τον αποδεικνύει, όπως ετήσιους ισολογισμούς, έργα που είχε αναλάβει να εκτελέσει, τα κονδύλια αυτών των έργων, ώστε να κριθεί εάν και σε ποιο βαθμό η δημοσιονομική κατάσταση του Δήμου δεν του επέτρεπε να καλύψει τη λειτουργία του παραπάνω έργου.

Ακόμη και ο μάρτυράς του, ερωτηθείς για ποιο λόγο δεν λειτούργησε το ΚΑΠΗ, κατέθεσε ότι "δεν είχε εκείνη τη στιγμή την οικονομική ευρωστία να κάνει συνολική παρέμβαση σ’ αυτό", χωρίς να εξειδικεύει. Άλλωστε, ο ισχυρισμός αυτός έρχεται και σε πλήρη αντίθεση με τις ενέργειές του. Και τούτο διότι δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να υποβάλει αίτηση στο Εφετείο Αθηνών να του επιτραπεί να λειτουργήσει στο επίδικο ακίνητο "ΚΑΠΗ", το οποίο έχει λιγότερες λειτουργικές δαπάνες από ένα γηροκομείο, εάν δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να το πράξει.

Περαιτέρω, ο Δήμος, ερμηνεύοντας εξ ιδίων τη διαθήκη, ισχυρίζεται με την έφεσή του ότι η διετία που τέθηκε από τον διαθέτη για να λειτουργήσει στο επίδικο ακίνητο το γηροκομείο ήταν ενδεικτική και τέθηκε για να επιταχυνθούν οι διαδικασίες προς το σκοπό αυτό. Καταρχάς η παραπάνω διαθήκη ήταν σαφής και δεν χρήζει ερμηνείας, επιπλέον δε, εάν η διετία ήταν ενδεικτική, τότε ο διαθέτης δεν θα συνέδεε την παραβίαση του όρου με κάποιο αποτέλεσμα.

Θέτοντας όμως ότι μετά τη διετία ανατρέπεται η διαθήκη είναι σαφές ότι υπάρχει βούληση του διαθέτη να πραγματοποιηθεί το κοινωφελές έργο εντός της διετίας. Όπως, λοιπόν, αποδεικνύεται ο Δήμος δεν τήρησε τους παραπάνω δύο όρους της διαθήκης, εξαντλώντας τη διετία, ακόμη και αν αυτή υπολογιστεί αρξάμενη, επ’ ωφελεία του από τη δημοσίευση της 826/1997 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ήτοι από 6.2.1997.

Επομένως, από το χρόνο πλήρωσης της ως άνω διαλυτικής αίρεσης, ήτοι από 6.2.1999, το επίδικο ακίνητο περιήλθε αυτοδικαίως στην αδελφή του διαθέτη Γ. Σ., ήτοι στη Β. Σ., κατά ρητό όρο της διαθήκης, καθόσον η πλήρωση της αίρεσης ή προθεσμίας επάγεται ματαίωση και ανατροπή της κληροδοσίας ex nunc. Στις 25 Αυγούστου 2005 η Β.

Σ. απεβίωσε και με την από 1.7. 2005 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύτηκε με τα υπ’ αριθμ. 517/21.10.2005 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, εγκατέστησε τον ενάγοντα- εναγόμενο, Α. Λ., μοναδικό της κληρονόμο σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, στην οποία περιέχεται και το ανωτέρω ακίνητο. Ο τελευταίος αποδέχθηκε τόσο για λογαριασμό της ήδη αποβιωσάσης, ως υπόχρεος κληρονόμος της και το ως άνω ακίνητο της κληρονομίας του Γ.

Σ., που περιήλθε στην κυριότητά της λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης της διαθήκης του Γ. Σ., όσο και για λογαριασμό δικό του όλη την κληρονομία της αποβιωσάσης, με την υπ’ αριθμ. .../2007 πράξη της συμβολαιογράφου Πατρών Χριστίνας Δημητρακοπούλου - Παπαδάκη , η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στις 14.8.2007 με ... στο Κτηματολογικό Γραφείο Πατρών με α.α .../14.8.2007.

Με τον τρόπο αυτόν ο Α. Λ. κατέστη εκ διαθήκης κληρονόμος της ανωτέρω αποβιωσάσης στην κληρονομία της οποίας περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, το κληρονομικό του δε αυτό δικαίωμα το αμφισβητεί ο Δήμος. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η από 31.1212007 αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή και να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος επί του επιδίκου ακίνητου.

Εφόσον τα ίδια είπε και η εκκαλούμενη απόφαση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο, η δε έφεση και ο τρίτος λόγος των. προσθέτων λόγων με τα οποία ο εκκαλών υποστηρίζει τα’ αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω, ο εκκαλών με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης ισχυρίζεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 173 Α.Κ., διότι ενώ διαπίστωσε ότι υπάρχει κενό και αμφιβολία σχετικά με τη διατυπωθείσα βούληση του διαθέτη προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία.

Ο λόγος αυτός ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από το περιεχόμενο της εκκαλουμένης απόφασης προκύπτει ότι δεν διαπιστώθηκε κενό, ούτε αμφιβολία σχετικά με τη βούληση του διαθέτη και ως εκ τούτου δεν προέβη σε ερμηνεία αυτής, παρά μόνο ως προς την έναρξη της διετίας που έταξε ο διαθέτης, την οποία ερμήνευσε υπέρ του Δήμου, καθόσον την οριοθέτησε ως αρξάμενη όχι από τη δημοσίευση της διαθήκης, αλλά από την έκδοση της προαναφερόμενης 826/1997 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, παρέχοντας με αυτόν τον τρόπο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο Δήμο για να ενεργήσει.

Επομένως, ο πρώτος λόγος των προσθέτων λόγων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο των προσθέτων λόγων της έφεσης ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι η εκκαλουμένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 208 και .1799 ΑΚ, διότι για την πλήρωση της αίρεσης που έθεσε ο διαθέτης απαιτείτο η σύμπραξη τρίτου, και δη του Δημοσίου και εφόσον ο τελευταίος αρνείται να συμπράξει εν αμφιβολία θεωρείται ότι η αίρεση πληρώθηκε.

Ο λόγος αυτός συναρτάται με την επικαλούμενη εκ μέρους του οικονομική αδυναμία, πλην όμως, όπως λέχθηκε, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών ζήτησε από το Δημόσιο χρήματα για τη λειτουργία ΚΑΠΗ και το τελευταίο αρνήθηκε ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφενός απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την από 28-2-2009 ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί το κληρονομικό του δικαίωμα επί του επίδικου ακινήτου, δυνάμει της από 15-9-1994 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 27-12-1994 Γ.

Σ., και να διαταχθεί η απόδοση της εν λόγω κληρονομίας σ’ αυτόν και αφετέρου δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την από 31-12-2007 αγωγή του αναιρεσίβλητου με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα επ’ αυτού (επιδίκου), το οποίο αμφισβητεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, επειδή αυτός δεν εκτέλεσε τους αναφερόμενους στην ως άνω διαθήκη όρους, με αποτέλεσμα η διαλυτική αίρεση, που είχε τεθεί, να πληρωθεί και ο τελευταίος να εκπέσει της υπέρ αυτού κληρονομίας, και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Από το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διέγνωσε ασάφεια και εντεύθεν αμφιβολία και κενό ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αληθούς βούλησης του διαθέτη Γ. Σ. κατά τη διατύπωση του περιεχομένου της διάταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, της οποίας το περιεχόμενο, κατά την κρίση του, ήταν σαφές και δεν έχρηζε ερμηνείας ως προς τη σύσταση κληροδοσίας υπέρ κοινωφελούς σκοπού στο επίδικο ακίνητο, υπέρ του Δήμου ... (αναιρεσείοντος), που συναρτάται με τον τρόπο συστάσεως αυτής υπό διπλή διαλυτική αίρεση, ήτοι πρώτο να λειτουργήσει εντός ταυ επίδικου ακινήτου γηροκομείο και δεύτερο να φέρει το τελευταίο το όνομά του και συνέχεται με την επέλευση του διαγνωσθέντος δικαιώματος του αναιρεσίβλητου ως κληρονόμου της αδελφής του διαθέτη Β.

Σ., ότι σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι ανωτέρω όροι, να περιέλθει το επίδικο ακίνητο στην τελευταία (γενική και μοναδική κληρονόμο του), ώστε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες του άρθρου 173 του Α.Κ., τους οποίους και ορθώς δεν εφάρμοσε. Από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη σε ερμηνεία του περιεχομένου της επίμαχης διαθήκης, ούτε δέχθηκε έμμεσα τέτοια κενά ή αμφίβολα σημεία προκειμένου να υπολογίσει το χρόνο έναρξης της διετούς διαλυτικής αίρεσης, ώστε να επιβάλλεται η προσφυγή στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες των διαθηκών.

Τέλος, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση πρόσθετων επιχειρημάτων γίνεται όχι με σκοπό την ερμηνευτική κάλυψη ελλείμματος σαφήνειας της διαθήκης προς διαμόρφωση της αντίληψης του δικαστηρίου της ουσίας για την αληθή βούληση του διαθέτη, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, για την οποία ήδη σαφώς έχει εκφρασθεί, αλλά προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με την παράλειψή του να εφαρμόσει τους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις διατάξεις του άρθρου 173 του Α.Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, κρίνοντας έτσι το Εφετείο ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα της αληθούς βούλησης του διαθέτη Γ. Σ. κατά την εν λόγω διατύπωση του περιεχομένου της διάταξης της επίμαχης διαθήκης, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 208 εδ.

β’ και 1799 του Α.Κ., αφού με την παραδοχή ότι ‘ ‘ ο δεύτερος λόγος των πρόσθετων λόγων της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι η εκκαλούμενη απόφαση παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, διότι για την πλήρωση της αίρεσης που έθεσε ο διαθέτης απαιτείτο η σύμπραξη τρίτου και δη του Δημοσίου και εφόσον ο τελευταίος αρνείται να συμπράξει εν αμφιβολία θεωρείται ότι η αίρεση πληρώθηκε, συναρτάται με την επικαλούμενη εκ μέρους του οικονομική αδυναμία, πλην όμως, όπως λέχθηκε, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών ζήτησε από το Δημόσιο χρήματα για τη λειτουργία ΚΑΠΗ και το τελευταίο αρνήθηκε’ ‘ στήριξε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις την κρίση του περί μη παραβίασης των εν λόγω διατάξεων.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., δηλαδή της εκ πλαγίου παραβίασης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών των διατάξεων των άρθρων 208 εδ. β’ και 1799 του Α.Κ., είναι απαράδεκτος. Οι ίδιοι, ως άνω, λόγοι, κατά το υπόλοιπο μέρος τους, στο οποίο διαλαμβάνονται αντίθετα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτοι, καθόσον πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.). - Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου εφέσεως, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν ο ισχυρισμός ήταν αόριστος ή μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 8/2013, Ολ.Α.Π. 14/2004) ή αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω, κατά την ερμηνεία των διαθηκών, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 Α.Κ., αναζητείται χωρίς προσήλωση στις λέξεις η αληθής βούληση του διαθέτη με σκοπό την υποκειμενική του άποψη, έδαφος για τέτοια ερμηνεία προς αναζήτηση δηλαδή βούλησης διαφορετικής και πέραν κειμένης από εκείνη που εξέφρασε ο διαθέτης με τις λέξεις που χρησιμοποίησε δεν παρέχεται, όταν οι λέξεις αυτές κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά, είναι απολύτως σαφείς και αποδίδουν ευθέως εκείνο που θέλησε ο διαθέτης.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση επικύρωσε την κρίση της πρωτόδικης απόφασης ως προς το χρόνο έναρξης της διετίας που έταξε ο διαθέτης της επίμαχης διαθήκης από την έκδοση της 826/1997 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, χωρίς να λάβει υπόψη του τα πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, ως προς την αδυναμία του να εξασφαλίσει τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για την εκπλήρωση της αληθούς βούλησης του διαθέτη Γ.

Σ. εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, και ειδικότερα : α) ότι το κληροδοτούμενο ακίνητο δεν πληρούσε τους απαραίτητους όρους και προϋποθέσεις για την λειτουργία γηροκομείου και ότι αναζητούσαμε πόρους για την άμεση αξιοποίηση του, β) ότι ο διαθέτης δεν κατέλιπε κάποιο χρηματικό ποσό για την πραγμάτωση του ταχθέντος σκοπού, γ) ότι δεν είχαμε τους οικονομικούς πόρους για την εκπλήρωση του ταχθέντος σκοπού, ότι ούτε το Ελληνικό Δημόσιο είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει εντός διετίας την εκπλήρωση του ταχθέντος σκοπού του ίδιου διαθέτη σε έτερο ακίνητο που κατέλιπε με τον όρο να λειτουργήσει εκεί Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας, δ) ότι προβήκαμε σε σειρά ενεργειών προκειμένου να εξασφαλίσουμε την απαραίτητη χρηματοδότηση για την αξιοποίηση του ακινήτου σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη, ότι για την εκπλήρωση του όρου του διαθέτη αποφασίσαμε να διαθέσουμε εκτός από το επίδικο ακίνητο και την δωρεάν χρήση του 4ου και 5ου ορόφου (επιφάνειας 248,20 τ.μ.

ο κάθε όροφος) του κτιρίου της οδού ... των … (...), να διαθέσουμε δαπάνη 79.307,800 ευρώ για τα τρία πρώτα έτη, καθώς και την αποζημίωση του Δημάρχου Ε. Φ. ποσού 26.000,000 δρχ ετησίως, ε) ότι η εποπτεύουσα το κληροδότημα αρχή και συγκεκριμένα το Ελληνικό Δημόσιο δια του Υπουργείου Υγείας και της Διεύθυνσης Εθνικών Κληροδοτημάτων θέλησε να λειτουργήσει στο επίμαχο ακίνητο Κέντρο Απεξάρτησης Νεαρών Ατόμων από Ναρκωτικά, και για τον σκοπό αυτό ανέθεσε την υλοποίησή του στο ΚΕΘΕΑ, που διαθέτει το απαραίτητο εξειδικευμένο προσωπικό, το οποίο απέστειλε στον τότε Δήμαρχο μας Ε.

Φ. το προσαχθέν σχέδιο σύμβασης παραχώρησης της χρήσης του ακινήτου για διάστημα 20 ετών και το Δημοτικό Συμβούλιο έλαβε την ...2001 απόφαση για την υλοποίηση της βούλησης του διαθέτη και την εξασφάλιση του απαραίτητου χρηματικού ποσού που απαιτείτο για την λειτουργία του ως άνω κέντρου, ότι η καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη λόγω της παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ήθελε και μας επέβαλε να λειτουργήσει σε αυτό Κέντρο Αποτοξίνωσης Νεαρών Ατόμων από Ναρκωτικά, κάτι που δεν έγινε δεκτό από το Εφετείο Αθηνών, στ) ότι από το έτος 1996 ο Δήμος ...

ήταν ο μόνος που είχε τα κλειδιά του επίμαχου ακινήτου και από τον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας στον Δήμο μας και όλα τα μετέπειτα χρόνια προβαίναμε σε ενέργειες συντήρησης του κτιρίου και του περιβάλλοντος χώρου και βγάζαμε τα όμβρια ύδατα από το υπόγειο του επίμαχου ακινήτου με αντλίες του Δήμου μας, που λειτουργούν με γεννήτριες και ζ) αμέσως μόλις κατέστη εφικτό, ο Δήμος ...

προχώρησε σε εργασίες για την ανακαίνιση του επίμαχου ακινήτου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω αιτιάσεις δεν συνιστούν ‘ ‘ πράγματα’ ‘ υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγικής αξίωσης του αναιρεσίβλητου. Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.

β’ ΚΠολΔ., πλήττεται η κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., ανελέγκτως αναιρετικώς εκτίμηση περί πραγματικών γεγονότων του Εφετείου. Τέλος, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α’ και 11γ’ ΚΠολΔ., με τον οποίο πλήττεται η απόφαση όλως αορίστως και διότι ‘ ‘ το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους ισχυρισμούς και όλα τα αποδεικτικά μέσα του αναιρεσιβλήτου, που δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα κατ’ άρθρο 240 ΚΠολΔ., αφού από τις με ημερομηνία 20-5-2015 προτάσεις του ήδη αναιρεσιβλήτου απουσίαζε παντελώς :

α) η έστω συνοπτική περίληψη των πρωτοδίκως προβαλλόμενων ισχυρισμών του, β) η ειδικότερη αναφορά στις σελίδες ή στα σημεία των πρωτόδικων προτάσεών του και των επ’ αυτών προσθηκών, όπου ο καθένας από τους ισχυρισμούς αυτούς περιλαμβάνεται και γ) η ειδικότερη αναφορά στις σελίδες των δικογράφων του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπου για πρώτη φορά γίνεται αναφορά των εγγράφων που επικαλείται εκ νέου ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος και τους πρόσθετους λόγους αυτής’ ‘ , χωρίς καμία άλλη αναφορά στους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που θεμελιώνουν τέτοια πλημμέλεια και τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκε προς απόδειξή τους, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου βαρύνουν τον ηττηθέντα Δήμο ( άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), πρέπει όμως να επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 ‘ ‘ Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων’ ‘ , κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-12-2015 αίτηση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "Δήμος ..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 256/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ