Legislator Case Law & Legislation
298/2016 AI generated

298/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 298/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

298/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ανεπίδεκτες χρηματικής αποτίμησης διαφορές είναι εκείνες που έχουν αντικείμενο το οποίο από τη φύση του δεν έχει χρηματική αξία και αν ακόμη η απόφαση μπορεί να έχει συνέπειες οικονομικής φύσεως. Τέτοια είναι και η αγωγή ακυρώσεως δικαιοπραξίας ως εικονικής και επομένως υπάγεται αυτή στην καθ’ ύλη αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου, αφού δεν υπάγεται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου.

Keywords

AI generated
marine equipment recreational craft transitional provisions in maritime matters freedom of navigation boat tax pollution from ships
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 298 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 298/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Μπότση.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Π., 2) Γ. Μ. του Λ., κατοίκων ... και 3) Δ. Θ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Τασιόπουλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2263/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 499/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-7-2014 αίτησή του και τους από 12-9-2014 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 29-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 αρ. 1 ΚΠολΔ, στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές, για τις οποίες δεν είναι αρμόδια τα ειρηνοδικεία ή τα μονομελή πρωτοδικεία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στην καθ’ ύλη αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου υπάγονται: α) όλες οι ιδιωτικές διαφορές που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης με αντικείμενο αξίας άνω των 250.000 ευρώ, εφόσον δεν περιλαμβάνονται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου (άρθρο 15 ΚΠολΔ) ή του μονομελούς πρωτοδικείου (άρθρα 16, 17 αρ. 2 ΚΠολΔ) και β) όλες οι ανεπίδεκτες χρηματικής αποτίμησης ιδιωτικού δικαίου διαφορές, που συγχρόνως δεν υπάγονται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου (άρθρο 17 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Ανεπίδεκτες χρηματικής αποτίμησης διαφορές είναι εκείνες που έχουν αντικείμενο το οποίο από τη φύση του δεν έχει χρηματική αξία και αν ακόμη η απόφαση μπορεί να έχει συνέπειες οικονομικής φύσεως. Τέτοια είναι και η αγωγή ακυρώσεως δικαιοπραξίας ως εικονικής και επομένως υπάγεται αυτή στην καθ’ ύλη αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου, αφού δεν υπάγεται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου.

Σύμφωνα όμως με τις διατάξεις των άρθρων 282 και 284 ΚΠολΔ, η εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας μπορεί να εξετασθεί παρεμπιπτόντως, ακόμη και από αναρμόδιο δικαστήριο και με οποιαδήποτε διαδικασία και αν δικάζει αυτό (ΑΠ 663/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι μεταξύ αυτών και του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ο καθένας των οποίων ήταν κύριος βοηθητικού σκάφους (λάντζας ή καβοδετικού), συνεστήθη με το από 18-1-1999 συμφωνητικό κοινοπραξία με σκοπό τη μεταφορά προσώπων και φορτίων προς εξυπηρέτηση των ελλιμενισμένων πλοίων στην περιοχή λιμένα Ελευσίνας και ότι το Σεπτέμβριο 2003 αποφάσισαν από κοινού τη ναυπήγηση ενός νέου καβοδετικού σκάφους με ιδιοκτήτρια τυπικά την κοινοπραξία τους, ουσιαστικά όμως όλους τους διαδίκους, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου για τον καθένα, και ότι για το σκοπό αυτό με την από 10-10-2003 σύμβαση ανέθεσαν στο αναφερόμενο στην αγωγή ναυπηγείο τη ναυπήγησή του, υπέγραψαν δε μεταξύ τους και το από 10-10-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο περιέλαβαν όλες τις ρυθμίσεις για την αποπληρωμή του τιμήματος του σκάφους.

Ότι το Φεβρουάριο 2004 πληροφορήθηκαν από τον εναγόμενο ότι για τυπικούς λόγους δεν μπορούσε να εκδοθεί άδεια καβοδετικού σκάφους στο όνομα της κοινοπραξίας και ότι για το λόγο αυτό θα έπρεπε η ναυπήγηση του πλοίου να γίνει στο όνομα ενός των μελών της, που θα εμφανιζόταν τυπικά ως κύριος του σκάφους, και ότι από κοινού αποφάσισαν τη συνέχιση των εργασιών ναυπηγήσεως στο όνομα του εναγομένου και για το λόγο αυτό υπογράφηκε με το ναυπηγείο το από 4-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο υπεισήλθε αυτός στη θέση της κοινοπραξίας ως ιδιοκτήτης του υπό ναυπήγηση σκάφους.

Ότι η σύμβαση αυτή ήταν εικονική, αφού είχε συμφωνηθεί ότι ο εναγόμενος ενεργούσε φαινομενικά για τον εαυτό του, ενώ στην πραγματικότητα ενεργούσε και για τα λοιπά μέλη της κοινοπραξίας. Ότι στις 19-3-2004 έγινε η καθέλκυση του σκάφους, το οποίο παραλήφθηκε από όλους τους διαδίκους, κατά την αναλογία ποσοστού συγκυριότητας καθενός τούτων, πλην όμως νηολογήθηκε στο νηολόγιο Πειραιά τυπικά στο όνομα του εναγομένου και έκτοτε άρχισε η από κοινού εκμετάλλευση του από όλους τους διαδίκους.

Ότι στις 12-8-2005 ο εναγόμενος απαγόρευσε στους ενάγοντες να επιβιβαστούν στο επίδικο σκάφος και την επομένη άλλαξε τις κλειδαριές, καθιστώντας αδύνατη την πρόσβαση τους σ’ αυτό, ενώ από τις 10-9-2005 άρχισε να παρακρατεί τα έσοδα εκμεταλλεύσεως του για ίδιον όφελος, αρνούμενος να τους αποδώσει οποιοδήποτε λογαριασμό, και λίγο αργότερα άλλαξε το χρώμα του πλοίου και κατέβασε τη σημαία που είχε το διακριτικό τίτλο της κοινοπραξίας και ύψωσε νέα σημαία.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν, αναγνωριζομένης της εικονικότητας του από 4-3-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού και του από 30-3-2004 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών του ναυπηγείου, να αναγνωρισθεί η συγκυριότητα και σύννομη των εναγόντων, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου για τον καθένα, στο επίδικο σκάφος, αγοραίας αξίας 200.000 ευρώ, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους το αποδώσει κατά το ποσοστό αυτό στον καθένα.

Από το περιεχόμενο και αίτημα της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η εικονικότητα του από 4-3-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού και του από 30-3-2004 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών συνιστούσε παρεμπίπτον ζήτημα, που ήχθη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως αναγκαίο ιστορικό υπόβαθρο της αγωγής, αντικείμενο της οποίας ήταν η αναγνώριση της συγκυριότητας των εναγόντων στο επίδικο σκάφος και η απόδοση του σ’ αυτούς από τον εναγόμενο κατά το ανήκον στον καθένα τους ποσοστό, ενόψει δε του ότι η αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού που διεκδικούσε ο κάθε ενάγων ανερχόταν στο ποσόν των (200.000 Χ 25%) 50.000 ευρώ, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν καθ’ ύλη αρμόδιο να δικάσει την ένδικη αγωγή.

Κατά συνέπεια, το Μονομελές Εφετείο, που έκρινε ότι ήταν αρμόδιο καθ’ ύλη να εκδικάσει την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 2263/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ορθά έκρινε, εφόσον, κατ’ άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 ν. 3994/2011, "Στην αρμοδιότητα των μονομελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων και στην αρμοδιότητα των τριμελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της περιφέρειας τους".

Συνακόλουθα τούτων, είναι αβάσιμοι ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, καθώς και ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αρ. 19 κατ’ ορθή εκτίμηση) ενδέκατος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που προσάπτουν στο Εφετείο αφενός μεν την από το άρθρο 559 αρ. 5 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι εσφαλμένα έκρινε ότι ήταν καθ’ ύλη αρμόδιο για την εκδίκαση της εφέσεως του αναιρεσείοντος, αφετέρου δε ότι εσφαλμένα εκτίμησε ως παρεμπίπτον ζήτημα το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της εικονικότητας του από 4-3-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού και του συναφούς δελτίου παροχής υπηρεσιών, γιατί με τον τρόπο αυτό θεμελίωσε καθ’ ύλη αρμοδιότητα των δικαστηρίων της ουσίας.

Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε τις περί δικαστικού ενσήμου διατάξεις, με το να δεχθεί ότι με την απόρριψη προγενεστέρων αγωγών των αναιρεσιβλήτων, που είχαν το ίδιο με την ένδικη αγωγή αντικείμενο και αίτημα, δεν αναλώθηκε το καταβληθέν για τις αγωγές αυτές δικαστικό ένσημο, ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, η περί του αντιθέτου παραδοχή θα οδηγούσε στην απόρριψη της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων λόγω της ερημοδικίας τους ως εκ της μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου.

Ο λόγος αυτός είναι διττώς απαράδεκτος. Προεχόντως γιατί σε περίπτωση μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεως της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην, και γι1 αυτό σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων αυτών δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναιρέσεως, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση, και μάλιστα αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην αλλά κατ’ αντιμωλία (ΑΠ 204/2014), και κατά συνέπεια δεν θεμελιώνεται η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια.

Κατά δεύτερον ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, εφόσον δεν πλήττεται αναιρετικά η παραδοχή του Εφετείου ότι σε κάθε περίπτωση καταβλήθηκε εκ νέου για την ένδικη αγωγή το ανάλογο δικαστικό ένσημο.

Σύμφωνα με το άρθρο 5 ΚΙΝΔ, επί συμβάσεως ναυπηγήσεως, εκτός αντιθέτου συμφωνίας, εφαρμόζονται οι περί μισθώσεως έργου διατάξεις του Αστικού Κώδικα, πλην των άρθρων 683, 693 και 695. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι την κυριότητα του υπό κατασκευή πλοίου αποκτά πρωτοτύπως ο ναυπηγός, εάν αυτός κατασκευάζει το πλοίο για δικό του λογαριασμό.

Οσάκις όμως, δυνάμει συμβάσεως ναυπηγήσεως, το πλοίο κατασκευάζεται για λογαριασμό του εργοδότη, το ζήτημα εάν ο εργοδότης αποκτά την κυριότητα πρωτοτύπως ή παραγώγως, τίθεται μόνο εφόσον δεν υφίσταται συμφωνία των συμβαλλομένων. Κατά την κρατούσα στην παλαιότερη θεωρία και τη νομολογία άποψη, εάν την προς κατασκευή του πλοίου ύλη χορήγησε ο εργοδότης, αυτός καθίσταται κύριος του ναυπηγούμενου πλοίου.

Αντιθέτως, εάν την προς κατασκευή του πλοίου ύλη χορήγησε ο ναυπηγός, αυτός καθίσταται πρωτοτύπως κύριος του υπό ναυπήγηση πλοίου, το οποίο και μεταβιβάζει στη συνέχεια στον εργοδότη. Ωστόσο, ορθότερη φαίνεται η άποψη που υιοθετεί πλέον η νεώτερη θεωρία, υπό την ισχύ του ΚΙΝΔ, σύμφωνα με την οποία η κυριότητα του πλοίου που ναυπηγείται για λογαριασμό άλλου περιέρχεται πρωτοτύπως στον εργοδότη, ανεξαρτήτως από ποιον χορηγήθηκε η προς ναυπήγηση ύλη, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία.

Τίτλος κτήσεως είναι η σύμβαση ναυπηγήσεως, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί πωλήσεως του Αστικού Κώδικα, έστω και εάν την ύλη χορήγησε ο ναυπηγός. Η κύρια παροχή του ναυπηγού συνίσταται στη ναυπήγηση του πλοίου.

Συνεπώς, εάν η σύμβαση ναυπηγήσεως δεν καταχωρίσθηκε στο νηολόγιο, κύριος του ναυπηγούμενου πλοίου καθίσταται πρωτοτύπως ο εργοδότης, κατ’ εφαρμογή των περί εργολαβίας γενικών διατάξεων και των διατάξεων του ΚΙΝΔ. Η άποψη ότι ο εργοδότης καθίσταται σε κάθε περίπτωση κύριος του υπό ναυπήγηση πλοίου ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις και τη σκοπιμότητα της σύγχρονης ναυτιλιακής πρακτικής, δεδομένου ότι το οικονομικό βάρος και τον κίνδυνο της ναυπηγήσεως φέρει σήμερα αυτός που παραγγέλλει τη ναυπήγηση και αναλαμβάνει τη χρηματοδότηση της.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 ΚΙΝΔ, που ορίζουν η μεν πρώτη ότι "Προς μεταβίβασιν της κυριότητος πλοίου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος ότι διά νόμιμόν τίνα αιτίαν μετατίθεται εις αυτόν η κυριότης. Η συμφωνία γίνεται εγγράφως και υποβάλλεται εις καταχώρισιν εν τω νηολογίω.

Άνευ της κατά το προηγούμενον εδάφιον εγγραφής δεν επέρχεται η μεταβίβασις της κυριότητος πλοίου", η δε δεύτερη ότι "Η διάταξις του προηγουμένου άρθρου εφαρμόζεται επί του ναυπηγούμενου πλοίου, εφόσον τούτο έχει νηολογηθή", προκύπτει ότι η μεταβίβαση της κυριότητας πλοίου είναι αιτιώδης, με την έννοια ότι το ελάττωμα της αιτίας, όπως πλάνη, απάτη, απειλή κλπ, επιδρά επί του κύρους της μεταβιβάσεως.

Κατά συνέπεια, εάν η αιτία της μεταβιβάσεως είναι άκυρη, άκυρη είναι και η μεταβίβαση της κυριότητας του πλοίου, ο φερόμενος δε ως αποκτών τούτο δεν το αποκτά κατά κυριότητα, ακόμη και αν συντρέχουν όλες οι λοιπές προϋποθέσεις για την έγκυρη μεταβίβαση. Συνακόλουθα, αν η σύμβαση μεταβιβάσεως του πλοίου είναι άκυρη, έστω και αν τηρήθηκε ο τύπος του εγγράφου γι’ αυτήν και οι λοιπές διατυπώσεις δημοσιότητας με την καταχώριση της μεταβιβαστικής συμφωνίας στο νηολόγιο, η κυριότητα αυτού δεν μεταβιβάζεται στον αποκτώντα.

Εξάλλου, χωρίς την εγγραφή στο νηολόγιο της μεταβιβαστικής συμφωνίας δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του πλοίου ακόμη και μεταξύ των ίδιων των συμβαλλομένων. Αντιθέτως, το ναυπηγούμενο πλοίο που δεν έχει νηολογηθεί αποτελεί κινητό πράγμα, του οποίου η μεταβίβαση δεν ρυθμίζεται από την ως άνω διάταξη του άρθρου 6 ΚΙΝΔ, αλλά από το κοινό δίκαιο (άρθρο 1034 ΑΚ).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση που συνομολογήθηκε εικονικά είναι άκυρη, εκτός αν υπό την εικονική δικαιοπραξία καλύπτεται άλλη, οπότε ισχύει αυτή κατά τη βούληση των συμβαλλομένων, εφόσον συντρέχουν οι απαιτούμενοι όροι για τη σύσταση της. Η εικονικότητα αυτή μπορεί να αναφέρεται και στο πρόσωπο υπέρ του οποίου επέρχονται τα δικαιώματα από την εικονική δικαιοπραξία, όταν συμβάλλεται αντ’ αυτού άλλο πρόσωπο με τη συμφωνία όλων των συμβαλλομένων, εικονικών και πραγματικών, ότι τα αποτελέσματα της συμβάσεως θα επέλθουν όχι υπέρ του φαινομενικά συμβαλλομένου, αλλά υπέρ του καλυπτόμενου αληθινού (Ολομ. ΑΠ 32/1987, ΑΠ 408/2002). Η εικονικότητα όμως αποκλείεται επί πράξεων της δημόσιας αρχής, όταν αυτή εκδηλώνει ίδια βούληση, παραγωγική έννομης σχέσεως, και ενεργεί ως δικαιοπρακτούν πρόσωπο και όχι όταν αυτή ενεργεί προς βεβαίωση αλλότριας βουλήσεως ή παρεμβαίνει γενικά προς εκπλήρωση άλλων σκοπών, που συνδέονται αμέσως ή εμμέσως με την υπό τέλεση σύμβαση, χωρίς όμως η προς τούτο γενομένη δήλωση να είναι δικαιοπρακτική και να αποτελεί την αναγκαία για την κατάρτιση της συμβάσεως δήλωση βουλήσεως του άλλου συμβαλλομένου (ΑΠ 1734/2007).

Συνεπώς, εικονική μπορεί να είναι και η σύμβαση μεταβιβάσεως πλοίου. Η, λόγω της εικονικότητας, ακυρότητα της νόμιμης αιτίας της μεταβιβάσεως, συνεπιφέρει την ακυρότητα αυτής, ανεξάρτητα από τη συνδρομή όλων των λοιπών όρων για την έγκυρη μεταβίβαση και την τήρηση του έγγραφου τύπου αλλά και των διατυπώσεων δημοσιότητας, δηλαδή την εγγραφή της μεταβιβαστικής συμφωνίας στο νηολόγιο. Η νηολόγηση του πλοίου, δηλαδή η καταχώριση της δικαιοπραξίας για τη μεταβίβαση του, με την οποία συντελείται η εμπράγματη δικαιοπραξία περί αυτής ούτε την ακυρότητα λόγω της εικονικότητας της αιτίας αποκλείει, ούτε την θεραπεύει. Εξάλλου, δεν αποκλείεται η εικονικότητα της συμφωνίας για τη μεταβίβαση πλοίου λόγω της καταχωρίσεως αυτής στο νηολόγιο από τον τηρούντα αυτό δημόσιο υπάλληλο (φύλακα νηολογίου), δεδομένου ότι αυτός ουδεμία συμμετοχή έχει στην κατάρτιση της εν λόγω συμφωνίας, εφόσον με την ιδιότητα του αυτή δεν συμπράττει διά της βουλήσεως του στη σχετική δικαιοπραξία, αλλά απλώς πιστοποιεί τη δήλωση, όπως αυτή εξωτερικώς εμφανίζεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά στο χώρο της θαλάσσιας μεταφοράς προσώπων και φορτίων στην περιοχή της Ελευσίνας, με μικρά ανοικτά ακτοπλοϊκά σκάφη (λάντζες) καθώς και στην παροχή υπηρεσιών ελλιμενισμού στο λιμάνι της Ελευσίνας.

Είχαν δε στην κυριότητα τους, ο πρώτος των εναγόντων τη λάντζα "...", ο δεύτερος τη λάντζα "..." και ο τρίτος το καβοδετικό σκάφος "...". Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) είχε στην κυριότητα του τη λάντζα "...". Για την προαγωγή των επαγγελματικών τους συμφερόντων, ο πρώτος ενάγων, ο εναγόμενος και ο Κ. Κ. του Π. αποφάσισαν τον Ιανουάριο του έτους 1999 να συστήσουν Κοινοπραξία, στην οποία θα συμμετείχαν με τα προαναφερθέντα σκάφη τους (λάντζες) και κατά ποσοστό 33,3% έκαστος στα κέρδη και τις ζημίες, που θα προέκυπταν από αυτή.

Για το λόγο δε αυτό κατήρτισαν και υπέγραψαν το από 18-1-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου συνέστησαν μεταξύ τους άτυπη, στερούμενη ιδίας νομικής προσωπικότητας, κοινοπραξία με την επωνυμία "... ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΛΕΜΒΟΥΧΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ Α. Μ. - ΑΦΩΝ Κ. ΚΑΙ Χ. Κ." και το διακριτικό τίτλο "... ...", με έδρα την …. Το ανωτέρω δε ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε διαδοχικώς ...

με αποτέλεσμα το Σεπτέμβριο του έτους 2003, η ανωτέρω κοινοπραξία να αποτελείται από τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητους) και τον εναγόμενο, οι οποίοι συμμετείχαν σ’ αυτή με τα προαναφερθέντα σκάφη τους και με ποσοστό 25% έκαστος στα κέρδη και τις ζημίες, που θα προέκυπταν από τη δραστηριότητα αυτής, η οποία συνίστατο στη μεταφορά προσώπων και φορτίων από την περιοχή του λιμένος Ελευσίνας, καθώς και στην παροχή βοήθειας διά της μεταφοράς κάβων προς ελλιμενισμό πλοίων στην ίδια περιοχή.

Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο οι διάδικοι, μέλη της κοινοπραξίας, προκειμένου να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες παροχής υπηρεσιών ελλιμενισμού εκ μέρους της τελευταίας, αποφάσισαν τη ναυπήγηση ενός καβοδετικού σκάφους, το οποίο συμφώνησαν να φαίνεται μεν ότι ανήκει στην κυριότητα αυτής (κοινοπραξίας), που, ως ανεφέρθη, στερείτο νομικής προσωπικότητας, στην πραγματικότητα όμως αυτό θα ανήκε σε άπαντα τα μέλη αυτής, ήτοι σε όλους τους διαδίκους, κατά τα ανωτέρω ποσοστά συμμετοχής αυτών στην εν λόγω κοινοπραξία, (25% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο μέλος), κατά το ίδιο δε ποσοστό έκαστο μέλος θα συμμετείχε και στη δαπάνη της ναυπήγησης του πλοίου.

Για το λόγο αυτό τον ίδιο μήνα συνήφθη σύμβαση με τον ναυπηγό Α. Δ. για την εκπόνηση σχετικών σχεδίων και μελετών και ακολούθως η από 10-10-2003 σύμβαση ναυπήγησης με την εταιρεία "...", η οποία υπεγράφη από τον τότε νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή εταίρο της τελευταίας Σ. Ρ.. Σημειωτέον ότι, ο τελευταίος, με βάση το ισχύον τότε καταστατικό της εν λόγω εργολήπτριας εταιρείας, την δέσμευε με την υπογραφή του κάτω από την εταιρική της επωνυμία και την εκπροσωπούσε είτε μόνος του είτε από κοινού με τον συνεταίρο του σ’ αυτήν Κ.

Κ. ... Ήδη από τις 9-10-2003 είχε εκδοθεί και η άδεια έναρξης εργασιών ναυπήγησης, επίσης, στο όνομα της κοινοπραξίας των διαδίκων... Στο πλαίσιο της ανωτέρω ναυπήγησης η ως άνω εργολήπτρια εταιρεία ανέλαβε, αντί αμοιβής 93.600 ευρώ, τη ναυπήγηση (ελασματουργικές και σωληνουργικές εργασίες) ενός ρυμουλκού - καβοδετικού (...) σκάφους, το οποίο θα ανήκε εξ αδιαιρέτου στους διαδίκους (πλοιοκτήτες), κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά συγκυριότητας αυτών και θα ονομαζόταν "...".

Για την κάλυψη της αμοιβής της αυτής η εργολήπτρια εταιρεία θα εξέδιδε είκοσι τέσσερις (24) συναλλαγματικές ποσού 3.900 ευρώ εκάστη, τις οποίες θα αποδεχόταν η κοινοπραξία και για τις οποίες, σύμφωνα και με ρητό συμβατικό όρο ... θα τριτεγγυούνταν άπαντα τα μέλη αυτής. Εκ των ανωτέρω συναλλαγματικών, οι πρώτες τέσσερις εκδόθηκαν κατά την υπογραφή της σύμβασης ναυπήγησης, οι τέσσερις επόμενες στις 28-11-2003, οι τέσσερις επόμενες στις 9-1-2004 και οι τελευταίες τέσσερις στις 6-2-2004.

Έκαστο μέλος της κοινοπραξίας τριτεγγυήθηκε για τέσσερις εκ των προαναφερθεισών συναλλαγματικών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 15 της ίδιας σύμβασης ναυπήγησης συμφωνήθηκε ρητώς ότι το ναυπηγούμενο σκάφος, καθ’ όλη την διάρκεια της κατασκευής του, θα βρίσκεται στην πλήρη κυριότητα του εργοδότη, ήτοι φαινομενικά μεν στην κυριότητα της κοινοπραξίας, πράγματι όμως, επειδή αυτή στερείτο νομικής προσωπικότητας, στην συγκυριότητα των διαδίκων, κατά τα ως άνω συμφωνηθέντα, εξ αδιαιρέτου, ποσοστά.

Πέραν της προαναφερθείσας σύμβασης ναυπήγησης, οι διάδικοι ως μέλη της ανωτέρω κοινοπραξίας κατάρτισαν και το με ίδια ημερομηνία (από 10-10-2003) ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο καθόρισαν τις μεταξύ τους σχέσεις, αναφορικά με τη συγκυριότητα του ναυπηγούμενου σκάφους, στην περίπτωση μη εξόφλησης κάποιας συναλλαγματικής εκ μέρους κάποιου τριτεγγυηθέντος μέλους της κοινοπραξίας ή στην περίπτωση αποχώρησης μέλους από αυτή, ενώ επιβεβαίωσαν και τη μεταξύ τους αρχική συμφωνία για το ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας εκάστου εξ αυτών στο πλοίο...

Περαιτέρω... αποδείχθηκε ότι καθ’ ον χρόνον η ναυπήγηση του σκάφους "...", βρισκόταν στο τελικό της στάδιο αφού ... αυτό καθελκύσθηκε, αποπερατωμένο, στις 19-03-2004, προέκυψε το ζήτημα του προσώπου επ’ ονόματι του οποίου θα εκδιδόταν η ειδική άδεια καβοδετικού σκάφους, αφού η μεν κοινοπραξία στερούνταν νομικής προσωπικότητας, ενώ σε κάθε φυσικό πρόσωπο επιτρεπόταν η χορήγηση μιας μόνο άδειας καβοδετικού σκάφους...

Ενόψει δε του ότι οι πρώτος και τρίτος των εναγόντων είχαν ήδη λάβει σχετική άδεια και ο δεύτερος εξ αυτών δεν ήθελε να αποκτήσει στο όνομα του άλλο περιουσιακό στοιχείο, λόγω δικαστικής διαμάχης, στην οποία είχε εμπλακεί με τρίτους, αποφασίστηκε από τους διαδίκους να εκδοθεί η σχετική άδεια στο όνομα του εναγόμενου, ο οποίος φαινομενικά θα εμφανιζόταν ως πλοιοκτήτης του ναυπηγούμενου σκάφους, στην πραγματικότητα, όμως, αυτό θα ανήκε, όπως και αρχικά είχε συμφωνηθεί στον ίδιο και τους ενάγοντες κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά συγκυριότητας εκάστου (25%) επ’ αυτού.

Για το λόγο αυτό στις 04-03-2004 συνήφθη νέα έγγραφη σύμβαση μεταξύ της ανωτέρω κοινοπραξίας των διαδίκων, εκπροσωπούμενης από τον πρώτο εναγόμενο, του δευτέρου εναγομένου (ατομικά συμβληθέντος) και της εργολήπτριας εταιρίας, εκπροσωπούμενης από τον προαναφερθέντα διαχειριστή, νόμιμο εκπρόσωπο της Σ. Ρ., με την οποία φερόταν ως τροποποιούμενη η αρχική από 10-10-2003 σύμβαση ναυπήγησης, αναφορικά με το πρόσωπο του αναφερομένου σ’ αυτήν πλοιοκτήτη.

Ειδικότερα, με βάση την ανωτέρω σύμβαση ο εναγόμενος υπεισερχόταν στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της κοινοπραξίας με τους ίδιους όρους της αρχικής (από 10-10-2003) σύμβασης ναυπήγησης, η δε εργολήπτρια εταιρία αναγνώριζε τον εναγόμενο πλοιοκτήτη του ναυπηγούμενου σκάφους. Με την ίδια συμφωνία τροποποιήθηκε και η προαναφερθείσα αρχική για την αποπληρωμή της αμοιβής της εργολήπτριας εταιρίας, δεδομένου ότι σύμφωνα με τους όρους 9 και 10 της ανωτέρω, νεώτερης, (από 04-03-2004) σύμβασης, η τελευταία επέστρεψε στην κοινοπραξία τα σώματα των ως άνω δέκα έξι (16) συναλλαγματικών, που είχαν εκδοθεί μέχρι τότε και εξέδωσε αντίστοιχες είκοσι τέσσερις (24) συναλλαγματικές, με τις ίδιες ημερομηνίες λήξεως, τις οποίες αποδέχθηκε ο εναγόμενος (ως ο φαινόμενος πλοιοκτήτης) και τις οποίες τριτεγγυήθηκε υπέρ αυτού ο τρίτος ενάγων.

Δυνάμει δε του πέμπτου όρου της τελευταίας αυτής σύμβασης ναυπήγησης του ενδίκου πλοίου, η κοινοπραξία εγγυήθηκε, για την καλή εκτέλεση των όρων αυτής καθώς και για την εμπρόθεσμη πληρωμή εκ μέρους του εναγόμενου κάθε υποχρέωσης που απέρρεε από αυτή (σύμβαση), ευθυνόμενη ως πρωτοφειλέτρια και παραιτούμενη από την ένσταση διζήσεως.

Τέλος, συμφωνήθηκε ότι το τελευταίο αυτό συμφωνητικό αποτελούσε ενιαίο και αναπόσπαστο σύνολο με την από 10-10-2003 σύμβαση ναυπήγησης... Όλοι οι συμβληθέντες στο από 04-03-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό δηλαδή: οι ενάγοντες διά του πρώτου αυτών, που ενεργούσε, εν προκειμένω, ως νόμιμος εκπρόσωπος της κοινοπραξίας μεταξύ των διαδίκων, καθώς και των λοιπών εναγόντων ως πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και εντεταλμένος αυτών, ο εναγόμενος και, τέλος, η εργολήπτρια εταιρεία δια του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου της Σ.

Ρ., που από μόνος του μπορούσε να την εκπροσωπεί και την δεσμεύει με την υπογραφή του κάτω από την επωνυμία της, τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας του ανωτέρω από 04-03-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού ως προς το πρόσωπο του αναγραφομένου σ’ αυτή πλοιοκτήτη, και συγκεκριμένα γνώριζαν ότι το ένδικο σκάφος ναυπηγείται φαινομενικά και μόνο στο όνομα και για λογαριασμό του εναγομένου ως πλοιοκτήτη κατά την διάρκεια της ναυπήγησης του, ενώ στην πραγματικότητα θα συνέχιζε να ναυπηγείται αυτό για λογαριασμό όλων των διαδίκων, μελών της ανωτέρω ατόπου κοινοπραξίας, ως συμπλοιοκτητών αυτού κατά το προαναφερθέν ποσοστό (25%) συμπλοιοκτησίας έκαστος επ’ .

αυτού, όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί, και τούτο ήθελαν συνάπαντες αυτό ... και δεν απαιτείτο για το κύρος της εκπροσώπησής του αυτής η σύμπραξη και του ως άνω ετέρου διαχειριστή της. Η ναυπήγηση του ενδίκου σκάφους ολοκληρώθηκε περί τα μέσα Μαρτίου 2004 και στις 19-03-2004 καθελκύσθηκε στην θάλασσα, οπότε η ως άνω εργολήπτρια εταιρεία το παρέδωσε στους διαδίκους, ως συμπλοιοκτήτες αυτού κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά συγκυριότητας εκάστου επ’ αυτού.

Με βάση την ανωτέρω συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, δηλαδή να εμφανίζεται ως πλοιοκτήτης του ενδίκου πλοίου ο εναγόμενος, υπεγράφη στις 30-4-2004 μεταξύ του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της εργολήπτριας εταιρείας (Σ. Ρ.) και του εναγομένου το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής του πλοίου, ώστε να νηολογηθεί αυτό στο όνομά του και εκδόθηκε από την ίδια εταιρεία το υπ’ αριθμόν ...30-03-2004 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, στο όνομα, επίσης, του εναγομένου, ποσού 93.600 ευρώ, στο οποίο μνημονεύονται τόσο η αρχική από 10-10-2003 σύμβαση ναυπήγησης, όσο και το επίμαχο από 04-03-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Στη συνέχεια, στις 16-04-2004 το ένδικο πλοίο νηολογήθηκε στο όνομα του εναγόμενου και με τον αριθμό ... στο νηολόγιο του Λιμεναρχείου Πειραιά. Αναγράφηκε δε στην οικεία στήλη της μερίδας του εν λόγω νηολογίου ότι το πλοίο ... "....ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στον εναγόμενο, στον οποίο περιήλθε ύστερα από αγορά από την "...

ΑΦΩΝ Α. & Γ. Λ. Μ. - Χ. Π. Κ. -Δ. Ι. Θ.", η οποία το είχε παραγγείλει από την ανωτέρω κατασκευάστρια εταιρεία αντί ποσού ενενήντα τριών χιλιάδων εξακοσίων ευρώ (93.600), σύμφωνα με: 1) την από 10-10-2003 σύμβαση ναυπήγησης, 2) το από 30-03-2004 πρωτόκολλο παράδοσης, 3) το από 04-03-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, 4) το υπ’ αριθμ. ...30-03-2004 τιμολόγιο, 5) τα υπ’ αριθμ. ...2004 ...2004 τιμολόγια αγοράς μηχανών αξίας ευρώ 28.000...".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι: Α) Η αμοιβή και τα έξοδα για τη ναυπήγηση του σκάφους καταβλήθηκαν στην εργολήπτρια εταιρεία από όλους τους διαδίκους κατά 25% ο καθένας, μέχρι και τις 17.07.2005 με την καταβολή από έκαστο αυτών του ποσού των 975 € για κάθε μια συναλλαγματική των 3.900 € (975 Χ 4 = 3.900 €)... Οι τελευταίες οκτώ (8) συναλλαγματικές με ημερομηνίες λήξεως 27.08.2005, 27.09.2005, 27.10.2005, 27.11.2005, 27.12.2005, 27.01.2006, 27.02.2006 και 27.3.2006 ποσού 3.900 ευρώ εκάστη καταβλήθηκαν από τον εναγόμενο, αφού αυτός στις 18-3-2005 (ενν. 13-8-2005) απαγόρευσε στους ενάγοντες να χρησιμοποιούν το ένδικο σκάφος, άλλαξε τις κλειδαριές του σκάφους και έκτοτε το κατέχει, το νέμεται και το εκμεταλλεύεται αποκλειστικά για λογαριασμό του.

Β) Η αμοιβή του ναυπηγού Α. Δ. ποσού ... 7.863,90 ευρώ εξοφλήθηκε εξ ολοκλήρου από όλους τους διαδίκους επίσης κατά 25% ο καθένας ... Γ) Η αμοιβή της "... E.-Σ. Ι. Ο.Ε." (για τα μαρκουτσια και τις αντλίες που προμήθευσε στο ένδικο σκάφος) από 1.738,69 ευρώ εξοφλήθηκε επίσης από τους διαδίκους κατά το ανωτέρω ποσοστό ... Δ) Η αμοιβή της "Ψ.Ν.

– Ν. Θ. Ο.Ε." για κατασκευή των δύο αξονικών συστημάτων και των δύο πηδαλίων του ένδικου σκάφους ... σύνολο 12.576 ευρώ ... σε μετρητά ... και εμβάσματα ... στο όνομα της κοινοπραξίας των διαδίκων. Ε) Η αμοιβή του Δ. Δ. για τις ηλεκτρολογικές εργασίες του ... ποσού 8.217 ευρώ, πλέον 1.000 ευρώ για την αγορά και τοποθέτηση υαλοκαθαριστήρα και δυναμό, ...

σύνολο 9.217 ευρώ κατεβλήθη πάλι από τους διαδίκους κατά 25% ο καθένας ... Στ) Η αμοιβή της "Α. Χ. - Κ. Ν. Ο.Ε." για τις ξυλουργικές εργασίες ... ποσού 4.000 ευρώ κατεβλήθη από τους διαδίκους κατά το προαναφερθέν ποσοστό ... Ζ) Η αμοιβή του Μ. Α. για τα τζάμια, τα οποία τοποθέτησε αυτός στο ένδικο σκάφος, ύψους 2.000 ευρώ, κατεβλήθη από τους διαδίκους κατά το ίδιο ως άνω ποσοστό ...

Η) Η αμοιβή του Φ. Σ. για ελαιοχρωματισμό του ... σκάφους από 7.300 ευρώ κατεβλήθη από τους διαδίκους κατά το ανωτέρω ποσοστό ... Θ) Η αμοιβή του Κ. για τις μονωτικές εργασίες στο ... πλοίο συνολικού ποσού 880 ευρώ κατεβλήθη από τους διαδίκους κατά το προαναφερθέν ποσοστό για τον καθένα ... Ι) Η αμοιβή του Μ. Γ. για την αγορά ραδιοτηλεφώνου (VHF) του ίδιου σκάφους, συνολικού ποσού 1.681 ευρώ κατεβλήθη από τους διαδίκους κατά το ίδιο ως άνω ποσοστό ...

Το σχετικό τιμολόγιο εκδόθηκε στο όνομα του εναγομένου, τυπικά, επειδή αυτός κατά τη νηολόγηση του σκάφους στο όνομα του όφειλε να προβεί σε υπεύθυνη δήλωση προς το νηολόγιο ότι το ένδικο σκάφος φέρει συσκευή VHF, ως προαπαιτούμενο για τη νηολόγηση του. ΙΑ) Η αμοιβή της "Κ. Μ. & Σία Ε.Ε." για τον εν γένει ναυτιλιακό εξοπλισμό του εν λόγω σκάφους ανήλθε στο ποσό των 4.203,62 ευρώ ...

Τα ... τιμολόγια εκδόθηκαν στο όνομα της κοινοπραξίας των διαδίκων. ... Το τίμημα των μηχανών ήταν 40.050 ευρώ. Από αυτό στις 14-1-2004 καταβλήθηκε 2.100 ευρώ σε μετρητά, στις 27-2-2004 ... 900 ευρώ, ήτοι σύνολο ... 3.000 ευρώ, ενώ αποδέχθηκαν δέκα (10) συναλλαγματικές ... συνολικού ποσού 12.050 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τους διαδίκους κατά 25% ο καθένας.

Για το υπόλοιπο ποσό της αξίας των μηχανών, ήτοι ... 25.000 ευρώ, ο εναγόμενος έλαβε δάνειο από την Τράπεζα "EFG EUROBANK ΕΡΓΑΣΙΑΣ" ποσού 25.000 ευρώ, αποπληρωτέο σε εξήντα (60) δόσεις των 576,53 ευρώ εκάστης δόσεως. ... Από το ποσό του δανείου των 25.000 ευρώ και οι τέσσερις διάδικοι κατέβαλαν 22 μηνιαίες δόσεις των 576,53 ευρώ συνολικού ποσού ... 12.683,66 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των ... 12.316,34 ευρώ, από τον Αύγουστο 2005 και εντεύθεν το καταβάλλει ο εναγόμενος, οπότε αυτός ...

αποβάλλοντας τους ενάγοντες ανέλαβε την αποκλειστική εκμετάλλευση για ίδιο λογαριασμό του ένδικου σκάφους. ... Τα ποσά τα οποία ο εναγόμενος κατέβαλε ο ίδιος αποκλειστικά ήταν οι οκτώ (8) τελευταίες συναλλαγματικές που οφείλονταν στο ναυπηγείο της εργολήπτριας ("...") ... και εν συνόλω ... 31.200 ευρώ, ενώ για τις μηχανές του σκάφους υπολείπονταν, από τον Αύγουστο 2005, ... 28 μηνιαίες δόσεις στην Τράπεζα "EUROBANK ΕΡΓΑΣΙΑΣ" συνολικού ποσού ... 16.142,80 ευρώ.

Τόσο δε η απόδειξη παραλαβής των αξιόγραφων όσο και τα τιμολόγια πώλησης των μηχανών και τα δελτία αποστολής αυτών εκδόθηκαν και αυτά στο όνομα της κοινοπραξίας των διαδίκων ("..."). Με βάση, λοιπόν, τα όσα αποδείχθηκαν παραπάνω και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα έξοδα ναυπήγησης του ενδίκου πλοίου δεν καταβλήθηκαν μόνο από τον εναγόμενο, όπως θα συνέβαινε αν ήταν αυτός μόνος του ο αληθινός πλοιοκτήτης, αλλά από όλους τους διαδίκους, και δη κατά το προαναφερθέν ποσοστό (25%) συμμετοχής εκάστου στην ανωτέρω κοινοπραξία τους, ότι αυτή εγγυήθηκε για την καλή εκτέλεση της ένδικης σύμβασης ναυπήγησης, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες, ως μέλη αυτής, ...

να ευθύνονται έναντι της εργολήπτριας με την ατομική τους περιουσία, και δη με τα προαναφερθέντα πλοία πλοιοκτησίας του καθενός τους, ότι ο τρίτος ενάγων τριτεγγυήθηκε ατομικά, υπέρ του εναγομένου, για την πληρωμή των ... 24 συναλλαγματικών, ότι το ένδικο πλοίο με την καθέλκυση του παραδόθηκε από την εργολήπτρια εταιρεία σε όλους τους διαδίκους και όχι μόνο στον εναγόμενο, ότι το επίμαχο συμφωνητικό συνήφθη μετά τη γνώση των διαδίκων σχετικά με το νομικό κώλυμα που υπήρχε και εμπόδιζε την κοινοπραξία τους να αποκτήσει την πλοιοκτησία και άλλου πλην αυτού, που είχε ήδη στην πλοιοκτησία του ο τρίτος ενάγων (...) καβοδετικού πλοίου και ενώ η ναυπήγηση του, που είχε παραγγελθεί από αυτούς στην ως άνω εργολήπτρια εταιρεία με το αρχικό από 10-10-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό ναυπήγησης του, είχε ήδη συντελεσθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ότι ο εναγόμενος δεν επέστρεψε στους ενάγοντες τα όσα μέχρι τη σύναψη του επίμαχου (από 4-3-2004) συμφωνητικού αυτοί ...

είχαν καταβάλει για τις δαπάνες ναυπήγησης του ένδικου πλοίου, ... καταλήγει στην κρίση ότι το εν λόγω (από 4-3-2004) ιδιωτικό συμφωνητικό είναι εικονικό ως προς το πρόσωπο του πλοιοκτήτη, για λογαριασμό του οποίου ναυπηγήθηκε το ένδικο πλοίο και απέκτησε με τον τρόπο αυτό πρωτοτύπως την κυριότητα του, και συγκεκριμένα ότι οι αληθινοί συμπλοιοκτήτες αυτού ...

με ποσοστό συμπλοιοκτησίας 25% έκαστος, ήσαν όλοι οι διάδικοι και κατά το φαινόμενο και μόνο (αποκλειστικός) πλοιοκτήτης του ο εναγόμενος, ... ενόψει και της υπάρξεως του ... από 10-10-2003 συνταγέντος μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δεν καταργήθηκε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αφού δεν συνετάγη μεταξύ τους άλλο νεώτερο που να καταργεί ή τροποποιεί αυτό. ...

Επομένως, αφού αποδείχθηκε η εικονικότητα του προαναφερθέντος από 4-3-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού αναφορικά με το πρόσωπο του εναγομένου ως μόνου πλοιοκτήτη του ένδικου πλοίου, η εν λόγω σύμβαση είναι απολύτως άκυρη κατά τούτο, ως εικονική, θεωρούμενη ότι δεν έγινε ως προς τον φαινομενικό πλοιοκτήτη εναγόμενο και ισχύει για τους, σύμφωνα με τη βούληση των ως άνω συμβαλλομένων σ’ αυτό, αληθινούς πλοιοκτήτες του διαδίκους, ήτοι τους ενάγοντες και τον εναγόμενο κατά ποσοστό 25% έκαστος, οι οποίοι απέκτησαν τη συμπλοιοκτησία τους αυτή κατά πρωτότυπο τρόπο, με βάση την ως άνω αρχική, από 10-10-2003, σύμβαση ναυπηγήσεως του.

Συνακόλουθα, οι διάδικοι κατέστησαν πρωτοτύπως και είναι συμπλοιοκτήτες του ένδικου πλοίου κατά ποσοστό 25% ο καθένας επ’ αυτού. Ο εναγόμενος δεν απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα του ένδικου πλοίου και δεν είναι ο αποκλειστικός κύριος αυτού, αφού η επίμαχη σύμβαση ναυπηγήσεως ... είναι εικονική και αυτός δεν απέκτησε την κυριότητα του ένδικου πλοίου με βάση τα επικαλούμενα από αυτόν και υποβληθέντα εκ μέρους του στην αρμόδια Λιμενική Αρχή για τη νηολόγηση του ένδικου πλοίου:

από 30-3-2004 πρωτόκολλο παράδοσης και το σχετικό εκδοθέν, επ’ ονόματι του, τιμολόγιο, αφού η εργολήπτρια εταιρεία δεν είχε, ως μηδέποτε αποκτήσασα, ... δικαίωμα κυριότητας & αυτό (πλοίο), συμπλοιοκτήτες του οποίου ήσαν όλοι οι διάδικοι, και δη κατά το προαναφερθέν ποσοστό συμπλοιοκτησίας έκαστος. Έτσι, ο εναγόμενος, με την εγγραφή στο νηολόγιο του ένδικου πλοίου επ’ ονόματι του ως πλοιοκτήτη, δεν απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα στο ένδικο σκάφος, αφού με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα σ’ αυτό (νηολόγιο) δικαιολογητικά προς τούτο έγγραφα, δεν δημιουργήθηκε υπέρ αυτού τέτοιο δικαίωμα, που αυτός δεν είχε στην πραγματικότητα, και η εγγραφή ...

του πλοίου στο νηολόγιο από την ... αρμόδια Λιμενική Αρχή αποτελεί βεβαιωτική και όχι παραγωγική δικαιώματος εκδήλωση της βουλήσεως της. Ως εκ τούτου, η ... ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου επί του ένδικου πλοίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ως ουσιαστικά αβάσιμη πρέπει να απορριφθεί ...

και η ... ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων, αφού με βάση τα όσα πιο πάνω αποδείχθηκαν, οι ενάγοντες από την αρχική σύμβαση ναυπηγήσεως του επίμαχου σκάφους (10-10-2003) μέχρι την ως άνω αυθαίρετη αποβολή τους εκ μέρους του εναγομένου από τη σύννομη τους επ’ αυτού και την άρνηση από αυτόν του εν λόγω δικαιώματος της συμπλοιοκτησίας τους (12-8-2005), ουδέποτε αναγνώρισαν αυτόν ως αποκλειστικό κύριο αυτού. ...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν αδράνησαν όταν ο εναγόμενος τους απέβαλε από τη σύννομη τους και αρνηθείς την επί του ενδίκου πλοίου συμπλοιοκτησία τους, ανέλαβε την εκμετάλλευση του αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, αφού αυτοί αμέσως αντέδρασαν προφορικά και του ζήτησαν να τους παραδώσει τη χρήση και εκμετάλλευση αυτού κατά την ανωτέρω μερίδα που τους αναλογούσε, ακόμη ζήτησαν να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα με τις αιτήσεις τους:

από 31-8-2005 ... ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και από 15-3-2006 ... ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο και, κατά παραδοχή της τελευταίας (αιτήσεως), διέταξε την δικαστική μεσεγγύηση του ένδικου σκάφους με την υπ’ αριθμ. 5128/2006 απόφαση του, ορίζοντας μεσεγγυούχο του τον εναγόμενο, ενώ οι ενάγοντες άσκησαν εναντίον του (στο πιο πάνω σύντομο χρονικό διάστημα) και τις αναφερόμενες...

αγωγές τους και, έτσι, με βάση όλη τη συμπεριφορά τους αυτή δεν αποδείχθηκε ότι του δημιούργησαν την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να ασκήσουν το ένδικο δικαίωμα τους και, έτσι, η άσκηση αυτού με την υπό κρίση αγωγή τους δεν είναι καταχρηστική...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του επίδικου σκάφους κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ο καθένας και υποχρέωσε τον εναγόμενο να τους το αποδώσει κατά τα ποσοστά αυτά.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 ΚΙΝΔ, 138, 281 και 1034 ΑΚ ως προς τις προϋποθέσεις για την κτήση κυριότητας του ναυπηγούμενου πλοίου και τη δυνατότητα εικονικότητας της συμβάσεως μεταβιβάσεως πλοίου ως προς το πρόσωπο του εργοδότη και τις συνέπειες της γνώσεως της εικονικότητας ως προς τους συμβαλλομένους, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στις μείζονες σκέψεις, καθώς και τις προϋποθέσεις για την καταχρηστική άσκηση αυτού του δικαιώματος, διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς οι περί του αντιθέτου από τα άρθρα 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος, τρίτος και ένατος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, με τους ανωτέρω λόγους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμηνεύοντας τις περί εικονικότητας και μεταβιβάσεως κινητών διατάξεις, δέχθηκε ότι η ακυρότητα λόγω εικονικότητας της ενοχικής σύμβασης της ναυπηγήσεως επιφέρει και την ακυρότητα της μεταβίβασης της κυριότητας του ναυπηγούμενου πλοίου, που δεν έχει νηολογηθεί.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το από 4-3-2004 συμφωνητικό ναυπηγήσεως πλοίου περιείχε μόνο την ενοχική σύμβαση και ήταν εικονικό ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, ενώ ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι το από 4-3-2004 συμφωνητικό ήταν εικονικό ως προς το πρόσωπο του αναγραφόμενου ως πλοιοκτήτη και ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι σ’ αυτό, εργοδότες και εργολήπτρια εταιρεία, γνώριζαν ότι το σκάφος φαινομενικά ναυπηγείται στο όνομα και για λογαριασμό του αναίρεσε ιόντος ως πλοιοκτήτη, ενώ στην πραγματικότητα συνέχιζε να ναυπηγείται για λογαριασμό όλων των διαδίκων, μελών της κοινοπραξίας, και ότι όλοι είναι συγκύριοι και συμπλοιοκτήτες αυτού κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και κατά συνέπεια ορθά αναγνώρισε ότι, λόγω της εικονικότητας του συμφωνητικού αυτού ως προς το πρόσωπο του πλοιοκτήτη του ναυπηγούμενου σκάφους, συμπλοιοκτήτες αυτού, πλην του εναγομένου, (και ήδη αναιρεσείοντος), είναι και οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Συνακόλουθα τούτων είναι αβάσιμος και ο συναφής από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραμόρφωσε το από 30-3-2004 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του ναυπηγείου "... " και το με την ίδια ημερομηνία πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής του επίδικου πλοίου, που αναγνώριζαν τον αναιρεσείοντα ως πλοιοκτήτη, και απέδωσε στα έγγραφα αυτά περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από αυτά που πράγματι έχουν και έτσι κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον ίδιο.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, πλην όμως, συνεκτιμώντας τα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, ψευδώς ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, δέχθηκε ότι η επιδίωξη των εναγόντων να αναγνωρισθούν συγκύριοι του ναυπηγούμενου σκάφους δεν είναι καταχρηστική. Ο λόγος αυτός προεχόντως είναι απαράδεκτος, για το λόγο ότι υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικος τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ’ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός, εξάλλου, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους όγδοο και δέκατο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ’ ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο, γιατί δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του Α. Δ. και Α. Μ., και επίσης έγγραφα, που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία αποδεικνυόταν η κυριότητα του στο επίδικο σκάφος και οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε αυτός για τη ναυπήγηση του, και συγκεκριμένα:

α) την από 26-10-2007 βεβαίωση του ναυπηγού Α. Δ., β) το από 20-4-2004 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής του ένδικου σκάφους, γ) το από 19-9-2003 συμφωνητικό παραγγελίας των δύο μηχανών του υπό ναυπήγηση σκάφους, δ) την από 5-5-2004 απόδειξη εισπράξεως της εταιρείας "... Ε.-Σακκέτου Ι. Ο.Ε.", ε) την από Οκτωβρίου 2007 απόδειξη του ελαιοχρωματιστή Φ.

Σ., στ) το υπ’ αριθμ. ...2004 τιμολόγιο σε συνδυασμό με την από 20-7-2004 εξοφλητική απόδειξη της εταιρείας "Ψ. Ν. - Ν. Θ. Ο.Ε.", ζ) το υπ’ αριθμ. ...2004 τιμολόγιο του Μ. Γ., η) τις συμβάσεις δανείου που κατάρτισε αυτός και η σύζυγος του Α. Ρ., με την Αγροτική Τράπεζα, τη "EUROBANK" και την Τράπεζα Πειραιώς, θ) διάφορα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για εργασίες στα σκάφη των αναιρεσιβλήτων, που είχαν εκδοθεί στο όνομα της Κοινοπραξίας και ι) το υπ’ αριθμ.

πρωτ. ...4-4-2006 έγγραφο της Λιμενικής Αρχής του λιμένα Ελευσίνας. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη α) οι ως άνω με αριθμούς .../2006 και .../2010 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Πελαγίας Π. Λεοντιάδου προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεδομένου ότι ελήφθησαν στο πλαίσιο άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων, και β) όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με τα προαναφερθέντα ουσιώδη ζητήματα, δεν γεννάται η οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις.

Επομένως, οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, όσον αφορά στην προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τα προαναφερθέντα ζητήματα, είναι απαράδεκτοι, γιατί αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολομ. ΑΠ 15/2000). Με τον από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (κατ’ ορθή εκτίμηση) δωδέκατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, γιατί παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής λόγω αοριστίας και αντιφατικών ισχυρισμών. Ωστόσο, στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι ο εναγόμενος - αναιρεσείων επικαλέσθηκε πρωτοβαθμίως και επανέφερε νομίμως στο Εφετείο τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό του. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων της εφέσεως και των προσθέτων λόγων του, αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτά οι δε λόγοι εστιάζονται στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την παραδοχή της αγωγής και την απόρριψη των ενστάσεών του περί ιδίας κυριότητας επί του ναυπηγούμενου πλοίου και καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ έκτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, γιατί, κατά παράβαση των περί διοικήσεως ομόρρυθμης εταιρείας διατάξεων (748 ΑΚ, 18, 20 ΕμπΝ), εσφαλμένα δέχθηκε ότι και μόνος ο εκ των δύο νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας "..." Σ. Ρ. μπορούσε να την εκπροσωπήσει και να την δεσμεύσει με την υπογραφή του και να καταρτίζει εικονικές συμφωνίες με άλλους, χωρίς γνώση του άλλου νομίμου εκπροσώπου της Κ. Κ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συμβληθείς στην επίμαχη σύμβαση ναυπηγήσεως, ως εκπρόσωπος της εργολήπτριας εταιρείας, Σ. Ρ. μπορούσε να την εκπροσωπεί και να την δεσμεύει με βάση το ισχύον καταστατικό της και μόνος με την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία και δεν απαιτείτο για το κύρος της συμφωνίας η σύμπραξη και του ετέρου διαχειριστή.

Τέλος, αναφορικά με τον από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πέμπτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν παρήχθη δεδικασμένο για το ζήτημα της εικονικότητας του από 4-3-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού και του σχετικού τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, που εξέδωσε η εταιρεία του ναυπηγείου, και το οποίο απορρέει από την 410/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε προηγούμενη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων για το επίδικο πλοίο, στηριζόμενη στις διατάξεις περί συγκυριότητας και κοινωνίας, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:

Επί της από 29-12-2009 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, με αίτημα να αναγνωρισθεί η συγκυριότητα και σύννομη τούτων κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου για τον καθένα στο επίδικο σκάφος και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους το αποδώσει κατά τα ποσοστά αυτά, λόγω εικονικότητας της συμβάσεως ναυπηγήσεως, επικουρικά δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού να τους αποδώσει τη συγκυριότητα του πλοίου κατά τα αυτά ποσοστά, και σε κάθε περίπτωση να καταβάλει στον καθένα τους το ποσόν των 35.352,99 ευρώ, που είχαν καταβάλει για την ναυπήγηση του πλοίου, εκδόθηκε κατ’ έφεση η ως άνω απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η κύρια βάση της αγωγής ως αόριστη και η δεύτερη επικουρική ως βασιζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Στο σκεπτικό της ίδιας αποφάσεως αναφέρεται ότι "επειδή η τυχόν εικονικότητα της ενοχικής σύμβασης δεν επισύρει και την ακυρότητα της εμπράγματης, δεν ασκούν καμία επιρροή τα υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες περί εικονικότητας της επίδικης σύμβασης ναυπηγήσεως". Όμως, ενόψει του ότι το δικαστήριο εκείνο απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής ως αόριστη και δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας της διαφοράς, ούτε άλλωστε με την ανωτέρω παραδοχή θεωρείται ότι εξέτασε παρεμπιπτόντως την εικονικότητα της επίμαχης συμβάσεως ναυπηγήσεως, η ως άνω απόφαση δεν δημιούργησε δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της εικονικότητας της συμβάσεως ναυπηγήσεως, ώστε να δεσμεύει τα δικαστήρια της ουσίας, που επιλήφθηκαν της από 29-10-2012 ένδικης αγωγής για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Συνακόλουθα των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Ιουλίου 2014 αίτηση και τους από 12 Σεπτεμβρίου 2014 πρόσθετους λόγους του Α. Μ. για αναίρεση της 499/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ