298/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated298/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σε περίπτωση που δικάστηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 298 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 298/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Κ. του Ε., 2. Π. συζ. Μ. Δ. και 3. Ι. Κ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γαβριήλ Πελεκίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. χας Χ. Δ., το γένος Γ. Θ., κατοίκου ..., 2. Σ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 3. Π. συζ. Δ. Γ., το γένος Χ. Δ., κατοίκου ..., 4. Γ. Δ. του Χ., 5. Π. Δ. του Χ., κατοίκων ... και 6. Α. Δ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χαλιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σαμαίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 86/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-5-2009 αίτησή τους και με τους από 9-12-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 16-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, κατά την οποία, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ` ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 περ. 2 ΚΠολΔ, στην καθ` ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ’ ύλην (Ολ.ΑΠ 5/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, προσάπτουν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο, την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση που πρόβαλαν με λόγο έφεσης για καθ' ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου) και δέχθηκε ότι το τελευταίο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ έπρεπε να παραπέμψει αυτήν προς εκδίκαση στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο. Η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα και, επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
2.- Επειδή, στο άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται, ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Εξάλλου, σε περίπτωση που δικάστηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας.
Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι, καθώς δεν αμφισβητείται, συγκύριοι κατά τα 5/20 η πρώτη και κατά τα 3/20 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους λοιπούς, ενός αγρού που βρίσκεται στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …, έχει εμβαδόν 2.587,53 τ.μ., εμφαίνεται στο από 13-4-2004 τοπογραφικό διάγραμμα το πολιτικού μηχανικού Χ.
Φ. με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΑΜΝΞΑ και οριοθετείται ανατολικά επί πλευράς ΑΒΓΔΕΖ μήκους 87,85 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας εναγομένων, επί πλευράς ΖΗ μήκους 11,91 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Κ., βόρεια επί πλευράς ΗΘΙΚ μήκους 36,03 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας Δ. Β., δυτικά επί πλευράς ΚΛ μήκους 31,58 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Κ., στη συνέχεια νότια επί πλευράς ΛΜ μήκους 3,72 μέτρων και μετά δυτικά επί πλευράς ΜΝΞ μήκους 64,23 μέτρων και πάλι νότια επί πλευράς ΞΑ μήκους 19,71 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Π.
Ρ., όπου έχει ανεγερθεί το ξενοδοχείο "ΠΕΡΙΚΛΗΣ". Το ακίνητο των εναγομένων, που συνορεύει με το ως άνω ακίνητο των εναγόντων, έχει εμβαδόν 15.300 τ.μ. περίπου και εντός αυτού υπάρχουν 10 ελαιόδεντρα, οπωροφόρα δένδρα, 2 πηγάδια και μια αγροικία εξ ενός δωματίου, συνορεύει δε ανατολικά με την Εθνική οδό …-…, νότια με δίοδο που ανήκει στους ενάγοντες και πέραν αυτού με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Π.
Ρ., δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγόντων και βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. Τ. και Ε. Β.. Οι εναγόμενοι, καθώς δεν αμφισβητείται, είναι συγκύριοι του ως άνω ακινήτου κατά τα 8/20 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους δύο πρώτους από αυτούς και κατά 4/20 εξ αδιαιρέτου η τρίτη. Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ.
Δ., επειδή το κτήμα του ήταν περίκλειστο, άσκησε κατά του Π. Ρ. την από 8-8-1977 αγωγή του, με αριθμό κατάθεσης 4/29-8-1977, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σαμαίων με την οποία ζήτησε την παροχή διόδου, πλάτους 2 μέτρων, από τη βόρεια πλευρά του κτήματος του τελευταίου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2/1979 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σαμαίων που έκανε δεκτή την αγωγή.
Κατά της πιο πάνω απόφασης ασκήθηκε η από 18-7-1979 έφεση από τον Π. Ρ., επί της οποίας εκδόθηκε η 14/1981 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που έκανε μερικά δεκτή την αγωγή και περιόρισε το πλάτος της αιτούμενης διόδου από τα δύο στο ένα (1) μέτρο και όρισε το μήκος της σε 129 μέτρα. Η δίοδος αυτή αρχίζει ανατολικά από την Εθνική οδό …-…, στο όριο της βόρειας πλευράς του οικοπέδου των κληρονόμων Π.
Ρ. (από το οποίο παρασχέθηκε η δίοδος) που εφάπτεται στην αρχή της με την άνω Εθνική οδό και οριοθετείται ανατολικά επί πλευράς ενός (1) μέτρου με την Εθνική οδό …-…, νότια επί πλευράς 131 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας κληρονόμων Π. Ρ., βόρεια επί πλευράς επίσης 131 μέτρων, με ακίνητο ιδιοκτησίας εναγομένων και δυτικά επί πλευράς μήκους ενός (1) μέτρου με ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγόντων από την οποία διέρχονταν πεζοί και με μικρό γεωργικό εκσκαπτικό μηχάνημα οι τελευταίοι, προκειμένου να καλλιεργούν το κτήμα τους που βρίσκεται δυτικά του κτήματος των εναγομένων και το πλάτος της ήταν αρκετό για τις τότε ανάγκες του κτήματος τους.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, προκειμένου να ανεγείρουν οικοδομή στο κτήμα τους, εξέδωσαν την …/8-9-2004 άδεια οικοδομής, πλην όμως, για την υλοποίησή της, αλλά και την επικοινωνία του αγροτεμαχίου τους με την Εθνική οδό …-…, δεν επαρκεί η υφιστάμενη δίοδος για την κάλυψη των σημερινών αναγκών τακτικής εκμετάλλευσης του ακινήτου τους, προκειμένου να διέλθουν φορτηγά για την κατασκευή της οικοδομής και Ι.Χ.
επιβατηγά αυτοκίνητα για να μεταβαίνουν στην οικία που σκοπεύουν να κατασκευάσουν. Η πρόθεση των εναγόντων για την ανέγερση οικίας εντός του ακινήτου τους ενισχύεται από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ειδικότερα μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το ακίνητο των εναγόντων δεν στερείται την αναγκαία δίοδο, αλλά αρκεί η ήδη υπάρχουσα δίοδος, αφού αυτή είναι αρκετή για τη γεωργική εκμετάλλευση αυτού, εκθέτοντας συγχρόνως ότι οι ενάγοντες δεν προτίθενται να ανεγείρουν οικία εντός αυτού, κρίνεται αβάσιμος.
Εξάλλου, η διαπλάτυνση της υφιστάμενης διόδου είναι δυνατή μόνο από το κτήμα των εναγομένων, δεδομένου ότι δεν υπάρχει υψομετρική διαφορά μεταξύ της διόδου και του ακινήτου των τελευταίων, ενώ από το οικόπεδο που βρίσκεται νότια της διόδου των κληρονόμων Π. Ρ. υπάρχει τοιχίο ύψους 2 μέτρων με οπλισμένο σκυρόδεμα, γεγονός που σημαίνει ότι η τυχόν κατεδάφισή του με σκοπό τη διαπλάτυνση της διόδου προς το ακίνητο αυτό, θα σημαίνει ιδιαίτερα δυσανάλογες δαπάνες, ισχυρισμό άλλωστε περί παροχής διόδου από το ακίνητο κληρονόμων Π.
Ρ. που δεν προβάλλουν ρητά ούτε οι εναγόμενοι. Επιπλέον, όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι είναι εφικτή η παροχή διόδου δια μέσου των γειτονικών ακινήτων και δη διαμέσου του ακινήτου ιδιοκτησίας Κ., που βρίσκεται δυτικά του ακινήτου των εναγόντων, με λιγότερο οικονομικά επαχθείς συνέπειες λεκτέα τα εξής:
Η εν λόγω προτεινόμενη δίοδος που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του ακινήτου των εναγόντων, με τα στοιχεία ΒΊ-Γ έκτασης 73 μέτρων, διαμέσου της ιδιοκτησίας Κ., όπως φαίνεται στο από Σεπτεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Β. Π., και θα αποτελεί προέκταση ενός ήδη υπάρχοντος μονοπατιού πλάτους 2 μέτρων, που ξεκινά από τον τσιμεντοστρωμένο αγροτικό δρόμο (ήδη σήμερα οδός ...), με στοιχεία Α-Β έκτασης 32 μέτρων και Β-Β1 έκτασης 16 μέτρων και διαπερνά τις ιδιοκτησίες Ι.
Κ. και Ι. Β., φθάνοντας μέχρι το ακίνητο ιδιοκτησίας Κ., δεν εξυπηρετεί, διότι το ήδη υπάρχον μονοπάτι δεν ακολουθεί ευθύγραμμη πορεία, αλλά κάμπτεται με κλειστές γωνίες (περίπου ορθές γωνίες), που δεν επιτρέπουν στροφή οχημάτων και δη φορτηγών τοιούτων, με αποτέλεσμα να απαιτείται διαπλάτυνση και αυτού.
Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι οικονομικά και τεχνικά δυνατό διότι απαιτείται κατάληψη λωρίδας ιδιοκτησίας Ι. Κ., (η οποία αποτελεί τη μόνιμη κατοικία του), με καθαίρεση τοιχίου, περίφραξη και κατασκευή νέου τοιχίου αντιστήριξης και προστασίας, αλλά και κατάληψη λωρίδας της ιδιοκτησίας Ι. Β., (η οποία αποτελεί συγκρότημα τουριστικής εκμετάλλευσης) με καθαίρεση και επανατοποθέτηση συρματοπλέγματος.
Εξάλλου, η απόσπαση της αιτούμενης λωρίδας από τις ως άνω ιδιοκτησίες θα σημαίνει σημαντική μείωση της επιφάνειάς τους και κατά συνέπεια της αξίας τους, λόγω της μικρής τους επιφάνειας. Τέλος, για το τμήμα της προτεινόμενης διόδου Β1-Γ, έκτασης 73 μέτρων θα απαιτηθεί κατάληψη λωρίδας ιδιοκτησιών Κ. και Τ.
με καθαίρεση και επανατοποθέτηση της περίφραξής τους. Η άλλη, προτεινόμενη από τους εναγομένους δίοδος, που βρίσκεται επίσης στη δυτική πλευρά του ακινήτου των εναγόντων και βόρεια του ακινήτου της ιδιοκτησίας Α. Κ., η οποία θα έχει μήκος 76 μέτρα, θα συνορεύει με ιδιοκτησία των εναγόντων, με υπόλοιπη ιδιοκτησία κληρονόμων Α.
Κ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Τ., με ιδιοκτησία Ι. Κ. και με το υφιστάμενο αγροτικό μονοπάτι και θα συνδέεται με αυτό (το οποίο έχει πλάτος 2 μέτρα και συνορεύει με ιδιοκτησίες κληρονόμων Α. Κ., Ι. Β. και Ι. Κ. και καταλήγει στον ως άνω τσιμεντοστρωμένο δρόμο-οδός ...), δεν κρίνεται πρόσφορη, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο ότι υφίσταται μέχρι σήμερα το μονοπάτι αυτό, ούτε ο ίδιος ο μάρτυρας των εναγομένων ήταν σε θέση να καταθέσει περί τούτου.
Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, οι ενάγοντες δικαιούνται διαπλάτυνση της υφιστάμενης διόδου για την εξυπηρέτηση του περίκλειστου και στερούμενου της αναγκαίας διόδου αγροτεμαχίου τους, η οποία θα διέρχεται από το νότιο άκρο του ακινήτου των εναγομένων, παράλληλα της ήδη υπάρχουσας διόδου, η οποία κρίνεται ως η περισσότερο πρόσφορη και εξυπηρετική και η λιγότερο επαχθής κατ' αντικειμενική κρίση, γεγονός που προκύπτει από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων.
Εξάλλου, όπως στη συνέχεια δέχεται το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το ακίνητο των εναγομένων δεν θα υποστεί σημαντική ζημία, ούτε θα υποβαθμισθεί, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς τους, αφού δεν μπορεί να κατατμηθεί σε οικόπεδα άρτια με πρόσωπο την Εθνική οδό …-…, διότι για να είναι νόμιμη μία τέτοια κατάτμηση, απαιτείται ελάχιστο πρόσωπο 45 μέτρα, ελάχιστο βάθος 50μ.
και ελάχιστο εμβαδό 4 στρέμματα, κάτι που δε διαθέτει το συγκεκριμένο ακίνητο, διότι το πρόσωπό του στην ανωτέρω Εθνική οδό είναι μόλις 84,96μ., γεγονός που σημαίνει ότι δε μπορεί να τμηθεί περαιτέρω, έστω και σε δύο ακίνητα, όπως βεβαιώνει και στην από Φεβρουάριο 2008 τεχνική έκθεση του ο αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός Ν.
Κ.. Η αναγκαία διαπλάτυνση της διόδου, ενόψει των αναγκών του περίκλειστου αγροτεμαχίου τους, έκτασης 2.587,54 τ.μ., του προορισμού του, της θέσης και της περιοχής στην οποία βρίσκεται (τουριστικά αναπτυσσόμενη), λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι μέχρι σήμερα εξυπηρετούνταν από δίοδο πλάτους 1 μέτρου, πρέπει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να ανέλθει στα δύο (2) μέτρα, ώστε να είναι εφικτή η διέλευση φορτηγού αυτοκινήτου για τις ανάγκες ανέγερσης οικοδομής και IX επιβατηγού αυτοκινήτου για τη μετάβαση των εναγόντων στην οικία που θα ανεγερθεί.
Η διαπλάτυνση αυτή αφορά λωρίδα εδάφους, από τη νότια πλευρά του αγροτεμαχίου των εναγομένων, όπως ήδη αναφέρθηκε, πλάτους 2 μέτρων και μήκος 131 μέτρων και αρχίζει από την Εθνική οδό …-…, παράλληλα της υπάρχουσας διόδου μέχρι το κτήμα των εναγόντων και σε συνολική επιφάνεια 262 τ.μ. και οριοθετείται νότια με την υπάρχουσα δίοδο σε μήκος 131 μέτρων, βόρεια με το ακίνητο των εναγομένων-εκκαλούντων, επίσης σε μήκος 131 μέτρων, δυτικά με το ακίνητο των εναγόντων σε πλάτος 2 μέτρων και ανατολικά με την Εθνική οδό …-… σε πλάτος 2 μέτρων.
Επίσης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχεται, ότι από τη διαπλάτυνση της οδού θα παραστεί ανάγκη να επιχωθεί το πηγάδι που υπάρχει στο νοτιοδυτικό άκρο της ιδιοκτησίας των εναγομένων, στο όριο της ιδιοκτησίας τους με την υπάρχουσα δίοδο, εντός του τμήματος της παρασχετέας διόδου. Πρόκειται για ένα κυκλικό φρέαρ διαμέτρου 3 μέτρων και βάθους περίπου 12 μέτρων, με αντιστήριξη των πλευρικών τοιχωμάτων του από οπλισμένο σκυρόδεμα, παλαιάς κατασκευής, του έτους 1954, η στάθμη του νερού του οποίου δεν υπερβαίνει τα 3 μέτρα από τον πυθμένα, γεγονός που συνηγορεί στο ότι δεν επαρκεί για την κάλυψη του συνόλου των αναγκών ύδρευσης της οικίας και άρδευσης του κτήματος των εναγομένων.
Η επίχωση του εν λόγω φρέατος είναι ευχερής με κάλυψη αυτού με πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα, που να εδράζεται σε τοιχίο με κατάλληλο οπλισμό, όπως βεβαιώνει και ο αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός Ν. Κ.. Σημειώνεται δε ότι υπάρχει και άλλο φρέαρ εντός του ακινήτου των εναγομένων, το οποίο βρίσκεται περίπου στο μέσον του κτήματός τους και διαθέτει μικρή ποσότητα ύδατος, ικανή για να καλύψει μερικώς τις ανάγκες ύδρευσης και άρδευσης αυτού, όπως άλλωστε αναφέρει στην κατάθεση του ο ίδιος ο μάρτυρας των εναγομένων.
Εκ των ανωτέρω εκτεθέντων καθίσταται σαφές ότι η επίχωση του φρέατος των εναγομένων δεν είναι ιδιαίτερα επαχθής για το ακίνητό τους, αφού αυτό δεν αποτελεί τη μοναδική πηγή ύδρευσης και άρδευσης αυτού. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης που πρότειναν οι εναγόμενοι και δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Κρίνοντας, έτσι, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι, υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων (για παροχή διόδου δια μέσου του ακινήτου των εναγομένων- αναιρεσειόντων) δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτού.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται από τους τέταρτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Πολυμελές Πρωτοδικείο για παραβίαση του ως άνω άρθρου 281 ΑΚ. Οι περαιτέρω αιτιάσεις, που οι αναιρεσείοντες προβάλλουν με τους ανωτέρω λόγους του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, ανάγονται, στο σύνολό τους, στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης της συναγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, και, συνεπώς, είναι απαράδεκτες, σύμφωνα με το άρθρου 561 ΚΠολΔ.
3.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ... 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως.
Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, αν παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και αν παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, όπως συμπληρώνεται από τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναίρεσης και ο δωδέκατος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους, (κατ' ορθή εκτίμηση), υπό την επίκληση των αριθμών 11 περ.β', 8 περ.
β', 14 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλονται οι πλημμέλειες, α) ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο, έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, παρότι προσκομίσθηκαν από αυτούς εκπροθέσμως, β) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί δεδικασμένου που προέκυπτε από την 14/1981 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας καθώς και από την 6/1969 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Σαμαίων, γ) απέρριψε, παρά το νόμο, ως αόριστη τη στηριζομένη στο άρθρο 1014 ΑΚ ένσταση που οι αναιρεσείοντες προέβαλαν, λόγω μη επαρκούς περιγραφής της επικαλούμενης διόδου και δ) δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, η οποία δεν ασκήθηκε νομότυπα λόγω μη επίδοσής της "σε δύο από αυτούς", είναι απαράδεκτοι.
4.- Επειδή, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Αντιθέτως, αν η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Ολ.ΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, με τη παραδοχή ότι η υφιστάμενη δίοδος δεν επαρκεί για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ακινήτου των εναγόντων, οι οποίοι πρόκειται να ανεγείρουν στο ακίνητό τους οικία 50 τμ, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού σύμφωνα με αυτά δεν είναι δυνατόν να κτιστεί στο επίδικο ακίνητο τέτοια οικία, η μικρή επιφάνεια της οποίας δεν είναι δυνατό να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες των έξι οικογενειών των εναγόντων. Τα ανωτέρω όμως που διαλαμβάνονται στο λόγο αυτό αναίρεσης αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν πραγματικό επιχείρημα προς στήριξη των απόψεων των αναιρεσειόντων.
Συνεπώς ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
5.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα, που όμως δεν προβλέπονται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, καθώς και με τους τρίτο και πέμπτο λόγους του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το εκδόσαν αυτήν Πολυμελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα δέχθηκε, ότι το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων ήταν περίκλειστο, ενώ από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα προέκυπτε, ότι αυτό ανέκαθεν εξυπηρετείτο επαρκώς από τις αναφερόμενες διόδους και δεν συνέτρεχε λόγος διαπλάτυνσης αυτών, αφού και η μεταφορά υλικών για την ανέγερση οικίας στο ακίνητο των αναιρεσιβλήτων μπορούσε να γίνει με μικρά οχήματα (κλάρκ) και επιπλέον εσφαλμένα δέχθηκε ότι η επίδικη δίοδος είναι πιο συμφέρουσα και λιγότερο επαχθής από τις προτεινόμενες από αυτούς.
Επίσης, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, ψέγουν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, διότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι η επίχωση του φρέατος, που υπάρχει στο ακίνητό τους, η οποία θα γίνει, προκειμένου να διέλθει η παραχωρηθείσα δίοδος δεν είναι ιδιαίτερα επαχθής για αυτούς και ότι υφίσταται και άλλο φρέαρ εντός του ακινήτου τους που μπορεί να καλύψει τις ανάγκες ύδρευσης και άρδευσης αυτού, ενώ, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτουν, έπρεπε να καταλήξει σε διαφορετική κρίση.
Τέλος, οι αναιρεσείοντες με τον ενδέκατο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης μέμφονται το Πολυμελές Πρωτοδικείο, διότι έσφαλε ως προς την εκτίμηση του ύψους της αποζημίωσης για την παροχή διόδου, η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη από την επιδικασθείσα για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτουν.
Όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.
6. Επειδή οι αναιρεσείοντες με τον ένατο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον αριθ. 560 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, χωρίς όμως να αναφέρουν πως έχει συντελεστεί η παραβίαση αυτή. Επομένως ο λόγος αυτός είναι εντελώς αόριστος.
7.- Επειδή, οι αναιρεσείοντες με το δέκατο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον αριθ. 560 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 1015 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, μολονότι συνέτρεχαν οι προς τούτο απαιτούμενες προϋποθέσεις. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπάρχουν σχετικές παραδοχές για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1015 ΑΚ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-5-2009 αίτηση των Γ. Ε. Κ. κ.ά για αναίρεση της 86/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο και των από 9-12-2010 πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ