Supreme Court dismisses appeal on mental distress damages, ruling evidence evaluation is not reviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's award of damages for mental distress following a fatal traffic accident. The appellants argued the court erred in interpreting the concepts of mental distress and reasonable compensation, yet the court held that such awards rely on the evaluation of proven facts rather than abstract legal rules. Consequently, the appellate court's assessment of the victims' suffering and the resulting compensation amounts was deemed non-reviewable under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, Art. 559 para. 19, Art. 561 para. 1 of the Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible when it challenges the court's evaluation of evidence regarding the assessment of damages for mental distress, as this constitutes a factual determination not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 298 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 298/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της Χ1-Α και Χ1-Β, 2) Χ2, κατοίκων ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Τσόη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ......, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΑ Προμηθευτική τροφίμων και ποτών ΑΕ" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "VICTORIA A.A.E." που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Παγώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2004 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 16/2/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31473/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2603/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/1/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 14/11/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του ιδίου, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 6-4-2004 και περί ώρα 19.30, ο οικείος των εναγόντων Α επορεύετο με ΙΧΕ όχημα στην ανώνυμη παράπλευρη (βοηθητική) οδό της ΝΕΟ ......-......, η οποία έχοντας εύρος οδοστρώματος 8,30 μ., είναι διπλής κατεύθυνσης διαθέτει μια λωρίδα πορείας ανά κατεύθυνση εύρους 4,15, διαχωριζόμενη από την άλλη με κατά μήκος διπλή συνεχή διαγράμμιση.
Φθάνοντας στο 7ο περίπου χιλιόμετρο της παραπάνω οδού στάθμευσε το όχημά του στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας των κατευθυνομένων προς ......, σε σημείο όπου ήταν σταθμευμένα, κατά σειρά, τα τρία οχήματα. Αφού εξήλθε του οχήματος από την θύρα του οδηγού (που βρίσκεται προς το πεζοδρόμιο του παραπάνω ρεύματος) εκινήθει προς το πίσω μέρος αυτού και αφού έστριψε προς τα αριστερά για να διέλθει πίσω από το σταθμευμένο αυτοκίνητό του επιχείρησε, διασχίζοντας κατά πλάτος την παραπάνω παράπλευρη οδό να μεταβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Με το που "πρόβαλε" από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του τον παρέσυρε το κατ' εκείνη τη στιγμή κινούμενο επί του προς τη ...... ρεύματος πορείας υπ' αριθμ κυκλ ...... ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος οδηγός και τον εκτίναξε σε απόσταση 8 μ. από το σημείο της παρασύρσεως, τραυματίζοντάς τον θανάσιμα. Από τον τραυματισμό του δε αυτό απεβίωσε σε λίγα λεπτά.
Περαιτέρω και σε σχέση με το κρίσιμο περιστατικό περί την υπαιτιότητα του παραπάνω δυστυχήματος πρέπει να παρατηρηθούν και τα εξής. Στην περιοχή όπου επιχείρησε να διέλθει ο θανών δεν υπήρχαν πλησίον του διαβάσεις πεζών. Ο ανωτέρω οδηγός αντελήφθη την κίνηση του πεζού περί τα 10 μ. πριν την παράσυρσή του, και μάλιστα έκανε χρήση του ηχητικού οργάνου (κλάξον) του οχήματός του, προφανώς γιατί αντελήφθη αφενός την πρόθεσή του και αφετέρου ότι δεν είχε γίνει αντιληπτή (από τον πεζό) η παρουσία του οχήματός του.
Ωστόσο όμως ούτε ταχύτητα ανέκοψε ούτε επέδησε το όχημά του βλέποντας την προφανή κίνηση του πεζού να διασχίσει την οδό και να φθάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Είναι όμως αληθές ότι δεν μπορούσε να κάνει προς τα αριστερά του αποφευκτικό ελιγμό, διότι στο αντίθετο ρεύμα εκινούντο άλλα οχήματα, όπως κατέθεσε ο προαναφερθείς Β, ο οποίος όμως κάνει λόγο για "πιθανόν ......
λίγο ανεπτυγμένη ταχύτητα" (του εναγόμενου οδηγού). Ως προς την τελευταία αυτή κρίσιμη λεπτομέρεια" πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: Κατ' αρχήν, όπως προαναφέρθει, ο εναγόμενος οδηγός δεν προέβη σε ενέργεια πέδησης, όπως προκύπτει και από την έκθεση και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, έτσι δεν μπορεί βάσει των ιχνών αυτών να προσδιοριστεί η ταχύτητά του.
Ωστόσο όμως, αν ληφθεί υπόψη, ότι μετά την σύγκρουση εκτίναξε τον πεζό σε απόσταση 8 μέτρα, τότε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η ταχύτητά του ήταν πάνω από 50 χλμ/ώρα, που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο για το σημείο εκείνο, ήτοι έβαινε με ταχύτητα περί τα 60 χλμ/ώρα, ενώ θα έπρεπε να ήταν μειωμένη, ενόψει των επικρατούμενων, εκεί και τότε, συνθηκών (παρκαρισμένα αριστερά και πολλά οχήματα στη σειρά, που του άφηναν μικρό εύρος διελεύσεως στο ρεύμα πορείας του).
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, υπαίτιος του θανάτου του πεζού ήτο (και) ο εναγόμενος αυτός. Και τούτο διότι αφενός οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και προσοχή και χωρίς να έχει τον έλεγχο αυτού και περαιτέρω διότι είχε αναπτύξει ανώτερη της επιτρεπόμενης ταχύτητας τόσο των 50 χλμ/ώρα όσο και εκείνης που οι συνθήκες της στιγμής και του χώρου του επέτρεπαν να αναπτύξει, που δεν έπρεπε να είναι μεγαλύτερη των 35-40 χλμ/ώρα.
Έτσι αυτός με την ανωτέρω οδηγική συμπεριφορά του παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ. Κυρίως βέβαια, συνυπαίτιος του θανάτου του ήτο ο ίδιος ο φονευθείς. Και τούτο διότι επιχείρησε εντελώς ανεξέλεγκτα να διασχίσει το οδόστρωμα, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο λαμβάνοντας υπόψη του την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων, παραβιάζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 α ΚΟΚ.
Έτσι η σχετική και νόμιμα υποβληθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας του πεζού που υπεβλήθη από τους εναγόμενους πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Επιμεριζόμενη δε η εκατέρωθεν υπαιτιότητα ανέρχεται δια μεν τον εναγόμενο οδηγό σε ποσοστό 30%, για δε τον πεζό σε ποσοστό 70%, όπως έκρινε, ορθώς και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους λόγους των αντίθετων εφέσεων που αναφέρονταν σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων για το ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος και τον επιμερισμό της υπαιτιότητας μεταξύ των εμπλεκομένων μερών. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού περιγράφει την ανεπίτρεπτη για τις συγκεκριμένες συνθήκες συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και αυτήν του θύματος, συγγενούς των αναιρεσειόντων, γεγονότα που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι επαρκή να δημιουργήσουν ατύχημα και τραυματισμό πεζού κι επομένως εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της υπαιτιότητας του θανόντος και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ανωτέρω συμπεριφοράς του και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες για τη συνυπαιτιότητα του θύματος, συγγενούς των εναγόντων και την παραδοχή της ένστασης οικείου πταίσματος που υπέβαλαν οι εναγόμενοι, έτσι ώστε είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300, 330 εδ β'και 914 ΑΚ, αφού εκτίθενται με σαφήνεια οι επικρατούσες στην περιοχή κατά το χρόνο του ατυχήματος συνθήκες, ο τρόπος που εισήλθε ο πεζός (θύμα) στο οδόστρωμα, ήτοι εντελώς ανεξέλεγκτα χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο και χωρίς να λάβει υπόψη την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων που κινούνταν στην οδό και δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται η απόσταση, που πρόφτασε να διασχίσει στην οδό, διότι βεβαιώνεται ότι η παράσυρσή του έλαβε χώρα, μόλις βγήκε από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου.
Με τους πρώτο και τον δεύτερο κατά το πρώτο μέρος λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έσφαλε και ερμήνευσε ψευδώς τις έννοιες της αμέλειας και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της συντέλεσης οικείου πταίσματος στη γένεση ή την επέλευση της ζημίας.
Οι λόγοι κατά το μέρος που πλήττουν την απόφαση για την κατάφαση της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλεται, εφόσον η ευθύνη αυτού για την πρόκληση του ατυχήματος έχει γίνει δεκτή, ενώ κατά το μέρος που πλήττουν την απόφαση για την παραδοχή ύπαρξης συνυπαιτιότητας του θύματος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Με τον δεύτερο κατά το δεύτερο μέρος λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κατά τα ανωτέρω, η απόφαση περιέχει σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 932 εδ. 1 και 2 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει προηγουμένως τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά από τα διάδικα μέρη, δηλαδή το βαθμό πταίσματος του υποχρέου, το είδος της προσβολής, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Έτσι ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε κατά τρόπο ευθύ, είτε πλάγιο, ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, αφού δέχθηκε τα ανωτέρω στην πρώτη αιτιολογία της απόφασης αναπτυσσόμενα πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα και έκρινε ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου είναι υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και το θάνατο του συγγενούς των εναγόντων κατά ποσοστό 30%, ενώ το θύμα κατά 70%, στη συνέχεια δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες: "ο θανών ήτο σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των δύο απ' αυτή ανηλίκων τέκνων, καθώς και γαμβρός του δεύτερου ενάγοντος ως έχων νυμφευθεί την ανωτέρω πρώτη ενάγουσα που είναι κόρη του.
Άπαντες οι ανωτέρω ενάγοντες υπέστησαν από το θάνατο του προαναφερθέντος οικείου τους, ψυχική οδύνη, αφού συνδέονταν μαζί του, εκτός από την συζυγική (η πρώτη) και συγγενική σχέση (οι λοιποί) με βαθύ συναισθηματικό δεσμό, ιδίως η πρώτη και τα ανήλικα τέκνα του. Το Δικαστήριο, λοιπόν, λαμβάνοντας υπόψη του την προαναφερθείσα εκατέρωθεν (συν)υπαιτιτότητα περί την πρόκληση του θανάτου του οικείου τους, το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, και όλα τα κατά νόμο συναξιολογητέα εν προκειμένω στοιχεία και περιστάσεις, άγεται στην κρίση του ότι πρέπει να επιδικάσει στους ενάγοντες, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση τα εξής κατά ενάγοντα ποσά:
στην πρώτη ενάγουσα ατομικώς (σύζυγο) το ποσό των 25.000 ευρώ, στην ίδια για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της το ποσό των 20000 ευρώ για έκαστο, και στον δεύτερο ενάγοντα (πεθερό), το ποσό των 2000 ευρώ". Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι με το να επιδικάσει τα παραπάνω χρηματικά ποσά υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ, 1 ΚΠολΔ ερμηνεύοντας ψευδώς τις έννοιες της ψυχικής οδύνης και του εύλογου της χρηματικής ικανοποίησης.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα επιπλέον πραγματικά περιστατικά, που φέρονται ως αποδειχθέντα και καθιστούν δυσανάλογη προς την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν οι αναιρεσείοντες, την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση, δεν αποτελούν παραδοχές της απόφασης και συνεπώς υπό την επίκληση αυτών πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2008 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 2603/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ