Legislator Case Law & Legislation
297/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against investment contract judgment, ruling defense clauses are irrelevant to tort liability.

Case Number 297/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the banks' appeal against the First Instance Court's judgment in a dispute over investment services. The banks argued that the First Instance Court failed to consider exemption clauses in their investment advisory contract, claiming these clauses should have absolved them of liability. The court rejected this, holding that such clauses constitute a denial of liability rather than a mitigating circumstance and that the First Instance Court correctly found the banks liable for misleading the investors about the investment's safety.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; exemption clauses in a service contract do not negate tort liability when the provider actively induced the client to accept a risky investment despite a lack of expertise.

Keywords

AI generated
tort liability exemption clauses investment advisory misleading conduct code of civil procedure supreme court appeal banking liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 14/2015
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 297 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 297/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον Δήμο … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", ως καθολικής διαδόχου με απορρόφηση της "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Μ. και 2) Π. Κ. του Ι., αμφοτέρων κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρκουλάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3236/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1144/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 9-5-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).

Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την - παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.

Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Εφόσον δε πρόκειται για ομόλογα που ανήκουν στην κατηγορία των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων, εφαρμόζεται και η υπ' αριθ. 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Η Πράξη αυτή, δημοσιευθείσα στην ΕτΚ, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 2123/2009). Στην ως άνω ΠΔ/ΤΕ ορίζονται τα εξής: "Α. Γενικές Αρχές Τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν:

Να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές ... Β. Ελάχιστη Απαιτούμενη Ενημέρωση Σύμφωνα με τις ως άνω γενικές αρχές τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν κατ' ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι με αυτά να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης: 1.

Καταθέσεις ...2. Χορηγήσεις ... 3. Λοιπές εργασίες... 4. Ειδικά θέματα (α) Πιστωτικές κάρτες ... (β) Παράγωγα προϊόντα. Τα τραπεζικά ιδρύματα ενημερώνουν για τα βασικά χαρακτηριστικά των παραγώγων προϊόντων που διαθέτουν για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων ... (γ) Νομική θέση και δικαιώματα συναλλασσομένων...

Γ. Τρόπος Ενημέρωσης Τα πιστωτικά ιδρύματα ενημερώνουν τους συναλλασσόμενους, κατ' ελάχιστον, ως ακολούθως: 1. Γενικοί όροι (α)... (γ) Οφείλουν να γνωστοποιούν στους συναλλασσόμενους, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, όλους τους όρους που διέπουν την μεταξύ τους σχέση και να τους παρέχουν πλήρες αντίγραφο μετά τη σύναψή της. (δ) ..." (ΣτΕ 134/2018).

Επομένως, η ενημέρωση των συναλλασσομένων (οποιασδήποτε προέλευσης και βαθμού εμπειρίας) πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές επ' αυτών πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά, καθώς και η κατανόηση των πιθανών ειδικά ισχυόντων για αυτά κινδύνων και της αναμενόμενης απόδοσής τους.

Με άλλα λόγια, δυνάμει της ανωτέρω ΠΔ/ΤΕ, για την διευκόλυνση της κατανόησης και της συγκρισιμότητας των σύνθετων αυτών προϊόντων, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε: α) αναγωγή του ποσοστού απόδοσης σε ετήσια βάση κατά τον χρόνο της επένδυσης, ανεξάρτητα από τον χρονικό ορίζοντα της τοποθέτησης, β) σαφή και αναλυτική έγγραφη τεχνική περιγραφή των παραγόντων που προσδιορίζουν την απόδοση των προϊόντων με εναλλακτικές παραδοχές ως προς τις κύριες συνιστώσες του (δείκτες χρηματιστηρίων, εξέλιξη συναλλαγματικής ισοτιμίας, μακροοικονομικά μεγέθη κ.ο.κ.) παραθέτοντας εγγράφως τουλάχιστον δύο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.

Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν.3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 536/2019, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1738/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1144/2019 απόφασή του, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι σύζυγοι, γεννήθηκαν το έτος 1932, ο πρώτος από αυτούς και το έτος 1935 η δεύτερη, είναι συνταξιούχοι του ΙΚΑ και του ΟΓΑ, αντίστοιχα, και κάτοικοι ....

Ο γιος των τελευταίων, Μ. Κ., ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός, δραστηριοποιούμενος επαγγελματικά στη ..., όπου και κατοικεί, ήδη από το έτος 1985, συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία, "...." και συγκεκριμένα με το κατάστημα αυτής στη ..., αποταμιεύοντας εκεί τις οικονομίες του.

Στα πλαίσια αυτά είχε αναπτυχθεί σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και των προστηθέντων της πρώτης εναγόμενης. Περί τα τέλη του έτους 2005, προστηθέντες της πρώτης εναγομένης και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία, "...", καθολική διάδοχος της οποίας, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, είναι η δεύτερη εναγομένη, ανώνυμη εταιρία..., προσέγγισαν τον πιο πάνω γιο των εναγόντων, Μ.

Κ., προκειμένου να του προωθήσουν επενδυτικές υπηρεσίες, μέσω του τμήματος, ..., το οποίο είχαν συστήσει και ήταν εξειδικευμένο σε επενδύσεις σε χρηματοοικονομικά προϊόντα. Διευθυντής του τελευταίου καταστήματος των εναγομένων, στη ..., ήταν ο Α. Α., τον οποίο γνώριζε ο Μ. Κ. από προηγούμενη συνεργασία τους.

Ακολούθως, ο Μ. Κ. κατάρτισε με την πρώτη εναγομένη και την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, "...", η οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από τη δεύτερη εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε, εκπροσωπούμενες από τον άνω Α. Α., τη με αριθμό .../14-10-2005 βασική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με την οποία ανέθεσε στις εταιρίες αυτές την παροχή προς τον ίδιο επενδυτικών υπηρεσιών, αντί αμοιβής και την με την ίδια ημεροχρονολογία πρόσθετη πράξη, δυνάμει της οποίας οι εν λόγω εταιρίες, μέσω του καταστήματος τους, "...", ανέλαβαν την κατάρτιση συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου του άνω επενδυτή - Μ.

Κ., σύμφωνα με τις εντολές του, επί όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων, που αναφέρονται στην παρ. Ια του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, υπό τους όρους της σχετικής σύμβασης, καθώς και το σχετικό επενδυτικό ερωτηματολόγιο, που προσαρτήθηκε στη σύμβαση. Στη συνέχεια, ένα περίπου μήνα μετά, καταρτίστηκε αντίστοιχη σύμβαση και με τους ενάγοντες, γονείς του Μ.

Κ.. Ειδικότερα, μεταξύ των τελευταίων και των εναγομένων εταιριών, εκπροσωπούμενων από τον ίδιο όπως παραπάνω, Α. Α., καταρτίστηκε στις 10-11-2005, η με αριθμό 582022./10-11-2005 βασική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αόριστης διάρκειας, με την οποία οι ενάγοντες ανέθεσαν στις άνω αντισυμβαλλόμενές τους εταιρίες, έναντι της οριζόμενης σε πρόσθετες πράξεις αμοιβής τους, την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στις πρόσθετες πράξεις και κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 2396/1996, όπως εκάστοτε ισχύει.

Παράλληλα, οι ενάγοντες υπέγραψαν, την υπό την ίδια ημεροχρονολογία, "πρόσθετη πράξη συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών - λήψη και διαβίβαση εντολών", δυνάμει της οποίας οι αντισυμβαλλόμενες εταιρίες, μέσω του παραπάνω καταστήματος τους, "...", ανέλαβαν την κατάρτιση συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου των επενδυτών - εναγόντων, σύμφωνα με τις εντολές τους, επί όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων, που αναφέρονται στην παρ.

Ια του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, υπό τους όρους της σύμβασης αυτής. Στην παραπάνω βασική σύμβαση ορίστηκε μεταξύ άλλων, ότι λόγω των μη προβλέψιμων στην αγορά διακυμάνσεων οι αντισυμβαλλόμενες των εναγόντων εταιρίες δεν εγγυώνται οποιοδήποτε αποτέλεσμα των επενδύσεων, ούτε ευθύνονται για οποιαδήποτε συναφή ζημία των επενδυτών και ότι δεν αναλαμβάνουν οποιαδήποτε ευθύνη για την πιθανή ζημία, που τυχόν θα υποστούν οι επενδυτές από συναλλαγή που καταρτίστηκε, ως αποτέλεσμα εκτέλεσης της εντολής τους, ενώ οι τελευταίοι δήλωσαν ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται προς τις εταιρίες είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές αυτών.

Επίσης, οι ενάγοντες υπέγραψαν και το σχετικό επενδυτικό ερωτηματολόγιο, το οποίο προσαρτήθηκε στη σύμβαση. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του ερωτηματολογίου αυτού, το επενδυτικό προφίλ των εναγόντων χαρακτηρίστηκε ως μικτό, ήτοι ότι αυτοί στοχεύουν σε κεφαλαιακή υπεραξία μεσοπρόθεσμα, αποδεχόμενοι περιόδους διακυμάνσεων σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, ο επενδυτικός τους στόχος χαρακτηρίστηκε ως, ισορροπημένη επενδυτική κατανομή, με στόχο την επίτευξη εισοδήματος και κεφαλαιακής υπεραξίας και ο χρονικός ορίζοντας της επένδυσης, 3-5 έτη.

Το επενδυτικό δε αυτό προφίλ των εναγόντων ταυτίζεται με αυτό του γιου τους, σύμφωνα με το σχετικό, ερωτηματολόγιο, το οποίο προσαρτήθηκε στην παραπάνω από 14-10-2005 σύμβαση, που κατάρτισε ο τελευταίος. Ακολούθως, στις 14-11- 2005, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας από 14-11-2005 σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ των διαδίκων, αγοράστηκε από τις εναγόμενες, για λογαριασμό των εναγόντων, ένα ομόλογο, ονομαστικής αξίας 108.000 ευρώ, για την αγορά του οποίου χορηγήθηκε στους ενάγοντες, το από 14-11-2005 αποδεικτικό εντολής συναλλαγής (ομόλογα).

Στο έγγραφο αυτό, το οποίο φέρει τα στοιχεία των εταιριών, "...", "..." και "...", αναγράφονταν τα στοιχεία του αγορασθέντος ομολόγου, με τον τίτλο, "....", 10-2-2015, με ISIN XS ..., η ονομαστική αξία αυτού, 108.000 ευρώ, η αξία αγοράς του κατόπιν διακανονισμού, ποσού 109.231,76 ευρώ, το επιτόκιο euribor, πλέον 1,35% και η λήξη του ομολόγου στις 10-2-2015, ενώ στη θέση του εκδότη υπάρχει η ένδειξη "corporate", ήτοι εταιρικό, χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνιση.

Στο ίδιο δε έγγραφο, ουδεμία αναφορά γινόταν στην επωνυμία του εκδότη και του εγγυητή του ομολόγου. Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι το παραπάνω ομόλογο είχε εκδοθεί στις 10-2-2005, στα πλαίσια της έκδοσης ομολογιακού δανείου μειωμένης εξασφάλισης, με την εγγύηση της Τράπεζας, "...", μετέπειτα (...") από την θυγατρική της εγγυήτριας εταιρία, "...", η οποία ήταν εταιρία ειδικού σκοπού, με έδρα το ... (...

και ...). Η εταιρία αυτή ιδρύθηκε στις 16-11-2004, με μετοχικό κεφάλαιο, GRP 50.000, διαιρεμένο σε 50.000 μετοχές ονομαστικής αξίας 1 GRP καθεμία, με μοναδικές μετόχους, την τραπεζική εταιρία "...." (εγγυήτρια του ομολόγου), η οποία κατείχε 49.999 μετοχές και την ανώνυμη εταιρία, "...", η οποία κατείχε 1 μετοχή, με αποκλειστικό σκοπό την έκδοση ομολογιακού δανείου, για τη συγκέντρωση κεφαλαίου για την ενίσχυση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας της εγγυήτριας του ομολόγου, "....

Σύμφωνα με το σχετικό ενημερωτικό δελτίο, οι υποχρεώσεις της εγγυήτριας συνιστούσαν άμεσες και μη εξασφαλισμένες υποχρεώσεις της, υπό τη μορφή της μειωμένης διασφάλισης και έπονταν ως προς το δικαίωμα αποπληρωμής σε περίπτωση λύσης ή εκκαθάρισης καθ' οιονδήποτε τρόπο της εγγυήτριας, των αξιώσεων των πιστωτών ανώτερης τάξης, έτσι ώστε το ποσό που οφειλόταν από τα ομόλογα υπό την εγγύηση, να καταβάλλεται από την εγγυήτρια μόνο εφόσον όλοι οι πιστωτές ανώτερης τάξης έχουν ικανοποιηθεί ή τους έχει καταβληθεί στο ακέραιο το ποσό των απαιτήσεών τους, ενώ οι κάτοχοι των ομολόγων παραιτούνταν από το δικαίωμα να αντιμετωπίζονται ισότιμα με τους άλλους ανέγγυους μη μειωμένης διασφάλισης πιστωτές του εκδότη.

Το συνολικό ποσό της έκδοσης ανήλθε στο ποσό των 50.000.000 ευρώ, το δε ομόλογο εισήλθε προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο του Λ.... Προερχόταν από τη δευτερογενή αγορά και ήταν ομόλογο δεκαετούς διάρκειας και μειωμένης εξασφάλισης, όπως προαναφέρθηκε. Η διαβάθμισή του από το Διεθνή Οίκο Αξιολόγησης FITCH, ήταν ΒΒ, βαθμός ο οποίος υποδεικνύει αυξημένη ευπάθεια σε πιστωτικό κίνδυνο, ιδιαίτερα σε περίπτωση δυσμενών μεταβολών στην αγορά ή στις οικονομικές συνθήκες με την πάροδο του χρόνου.

Για την αγορά του συγκεκριμένου ομολόγου χορηγήθηκε προφορική εντολή στις εναγόμενες από τον παραπάνω γιο των εναγόντων, ο οποίος λειτουργούσε ως αντιπρόσωπος των τελευταίων, στο όνομα και για λογαριασμό τους, κατόπιν σχετικής πρότασης και υπόδειξης του άνω προϊόντος από τους προστηθέντες των εναγομένων, στα καταστήματά τους στη ..., μεταξύ των οποίων ο παραπάνω Α.

Α., ως τραπεζικού ομόλογου, έκδοσης της "... που είχε αξιολογηθεί από τους οίκους αξιολόγησης, ως μηδενικού επενδυτικού ρίσκου, με εξασφαλισμένο και σταθερό επιτόκιο και εγγυημένο κεφάλαιο, χωρίς, οι τελευταίοι πριν από την αγορά του, να γνωστοποιήσουν σ' αυτόν ή στους ενάγοντες τα πιο πάνω ειδικότερα στοιχεία του ομολόγου.

Το ομόλογο δε αυτό αποτελούσε και το μοναδικό τίτλο του χαρτοφυλακίου των εναγόντων, κατά το χρόνο αυτό. Στη συνέχεια, το άνω ομόλογο άρχισε να υποβαθμίζεται βαθμιαία από τον προαναφερθέντα Διεθνή Οίκο Αξιολόγησης, από ΒΒ κατά την έκδοσή του σε Β-, στις 3-11-2008, σε CCC+, στις 29-7-2009, σε CCC, στις 3-11- 2009 και σε C στις 23-5-2011, οπότε και αποσύρθηκε από τις διαβαθμίσεις.

Καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης, οι ενάγοντες λάμβαναν από τις εναγόμενες, υπό την κοινή επωνυμία, "...", τη μηνιαία αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους, στην οποία αναγραφόταν η κατηγορία της επένδυσης, η εκάστοτε αποτίμησή του, η αριθμητική και ποσοστιαία μεταβολή της τιμής του ομολόγου, η αναλυτική κίνηση του λογαριασμού και οι τόκοι.

Το Φεβρουάριο του έτους 2009, εξέφρασαν την επιθυμία να ρευστοποιήσουν το ομόλογο, προκειμένου να χρησιμοποιήσουν το κεφάλαιο για την αγορά ακινήτου, οι προστηθέντες, όμως, των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και ο Α. Α., τους απέτρεψαν, αναφέροντας στον άνω αντιπρόσωπό τους, ότι τούτο δεν τους συνέφερε, αφού θα εισέπρατταν μειωμένο κεφάλαιο, ενώ, το Σεπτέμβριο του έτους 2009, όταν ο παραπάνω αντιπρόσωπός τους, έχοντας θορυβηθεί από δημοσιεύματα για τα σοβαρά προβλήματα της εταιρίας, "...." και φοβηθεί για την απώλεια του επενδυθέντος κεφαλαίου των γονέων του, απευθύνθηκε στους ίδιους όπως παραπάνω προστηθέντες των εναγομένων, οι τελευταίοι των καθησύχασαν ότι τα χρήματα ήταν εξασφαλισμένα, αναφέροντάς του, ότι η παραπάνω εταιρία δεν έχει σχέση με την " ...

η οποία είναι μία ελληνική, υγιής και φερέγγυα τράπεζα που εποπτεύεται από το ελληνικό κράτος. Ακολούθως, τον Αύγουστο του έτους 2011, μετά από κλήση των εναγομένων, οι ενάγοντες υπέγραψαν τις νέες με αριθμούς, Ρ ... και P .../16-8-2011 συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, για την προσαρμογή των προηγούμενων συμβάσεών τους, τους στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του ν. 3606/ 2007, όπως τους ανέφεραν οι εναγόμενες.

Ωστόσο, μετά την κατάρτιση και των τελευταίων συμβάσεων, με τη με αριθμό .../25/17-12-2011 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εγγυήτριας του επίδικου ομολόγου, ... (πρώην ...) και αυτή τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, ενώ με την με αριθμό …/2/17-12-2011 απόφαση της ίδιας Επιτροπής, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της ...

από την άνω ομολογιακή έκδοση παρέμειναν στην υπό εκκαθάριση εγγυήτρια τράπεζα, γεγονότα που γνωστοποιήθηκαν στους ενάγοντες, με την από 28-11-2011 επιστολή της "...". Στην τελευταία δε επιστολή αναφέρονται τα στοιχεία του εκδότη του ομολόγου, ήτοι της παραπάνω εταιρίας, "..." και της εγγυήτριας του ομολόγου, "....".

Επίσης, με την επιστολή αυτή επισημάνθηκε στους ενάγοντες, το γεγονός ότι, τυχόν ικανοποίηση των αξιώσεών τους από το παραπάνω ομόλογο, θα εξαρτηθεί από την πορεία και τα αποτελέσματα της ειδικής εκκαθάρισης της εν λόγω εταιρίας και ότι ο ειδικός εκκαθαριστής καλούσε τους πιστωτές να αναγγείλουν εγγράφως τις απαιτήσεις τους, μέχρι 10-2-2012.

Στην αναγγελία δε αυτή της απαίτησης των εναγόντων προς τον ειδικό εκκαθαριστή της εγγυήτριας για απόδοση της ονομαστικής αξίας του ομολόγου κατά της εγγυήτριας, προέβη η πρώτη εναγομένη για λογαριασμό τους, μετά από σχετική εξουσιοδότησή τους, στις 9-2-2012, ενώ στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη, με την από 23-9-2013 επιστολή της, ενημέρωσε τους ενάγοντες, ότι σύμφωνα με τα αποτελέσματα της εκκαθάρισης, αυτοί θα λάμβαναν το ποσό των 0,60 ευρώ, ανά 1.000 ευρώ ονομαστικής αξίας, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης.

Έτσι, λόγω της εκμηδένισης της αξίας του παραπάνω ομολόγου, το οποίο όπως αναφέρθηκε, ήταν μειωμένης διασφάλισης, οι ενάγοντες έχουν υποστεί περιουσιακή ζημία αντίστοιχη με το ποσό που διέθεσαν για την αγορά του ομολόγου, ονομαστικής αξίας 108.000 ευρώ. Η ζημία δε αυτή προκλήθηκε αιτιωδώς από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων των εναγομένων, οι οποίοι τους συμβούλευσαν και τους έπεισαν δια του πιο πάνω αντιπροσώπου τους, για την αγορά του, παραλείποντας να τους ενημερώσουν για τα στοιχεία του ομολόγου.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, ηλικίας κατά το χρόνο της άνω επένδυσης 73 ετών και 70 ετών και συνταξιούχοι του ΙΚΑ και ΟΓΑ, αντίστοιχα, δεν διέθεταν χρηματοοικονομικές γνώσεις, ενώ τέτοιες γνώσεις δεν διέθετε κατά τον ίδιο χρόνο και ο αντιπρόσωπός τους, Μ. Κ.. Ο τελευταίος, παρά το υψηλό μορφωτικό του επίπεδο, δεν διέθετε οποιασδήποτε μορφής ειδική εκπαίδευση ή εξειδικευμένη εμπειρία σε επενδύσεις που θα του επέτρεπε να επιλέξει ο ίδιος τον τρόπο τοποθέτησης των κεφαλαίων του.

Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι αυτός κατάρτισε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με τις εναγόμενες, τον Οκτώβριο του έτους 2005, ήτοι ένα μήνα περίπου πριν την επίδικη επένδυση. Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, ακολούθησε τη συμβουλή που του παρείχαν οι προστηθέντες των εναγομένων, μεταξύ των οποίων ο Α.

Α.. Ο τελευταίος, ο οποίος γνώριζε τον άνω αντιπρόσωπο των εναγόντων και την επιθυμία του, να επενδύσει τις αποταμιεύσεις του ίδιου, αλλά και των γονέων του, χωρίς κίνδυνο απώλειάς τους, κατά την παροχή σ' αυτόν της επενδυτικής συμβουλής για την αγορά του επίδικου ομολόγου, το οποίο, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, αποτελούσε ακατάλληλη για τους ενάγοντες και ριψοκίνδυνη επένδυση, όπως και οι λοιποί προστηθέντες των εναγομένων, παρέστησαν στον πιο πάνω Μ.

Κ.., ότι πρόκειται για τραπεζικό ομόλογο, χωρίς κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου του, παραλείποντας να τον ενημερώσουν για τα χαρακτηριστικά του ομολόγου. Συγκεκριμένα δεν τον ενημέρωσαν ότι εκδότρια του ομολόγου ήταν η εταιρία, "...", θυγατρική της εταιρίας "..." (εγγυήτριας του ομολόγου), η οποία ήταν εταιρία ειδικού σκοπού με έδρα το ... (...

και ...), που ιδρύθηκε, με αποκλειστικό σκοπό την έκδοση ομολογιακού δανείου, προς το σκοπό συγκέντρωσης κεφαλαίου για την πρώτη, καθώς και ότι αυτό ήταν μειωμένης εξασφάλισης, με διαβάθμιση ΒΒ, που καταδείκνυε μέτριες προοπτικές επιβίωσης. Τα παραπάνω μάλιστα στοιχεία αναφέρονταν στο ενημερωτικό δελτίο για την έκδοση του ομολόγου, το οποίο, όμως, ουδέποτε παραδόθηκε στον αντιπρόσωπο των εναγόντων.

Πρέπει δε να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με απόφαση που λήφθηκε μεταγενέστερα, κατά τη συνεδρίαση 823η/3-7-2018, επέβαλε πρόστιμο, ύψους 100.000 ευρώ στην πρώτη εναγομένη, για παράβαση των διατάξεων του πδ/τος 52/1992 και του ν. 3401/2005, για το λόγο ότι προέβη σε δημόσια προσφορά των άνω ομολογιών, έκδοσης της "...", θυγατρικής της "...", χωρίς να δημοσιεύσει ενημερωτικό δελτίο.

Έτσι, οι εναγόμενες δεν εκπλήρωσαν την απορρέουσα από τη σιωπηρά καταρτισθείσα με τους ενάγοντες σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών υποχρέωσή τους να προβούν σε σαφή, ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση αυτού για τη φύση και λειτουργία του υποδειχθέντος επενδυτικού προϊόντος, την εγγυήτρια και την εκδότρια αυτού, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, το οποίο γνώριζαν ότι ήθελαν να εξασφαλίσουν, δεδομένης και της έλλειψης σχετικής εξειδικευμένης εμπειρίας και γνώσης του αντιπροσώπου τους, αλλά και των ίδιων για τις επενδύσεις.

Η υποχρέωσή τους αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενες η εγγράφως καταρτισθείσα μεταξύ αυτών και των εναγόντων σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που προαναφέρθηκε αποτελεί σύμβαση εντολής προς εκτέλεση εντολών χρηματοπιστωτικών μέσων και περιέχει απαλλακτικές της ευθύνης τους ρήτρες, καθόσον, ανεξάρτητα από την εγκυρότητα ή μη των απαλλακτικών ρητρών, στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενες δεν περιορίστηκαν στην εκτέλεση της εντολής για την αγορά του ένδικου ομολόγου, αλλά προηγουμένως, όπως προεκτέθηκε, δια των προστηθέντων τους, υπέδειξαν στον άνω αντιπρόσωπο των εναγόντων, ως ασφαλή, επωφελή και μηδενικού ρίσκου, την εν λόγω επένδυση και τον έπεισαν να την επιλέξει.

Ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι τόσο οι ενάγοντες, όσο και ο αντιπρόσωπός τους, πριν την υπογραφή της σύμβασης ενημερώθηκαν περί των όρων των συμβάσεων που υπέγραψαν, όπως αβάσιμα οι εναγόμενες υποστηρίζουν. Έτσι, με την παραπάνω συμπεριφορά τους, που συνίσταται στην αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης των εναγόντων δια του αντιπροσώ¬που τους, καθώς και της παροχής σ' αυτούς σαφούς, ορθής, πλήρους και κατάλληλης συμβουλευτικής καθοδήγησης σχετικά με την επένδυση και την ασφάλεια του κεφαλαίου τους, παρέβησαν υπαιτίως τις συναλλακτικές υποχρεώσεις τους, όπως το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ.

Η υπαίτια δε παράβαση των άνω διατάξεων συνιστά παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ συμπεριφορά, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η υπαίτια και παράνομη αυτή συμπεριφορά των εναγομένων, προκάλεσε τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες, καθόσον προέβησαν στην επένδυση αγνοώντας τα παραπάνω χαρακτηριστικά του ομολόγου, για τα οποία δεν ενημερώθηκαν, με την πεποίθηση που τους δημιούργησαν, ότι δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους.

Αν δε είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν τούτο, ότι δηλαδή το ομόλογο ήταν μειωμένης εξασφάλισης και με μέτριες προοπτικές επιβίωσης και ότι υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους, δεν θα είχαν αποδεχθεί τη συγκεκριμένη επένδυση. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια, αν και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται από την παρούσα (αρθρ. 534 ΚΠολΔ), ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εναγόμενες με τους συναφείς πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους της έφεσής τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα..... ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της από 18-5-2017 έφεσης της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την 3236/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 17-12-2012 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες να καταβάλουν σ' αυτούς α) το ποσό των 108.000 ευρώ για την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, και β) το ποσό των 800 ευρώ στον καθένα τους ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996, αλλά και εκείνες των άρθρων 914, 281, 288 ΑΚ, κατά παράβαση των οποίων οι προστηθέντες υπάλληλοι των εναγομένων, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, παρέβησαν το καθήκον διαφώτισης των εναγομένων και δεν προσέφεραν σ' αυτούς σαφή, ορθή, πλήρη και κατάλληλη συμβουλευτική καθοδήγηση σχετικά με το προταθέν επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα αυτοί να μην είναι σε θέση να κατανοήσουν ούτε τη φύση του ούτε τους πιθανούς κινδύνους του αλλά, αντιθέτως, τους παρέσχαν ανεπαρκή και παραπλανητική πληροφόρηση σχετικά με τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και τον επενδυτικό κίνδυνο που αναλάμβαναν και ειδικότερα, ότι κατά την παροχή σ' αυτούς, μέσω του αντιπροσώπου τους Μ.

Κ., της επενδυτικής συμβουλής για την αγορά του επίδικου ομολόγου, παρέστησαν στον πιο πάνω Μ. Κ., ότι πρόκειται για τραπεζικό ομόλογο, χωρίς κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου του, παραλείποντας να τον ενημερώσουν για τα χαρακτηριστικά του ομολόγου και συγκεκριμένα δεν τον ενημέρωσαν ότι εκδότρια του ομολόγου ήταν η εταιρία, "...", θυγατρική της εταιρίας "..." (εγγυήτριας του ομολόγου), η οποία ήταν εταιρία ειδικού σκοπού με έδρα το ... (...

και ...), που ιδρύθηκε, με αποκλειστικό σκοπό την έκδοση ομολογιακού δανείου, προς το σκοπό συγκέντρωσης κεφαλαίου για την πρώτη, καθώς και ότι αυτό ήταν μειωμένης εξασφάλισης, με διαβάθμιση ΒΒ, που καταδείκνυε μέτριες προοπτικές επιβίωσης, αγνοώντας δε τα παραπάνω προέβησαν στην επένδυση οι ενάγοντες, ενώ αν είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν τούτο, ότι δηλαδή το ομόλογο ήταν μειωμένης εξασφάλισης και με μέτριες προοπτικές επιβίωσης και ότι υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους, δεν θα είχαν αποδεχθεί τη συγκεκριμένη επένδυση.

Η παράβαση των εκ του ανωτέρω κώδικα υποχρεώσεων των εναγομένων (και ήδη αναιρεσειουσών) στοιχειοθετεί την αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και η οποία (αμελής συμπεριφορά) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται δε με σαφήνεια και το ύψος της θετικής ζημίας των εναγόντων (και ήδη αναίρεσιβλήτων).

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ` αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, όλα τα αναγκαία περιστατικά, που στηρίζουν, με επάρκεια, το σαφές, ως άνω, αποδεικτικό της πόρισμα και δη αναφέρει, με σαφήνεια και πληρότητα:

α) τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, κατά παράβαση των προβλεπομένων με τους κανόνες των πιο πάνω διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ. και των άρθρων 281, 288 και 914 ΑΚ, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και δη ότι οι ενάγοντες, ηλικίας κατά το χρόνο της άνω επένδυσης 73 ετών και 70 ετών και συνταξιούχοι του ΙΚΑ και ΟΓΑ, αντίστοιχα, δεν διέθεταν χρηματοοικονομικές γνώσεις, ενώ τέτοιες γνώσεις δεν διέθετε κατά τον ίδιο χρόνο και ο αντιπρόσωπός τους, Μ.

Κ., ο οποίος ακολούθησε τη συμβουλή που του παρείχαν οι προστηθέντες των εναγομένων, μεταξύ των οποίων ο Α. Α., ότι ο τελευταίος, ο οποίος γνώριζε τον άνω αντιπρόσωπο των εναγόντων και την επιθυμία του, να επενδύσει τις αποταμιεύσεις του ίδιου, αλλά και των γονέων του, χωρίς κίνδυνο απώλειάς τους, κατά την παροχή σ' αυτόν της επενδυτικής συμβουλής για την αγορά του επίδικου ομολόγου, όπως και οι λοιποί προστηθέντες των εναγομένων, παρέστησαν στον πιο πάνω Μ.

Κ.., ότι πρόκειται για τραπεζικό ομόλογο, χωρίς κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου του, παραλείποντας να τον ενημερώσουν για τα χαρακτηριστικά του ομολόγου και δη δεν τον ενημέρωσαν ότι εκδότρια του ομολόγου ήταν η εταιρία, "...", θυγατρική της εταιρίας "..." (εγγυήτριας του ομολόγου), η οποία ήταν εταιρία ειδικού σκοπού με έδρα το ... (...

και ...), που ιδρύθηκε, με αποκλειστικό σκοπό την έκδοση ομολογιακού δανείου, προς το σκοπό συγκέντρωσης κεφαλαίου για την πρώτη, καθώς και ότι αυτό ήταν μειωμένης εξασφάλισης, με διαβάθμιση ΒΒ, που καταδείκνυε μέτριες προοπτικές επιβίωσης, μη εκπληρώνοντας έτσι την απορρέουσα από τη σιωπηρά καταρτισθείσα με τους ενάγοντες σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών υποχρέωσή τους να προβούν σε σαφή, ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση αυτού για τη φύση και λειτουργία του υποδειχθέντος επενδυτικού προϊόντος, την εγγυήτρια και την εκδότρια αυτού, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, το οποίο γνώριζαν ότι ήθελαν να εξασφαλίσουν, δεδομένης και της έλλειψης σχετικής εξειδικευμένης εμπειρίας και γνώσης του αντιπροσώπου τους, αλλά και των ίδιων για τις επενδύσεις.

ότι οι εναγόμενες δεν περιορίστηκαν στην εκτέλεση της εντολής για την αγορά του ένδικου ομολόγου, αλλά προηγουμένως, δια των προστηθέντων τους, υπέδειξαν στον άνω αντιπρόσωπο των εναγόντων, ως ασφαλή, επωφελή και μηδενικού ρίσκου, την εν λόγω επένδυση και τον έπεισαν να την επιλέξει, ως εκ τούτου δε, επέδειξαν αμελή συμπεριφορά, με το να μην τους παράσχουν διαφώτιση, ορθή συμβουλευτική καθοδήγηση και προειδοποίηση σχετικά με την επένδυση και την ασφάλεια του κεφαλαίου τους και τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, το οποίο γνώριζαν ότι ήθελαν να εξασφαλίσουν.

β) Ότι η ως άνω συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων των αναιρεσειουσών συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία των αναιρεσιβλήτων, διότι προέβησαν στην άνω επένδυση αγνοώντας τα παραπάνω χαρακτηριστικά του ομολόγου, για τα οποία δεν ενημερώθηκαν, με την πεποίθηση που τους δημιούργησαν, ότι δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους, ενώ αν είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν ότι το επίδικο ομόλογο ήταν μειωμένης εξασφάλισης και με μέτριες προοπτικές επιβίωσης και ότι υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους, δεν θα είχαν αποδεχθεί τη συγκεκριμένη επένδυση.

γ) Ότι η ζημία των αναιρεσίβλητων συνίσταται στο ποσό που διέθεσαν για την αγορά του ομολόγου, ονομαστικής αξίας 108.000 ευρώ, λόγω της εκμηδένισης της αξίας του παραπάνω ομολόγου, το οποίο ήταν μειωμένης διασφάλισης. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες αφενός μεν προβάλλουν αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.

Οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους άνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, καθόσον αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την παροχή επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους των αναιρεσειουσών και την αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης των εναγόντων δια του αντιπροσώπου τους, με την μη παροχή σ' αυτούς σαφούς, ορθής, πλήρους και κατάλληλης συμβουλευτικής καθοδήγησης σχετικά με την επένδυση και την ασφάλεια του κεφαλαίου τους, περαιτέρω δε, στην ανάλυση και στάθμισή τους, και συνεπώς, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, είναι απαράδεκτες.

Ακόμη, η επικαλούμενη από τις αναιρεσείουσες, με τα οικεία σκέλη των δύο πρώτων λόγων αναιρέσεως, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς τους και της ζημίας των αναιρεσιβλήτων και ως προς το ζήτημα της καταρτίσεως σιωπηράς σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών έναντι αμοιβής, δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Τέλος, οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες περιέχονται στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους σχετικά με τη φύση της καταρτισθείσης με τους αναιρεσίβλητους σύμβασης, που ήταν σύμβαση απλής λήψης και διαβίβασης εντολών και όχι σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, και την συνακόλουθη αποκλειστική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων για τις επενδυτικές επιλογές τους, είναι απαράδεκτες, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί, έναντι της αγωγικής βάσεως που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, συνιστούν (αιτιολογημένη) άρνηση και επομένως δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε εκ των πραγμάτων, αφού δέχθηκε τους αντίθετους αγωγικούς ισχυρισμούς περί σιωπηράς καταρτίσεως σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών μεταξύ των διαδίκων και υποχρέωσης, βάσει αυτής, των αναιρεσειουσών να προβούν σε σαφή, ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση των αναιρεσιβλήτων για τη φύση και λειτουργία του υποδειχθέντος επενδυτικού προϊόντος, την εγγυήτρια και την εκδότρια αυτού, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, υποχρέωση που δεν τήρησαν αυτές.

Κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτίωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του.

Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματός του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ολΑΠ 15/2006, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 437/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με την προβληθείσα από τις αναιρεσείουσες ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση, άλλως στη μη αποτροπή της ζημίας τους, λόγω της επικαλούμενης μη εκ μέρους τους ρευστοποίησης του ένδικου ομολόγου, παρά το γεγονός ότι από τη μηνιαία έγγραφη ενημέρωσή τους προέκυπτε η πτωτική πορεία αυτού: "..

Περαιτέρω, οι εναγόμενες με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους επαναφέρουν την πρωτοδίκως επικουρικά προβληθείσα ένστασή τους, περί συνυπαιτιότητας των εναγόντων στην πρόκληση, άλλως στη μη αποτροπή της ζημίας τους, λόγω της μη εκ μέρους τους ρευστοποίησης του ένδικου ομολόγου, παρά το γεγονός ότι από τη μηνιαία έγγραφη ενημέρωσή τους προέκυπτε η πτωτική πορεία αυτού.

Η ένσταση, όμως, αυτή, αν και νόμιμη (άρθρο 300 ΑΚ), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε ακόμη και κατά την πτωτική πορεία της τιμής του ομολόγου οι ενάγοντες δεν γνώριζαν, ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν, ότι ήταν πιθανή η απώλεια του κεφαλαίου τους, περιστατικό για το οποίο δεν τους ενημέρωσαν οι εναγόμενες.

Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, οι προστηθέντες των τελευταίων, στους οποίους απευθύνθηκε ο αντιπρόσωπος των εναγόντων το έτος 2009, τον καθησύχασαν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους. Σε κάθε δε περίπτωση, η επικαλούμενη από τις εναγόμενες επιλογή της ρευστοποίησης του ομολόγου, κατά το χρόνο που η αξία του ήταν μειωμένη θα αποκαθιστούσε ενδεχομένως μικρό μέρος της ζημίας των εναγόντων, οι οποίοι δεν θα διατηρούσαν καμιά άλλη αξίωση αποζημίωσης από το ομόλογο... ".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών, στις νομικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων όσον αφορά τον ισχυρισμό περί έλλειψης συνυπαιτιότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, τόσο ως προς την πρόκληση όσο και ως προς την έκταση της ζημίας τους.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις ως άνω παραδοχές της, αναφέρεται ότι ακόμη και κατά την πτωτική πορεία της τιμής του ομολόγου οι ενάγοντες δεν γνώριζαν, ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν ότι ήταν πιθανή η απώλεια του κεφαλαίου τους, περιστατικό για το οποίο δεν τους ενημέρωσαν οι εναγόμενες.

Αντίθετα, οι προστηθέντες των τελευταίων, στους οποίους απευθύνθηκε ο αντιπρόσωπος των εναγόντων το έτος 2009, τον καθησύχασαν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους. Επομένως, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης περί συνυπαιτιότητας, τόσο στην πρόκληση όσο και στην έκταση της ζημίας των εναγόντων, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των προαναφερθέντων περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού διαλαμβάνονται πλήρεις αιτιολογίες, όσον αφορά την αιτία της μη ρευστοποίησης του τίτλου των εναγόντων.

Επίσης, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών διότι οι πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου για την αποκλειστική υπαιτιότητα των αναρεσειουσών στην πρόκλησή και έκταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς αμφότερα τα σκέλη του.

Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας την ένσταση συνυπαιτιότητας ως ουσία αβάσιμη και δη ότι έπρεπε να κρίνει το Εφετείο ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν διαφωτιστεί επαρκώς σχετικά με τους κινδύνους απώλειας του επενδεδυμένου κεφαλαίου τους και ότι αυτοί ανέλαβαν πλήρως τον κίνδυνο της επιλογής τους να προβούν στην αγορά του επίδικου ομολόγου και να το κρατούν στο χαρτοφυλάκιό τους, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Τέλος, η περαιτέρω αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η επικαλούμενη από τις εναγόμενες επιλογή της ρευστοποίησης του ομολόγου, κατά το χρόνο που η αξία του ήταν μειωμένη θα αποκαθιστούσε ενδεχομένως μικρό μέρος της ζημίας των εναγόντων, οι οποίοι δεν θα διατηρούσαν καμιά άλλη αξίωση αποζημίωσης από το ομόλογο, δεν έρχεται σε αντίφαση με τις πιο πάνω παραδοχές, αλλά συνιστά επάλληλη σκέψη του Εφετείου, η οποία αλυσιτελώς προσβάλλεται, αφού δεν προσβάλλεται επιτυχώς η ως άνω κύρια αιτιολογία του Εφετείου, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της (ολΑΠ 25/2003).

Από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ.

α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β' ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.

α'), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015).

Εξάλλου, η παράβαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, αφού η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση και πολύ περισσότερο εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του, διότι το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζουν οι νομικές αναλύσεις αλλά οι ουσιαστικές παραδοχές, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση (ΑΠ 1291/2010, ΑΠ 903/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με το πρώτο σκέλος του τέταρτου και τελευταίου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο ότι εσφαλμένως ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2251/1994 έκρινε ότι οι αντίδικοι υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή, περαιτέρω δε ότι, και αν ακόμη οι αντίδικοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή, παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 2251/1994, με το να δεχθεί ότι υφίσταται ευθύνη αποζημίωσής τους, δεδομένου ότι απέδειξαν πλήρως την έλλειψη τόσο της εκ μέρους τους παράνομης συμπεριφοράς όσο και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας και της παράνομης συμπεριφοράς τους.

Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο ουδόλως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων του Ν. 2251/1994 και γι' αυτό ο αντίθετος ισχυρισμός των αναιρεσειουσών στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της ένδικης από 17.12.2012 αγωγής προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι στήριξαν αυτήν κυρίως στην αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, λόγω της υπαίτιας παράβασης των υποχρεώσεών τους που απέρρεαν από την σύμβαση παροχής επενδυτικών - συμβουλευτικών υπηρεσιών που είχαν συνάψει και από τον Κώδικα Δεοντολογίας των εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) και επικουρικά στην αδικοπρακτική ευθύνη τους, λόγω της παραβίασης των διατάξεων του νόμου για την προστασία του καταναλωτή.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτήν κατά την κύρια βάση της, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας τις εναγόμενες να καταβάλουν στους ενάγοντες, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 109.600 ευρώ, αναφέροντας μάλιστα ρητά ότι παρέλκει η εξέταση της επικουρικής βάσης Κατά της απόφασης αυτής και κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή, παραπονέθηκαν οι εναγόμενες με την από 18.5.2017 έφεση και ζήτησαν την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της, η σε βάρος τους αγωγή, έφεση η οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δεν ασχολήθηκε με την επικουρική βάση της αγωγής, τη στηριζόμενη στην αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, βάσει των διατάξεων του Ν. 2251/1994 περί καταναλωτή, ούτε και μπορούσε να την ερευνήσει, αφού επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των εναγόντων κατά την κύρια βάση της.

Παρεμπιπτόντως και μόνον διαλαμβάνεται στη νομική σκέψη της προσβαλλόμενης ότι οι προϋποθέσεις στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, χωρίς στη συνέχεια και κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στις διατάξεις του ν. 2251/1994, τις οποίες και δεν εφάρμοσε για την ανάδειξη της αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτές και δη ότι δεν έλαβε υπόψη τις προταθείσες από αυτές απαλλακτικές της ευθύνης τους ρήτρες, που περιέχονταν στη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, για να καταλήξει στο πόρισμα περί απορρίψεως της έφεσής τους Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί, έναντι της κύριας αγωγικής βάσεως που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, συνιστούν (αιτιολογημένη) άρνηση και επομένως δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε εκ των πραγμάτων, αφού ρητά διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη α) ότι οι εναγόμενες δεν εκπλήρωσαν την απορρέουσα από τη σιωπηρά καταρτισθείσα με τους ενάγοντες σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών υποχρέωσή τους να προβούν σε σαφή, ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση αυτού για τη φύση και λειτουργία του υποδειχθέντος επενδυτικού προϊόντος, την εγγυήτρια και την εκδότρια αυτού, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, το οποίο γνώριζαν ότι ήθελαν να εξασφαλίσουν, δεδομένης και της έλλειψης σχετικής εξειδικευμένης εμπειρίας και γνώσης του αντιπροσώπου τους, αλλά και των ίδιων για τις επενδύσεις, και β) ότι η υποχρέωσή τους αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η εγγράφως καταρτισθείσα μεταξύ αυτών και των εναγόντων σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών περιέχει απαλλακτικές της ευθύνης τους ρήτρες, καθόσον, ανεξάρτητα από την εγκυρότητα ή μη των απαλλακτικών ρητρών, στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενες δεν περιορίστηκαν στην εκτέλεση της εντολής για την αγορά του ένδικου ομολόγου, αλλά προηγουμένως, δια των προστηθέντων τους, υπέδειξαν στον άνω αντιπρόσωπο των εναγόντων, ως ασφαλή, επωφελή και μηδενικού ρίσκου, την εν λόγω επένδυση και τον έπεισαν να την επιλέξει.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα, σε βάρος των αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Μαΐου 2019 αίτηση των: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της με αριθ. 1144/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ