Supreme Court dismisses appeal on direct violation grounds due to lack of factual basis and arbitrary evidence rejection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the first-instance judgment regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court arbitrarily rejected his evidence and failed to consider relevant documents proving ownership. The court found the appeal inadmissible because the appellant's claims lacked factual substance and did not meet the strict requirements for a direct violation of substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 para. 1, Art. 560 para. 5 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on direct violation of substantive law is inadmissible if the appellant fails to expose the actual facts necessary for the legal consequence or if the lower court's decision on facts is not reviewable on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 297 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 297 / 2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Λ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Καραγιάννη Του αναιρεσίβλητου : Χ. Τ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ξενοφώντα Νικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 38/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-9-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ' άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του, (δηλαδή στη φυσική του εξουσιάση με διάνοια κυρίου), για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (με έκτακτη χρησικτησία, πρωτύπως). Προσέτι, σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία (κτώμενοης αυτής παραγώγως). Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.
ΙΙ. Ο από τον αρ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Περαιτέρω, ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι, αυτοτελείς, ουσιώδεις και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στην θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ.
ΑΠ 469/84, ΑΠ 1182/12), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.
ΑΠ 11/96). Τέλος, κατά τον αρ. 6 του άνω άρθρου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάση, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελέγξει αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτιού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/92). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των άρ. 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας (ουσιαστικού) δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., διότι πλήττουν, την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
III. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων καταλογίζει ότι το ως Εφετείου δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας με την προσβαλλόμενη, 38/2018, απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ.560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι "έκρινε νόμιμη την υπό κρίση διεκδικητική αγωγή, με μοναδικά στοιχεία στο δικόγραφο τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος, για μόνο το λόγο ότι αναφέρει έκτακτη χρησικτησία, χωρίς καμία αναφορά ούτε σε συμφωνία μεταβίβασης, ούτε σε νόμιμη αιτία, ούτε σε μεταβιβάζοντα κύριο, ούτε σε τρόπο κτήσης της μεταβιβαζόμενης κυριότητας." Έτσι, κατά τον αναιρεσείοντα "παραβίασε ευθέως την ΑΚ 1033 και εκ πλαγίου την ΑΚ 1094".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων μοναδική βάση της ένδικης αγωγής είναι η κτήση κυριότητας του ενάγοντος με (κατ' άρθρο ΑΚ 1045) έκτακτη χρησικτησία σε συνδυασμό με το άρθρ. 1094 ίδιου κώδικος, αφού στο δικόγραφό της ο ενάγων ( - αναιρεσίβλητος) εκθέτει ότι χρησιδέσποσε (συνεχώς και αδιαλείπτως) το επίδικο ακίνητο (ως τμήμα μεγαλύτερου οικοπέδου), ήτοι το είχε στη φυσική του εξουσίαση με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στον προορισμό του διακατοχικές πράξεις (ενοίκηση στην εκεί υπάρχουσα οικία, επισκευή αυτής, στάβλιση ζώων, εναπόθεση καυσόξυλων στην αυλή, στάθμευση οχημάτων κ.λπ.), από το έτος 1959 έως τις 16-9-2015, οπότε αποβλήθηκε από τον εναγόμενο (- αναιρεσείοντα), ο οποίος (τότε) το περιέφραξε (εμβαδού 163,90 τ.μ.
στο ΒΔ μέρος του όλου, 489,79 μ², οικοπέδου, στην ...). Επομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο (ως Εφετείο) με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε τη νομιμότητα της ένδικης διεκδικητικής αγωγής ότι έχει έρεισμα στο άρθρ. 1045 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρ. 1094 ιδίου κώδικος, οπότε, στη συνέχεια, με βάση αυτό το νομικό έρεισμα προχώρησε στην περαιτέρω διερεύνηση, ανέπτυξε τις παραδοχές του αποδεικτικού του πορίσματος, και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 16/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαλιάδας, που δέχθηκε την άνω αγωγή.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το Πρωτοδικείο (που δίκασε ως Εφετείο) με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε την πλημμέλεια του αρ. 5 του άνω άρθρου, γιατί δεν έλαβε υπόψη προταθέντες ουσιώδεις ισχυρισμούς του. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων καταλογίζει ότι για την κατάλυση της αγωγής είχε ισχυριστεί ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από εκείνον και τους λοιπούς συγκυρίους και ότι σε ανύποπτο χρόνο είχε συμπεριλάβει ο ίδιος (αναιρεσείων) και οι συγκύριοί του το επίδικο στα περιουσιακά τους στοιχεία, τους ουσιώδεις δε αυτούς ισχυρισμούς είχε προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις και (είχε) επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης.
Στη συνέχεια, για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών αυτών ο αναιρεσείων αναφέρεται σε σε σχολιασμό μαρτυρικών καταθέσεων και δη: 1)Της μάρτυρος Ε. Λ., που είχε καταθέσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαλιάδος σε εκδίκαση αίτησης αναστολής της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης και 2) των μαρτύρων Χ. Χ., Γ. Κ. και Α. Μ., που είχαν δώσει ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου ...
Β. Λ.. Εν τέλει δε, κατά τον αναιρεσείοντα, οι ισχυρισμοί του αυτοί, που συνοδεύονταν από διάφορα αποδεικτικά μέσα (δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, φωτογραφίες, ένορκες βεβαιώσεις) άγουν στην παραδοχή ότι το επίδικο χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από αυτόν (αναιρεσείοντα) και τους λοιπούς συγκυρίους, ότι αυτός επέτρεπε τη χρήση του σε τρίτους, ότι το επίδικο ήταν οριοθετημένο σε σχέση με την ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου με περίφραξη, εκτός της οποίας βρισκόταν η κατασκευασθείσα απ' τον ενόρκως καταθέσαντα πιο πάνω Γ.Κ.
τουαλέτα, ότι η παραδοχή του ισχυρισμού του αυτού θα οδηγούσε στην αποδοχή της έφεσής του και, συνακόλουθα, στην απόρριψη της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ότι η προσβαλλομένη αγνόησε και παρέκαμψε τους άνω ισχυρισμούς του, που έτειναν στην κατάλυση των επίδικων δικαιωμάτων και την παρακώλυση παραγωγικών περιστατικών, επί των οποίων επιχειρούνται η θεμελίωσή τους, με αποτέλεσμα να δεχθεί τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου.
Αντίθετα, όπως έτι περαιτέρω αναφέρει ο αναιρεσείων, αν είχαν ληφθεί υπόψη οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του που αποδεικνύονταν με τα πιο παραπάνω αποδεικτικά μέσα, η αγωγή του αναιρεσιβλήτου θα είχε απορριφθεί, κατά τα ως άνω. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, γιατί τα υπό το περιεχόμενό του εκτιθέμενα δεν αποτελούν "πράγμα", κατά την έννοια του αρ. 5 του ανωτέρω άρθρου, ήτοι ουσιώδεις αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που στηρίζουν ένσταση ή αντένσταση, αλλά συνιστούν άρνηση της αγωγής, καθώς και επιχειρήματα του ανιρεσείοντος που συνάγονται από την αξιολόγηση του περιεχομένου των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων για την υποστήριξη των απόψεων του.
IV. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επιτρεπτώς επισκοπούμενες, έχουν ως ακολούθως: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος νέμεται και κατέχει ένα οικόπεδο έκτασης 489,79 τμ με την εντός αυτού ανώγεια οικία που βρίσκεται εντός του οικισμού ... της δημοτικής ενότητας ... του Δήμου ... που απεικονίζεται με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-15-16-17-18-19-20-21- 22-23-24-25-1 στο από Σεπτέμβριο του 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού Θ.
Ζ. και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. Τ., δυτικά και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Χ. Ν. βόρεια με κοινόχρηστη δημοτική οδό και νότια με την εθνική οδό Πατρών - Τριπόλεως (111). Τμήμα του ως άνω οικοπέδου έκτασης 163,90 τμ, που βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο του όλου ακινήτου και αποτυπώνεται με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-34-33-32- 31-30-29-28-27-26-22-23-24-25-1 στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, που συνορεύει ανατολικά με υπόλοιπο τμήμα του ως άνω οικοπέδου, δυτικά και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Χ.
Ν., βόρεια με κοινόχρηστη δημοτική οδό και νότια με υπόλοιπο τμήμα του όλου οικοπέδου, αποτελεί το επίδικο εδαφικό τμήμα η αξία του οποίου εκτιμάται στο ποσό των 8.200 ευρώ. Το επίδικο εδαφικό τμήμα βρίσκεται σε συνέχεια και σε επαφή με το υπόλοιπο ως άνω οικόπεδο, αποτελεί τμήμα του ακάλυπτου χώρου αυτού κατά τη βορειοδυτική πλευρά του και εντός αυτού βρίσκεται μία καρυδιά, διαχωρίζεται ωστόσο από το υπόλοιπο οικόπεδο με την οικία καθόσον το τελευταίο είναι τσιμεντοστρωμένο.
Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, συγγενής του ενάγοντος (πρώτος ξάδελφος αυτού) έχει γειτονική ιδιοκτησία που βρίσκεται βορείως του δημοτικού δρόμου που διέρχεται από την βόρεια πλευρά του ως άνω οικοπέδου του ενάγοντος και δη οικόπεδο εμβαδού 400 τμ με την εντός αυτού ισόγεια οικία που συνορεύει νότια με την ως άνω δημοτική οδό, κήπο έκτασης 500 τμ που συνορεύει νότια με το ως άνω ακίνητο και αποθήκη που συνορεύει και αυτή νότια με την ως άνω δημοτική οδό.
Περιήλθε δε σε αυτόν μετά το θάνατο του πατέρα του Ν. Λ. την 6 Δεκεμβρίου 1995 και δυνάμει της υπ'αριθ. .../1997 συμβολαιογραγικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Ν. Π., νομίμως μεταγεγραμμένης με την οποία ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών αποδέχεται το σύνολο της κληρονομιαίας από τον πατέρα του περιουσίας που περιλαμβάνει τα ως άνω αναφερόμενα ακίνητα αλλά και άλλα αγροτεμάχια εκτός οικισμού ...
της ευρύτερης κτηματικής περιφέρειας αυτής. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι οι ιδιοκτησίες των διαδίκων χωρίζονται από τον δημοτικό δρόμο που διατρέχει τον οικισμό της ... και η μεν ιδιοκτησία του ενάγοντος και το επίδικο βρίσκονται νοτίως του δρόμου αυτού και ο δρόμος αποτελεί το βόρειο σύνορο τους, η δε ιδιοκτησία του εναγόμενου βρίσκεται βορείως αυτού και ο δρόμος αποτελεί το νότιο σύνορο της.
Ο δρόμος αυτός διανοίχτηκε περί τα έτη 1973 - 1974 ενώ πριν την διάνοιξή του σε δημοτικό δρόμο υπήρχε δρομάκι (σχ. τα υπ'αριθ. 32/2017 πρακτικά συνεδρίαση του Ειρηνοδικείου Αμαλιάδας για τη συζήτηση αίτησης αναστολής επί τη βάσει της υπό κρίση έφεσης και η κατάθεση της μάρτυρος Ε. Λ. του Θ.). Επομένως, το επίδικο ουδέποτε ήταν σε επαφή με την ιδιοκτησία του εναγόμενου αλλά πάντα χωριζόταν αρχικά από το δρομάκι και σε κάθε περίπτωση και από τα έτη 1973 -1974 από τον διανοιχθέντα δημοτικό δρόμο.
Ο ενάγων υπεισήλθε στον νομή του ως άνω οικοπέδου του περί το έτος 1959, όταν αυτό του παραχωρήθηκε άτυπα από τον πατέρα του Π. Τ. του Χ., όταν τέλεσε γόμο με την σύζυγο του Β. Χ. για λόγους οικονομικής αυτοτέλειας. Έκτοτε ασκούσε σε αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και συγκεκριμένου ενοικούσε στην υπάρχουσα εντός αυτού οικία, την οποία επισκεύασε, χρησιμοποιούσε τον ακάλυπτο χώρο του όλου οικοπέδου, όπου και το επίδικο, ως την αυλή αυτού εναποθέτωντας καυσόξυλα, έχοντας κατασκευάσει εξωτερική τουαλέτα την οποία χρησιμοποιούσε μέχρι και το έτος 1985 οπότε κατασκευάστηκε προσθήκη τουαλέτας στο ανώγειο σπίτι, τα δε υπολείμματα της εξωτερική τουαλέτας υπάρχουν ακόμα και σήμερα όπως και οι δύο πλευρές δέχονται.
Η τουαλέτα αυτή εξυπηρετούσε το παλιό κατώγειο σπίτι πριν την προσθήκη του ανωγείου και της τουαλέτας σε αυτό. Επιπλέον, ο ενάγων χρησιμοποιούσε τον ακάλυπτο αυτό χώρο για την στάθμευση των οχημάτων των μελών της οικογένειάς του και των επισκεπτών του, τον χρησιμοποιούσε δε και ως χώρο συγκέντρωσης σε εορταστικές και οικογενειακής εκδηλώσεις, όπως για το ψήσιμο του αρνιού το Πάσχα, εκμεταλλευόμενος το φυσικό ίσκιο που παρείχε η εντός αυτού καρυδιά.
Ο ενάγων προσκομίζει και επικαλείται φωτογραφίες του επιδίκου, ληφθείσες στο παρελθόν και σε ανύποπτο χρόνο (βλ. φωτογραφίες 20, 21, 22, 23, 24, 26), στις οποίες εμφαίνεται η τοποθέτηση μεγάλου όγκου καυσόξυλων στην νότια πλευρό του επιδίκου, εμφαίνεται δε το επίδικο πριν από την τσιμεντόστρωση του λοιπού οικοπέδου (βλ.
φωτογραφία 24), όπου καθίσταται σαφές ότι το επίδικο ήταν σε επαφή με το σπίτι και σε συνέχεια με το όλο οικόπεδο, χωρίς να διαχωρίζεται από αυτό. Στις εν λόγω δε φωτογραφίες εμφανίζονται σταθμευμένα στο επίδικο και κάτω από τον ίσκιο της καρυδιάς τα κατά καιρούς ανήκοντα στον γαμπρό του ενάγοντος Γ. Σ. αυτοκίνητα υπ'αριθ κυκλοφορίας ΒΚ ...
και ΑΧΗ ... (σχ. αντίγραφα αδειών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων αυτών που εκδόθηκαν το έτος 1991 και 1993 αντίστοιχα). Αποτυπώνεται δε οικογενειακή συγκέντρωση κατά το ψήσιμο του αρνιού του Πάσχα και η ύπαρξη κούνιας κρεμασμένη από την καρυδιά. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι το επίδικο βρισκόταν και βρίσκεται σε λειτουργική συνεχεία και εξάρτηση από το λοιπό οικόπεδο του ενάγοντος και έχει τη χρήση της αυλής της οικίας του ενάγοντος.
Όσον αφορά δε τη χρήση της τουαλέτας είναι σαφές και σύμφωνο προς την κοινή λογική ότι η χρήση αυτής γινόταν από τους ενοίκους της πλησίον αυτής οικίας του ενάγοντος και όχι από τον εναγόμενο η οικία του οποίου είναι πάνω από το δρόμο (ο οποίος όπως αναφέρθηκε υφίσταται από τα έτη 1973 - 1974) και σε απόσταση από την τουαλέτα.
Είναι απίθανο δε η χρήση αυτής να γινόταν από τον εναγόμενο και να χρειάζεται να διασχίσει απόσταση αλλά και το δρόμο για να κάνει χρήση της τουαλέτας. Εξάλλου, ο ενάγων τουλάχιστον από το 2010 περιλαμβάνει το όλο οικόπεδο συνολικής έκτασης 490 τμ και επομένως και το επίδικο στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης - Ε9 (σχ.
δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης ετών 2010, 2011, 2012,2013, 2014, 2015) αλλά και στη δήλωση ΕΝΦΙΑ του 2015 (βλ. αντίγραφο αυτής). Το γεγονός αυτός είναι χαρακτηριστικό της διάνοιας κυρίου που έχει ο ενάγων για το επίδικο, καθόσον θεωρεί αυτό περιουσιακό του στοιχείο και σταθερά και πριν ανακύψει η αντιδικία με τον εναγόμενο έχει περιλάβει αυτό στις επίσημες δηλώσεις τους προς τις αρμόδιες αρχές για τα περιουσιακά του στοιχεία.
Οι ως άνω αποδεικνυόμενες κατά τα ανωτέρω πράξεις νομής του ενάγοντος επί του επιδίκου επιβεβαιώνονται τόσο από το μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου γαμπρό του ενάγοντος Γ. Σ., ο οποίος έχει ιδία άποψη από το έτος 1984 για το επίδικο, αλλά και ο μάρτυρας των εναγόμενων επιβεβαίωσε την ύπαρξη της εξωτερικής τουαλέτας του ενάγοντος στο επίδικο. (βλ.
υπ'αριθ.16/2017 πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Οι μάρτυρες του εναγόμενου που κατέθεσαν στα πλαίσια των ως άνω αναφερόμενων ενόρκων βεβαιώσεων που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο εναγόμενος, κάνουν λόγο για διακατοχικές πράξεις στο επιδίκου από τον εναγόμενο με την τοποθέτηση ξυλείας για το τζάκι και κεραμιδιών, με τη χρήση του ως χώρο στάθμευσης, με την περιποίηση της καρυδιάς ακόμη και ότι η τουαλέτα χτίστηκε και χρησιμοποιείτο από τον εναγόμενο.
Πλην όμως οι εν λόγω καταθέσεις δεν κρίνονται πειστικές γιατί αναιρούνται από αντικειμενικά στοιχεία και δη το γεγονός ότι το επίδικο ήταν πάντα σαφώς διαχωρισμένο από την ιδιοκτησία του εναγόμενου με το δρόμο τουλάχιστον από τα έτη 1973 - 1974 οπότε αυτός διανοίχτηκε αλλά και πριν από το προϋπάρχον μονοπάτι, δεν βρισκόταν σε καμία λειτουργική εξάρτηση και συνέχεια με την ιδιοκτησία του, οι διακατοχικές πράξεις που επικαλούνται οι μάρτυρές του δεν επιβεβαιώνονται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο (π.χ.
φωτογραφίες), ο ισχυρισμός σε σχέση με τη χρήση της τουαλέτας από τον εναγόμενο είναι καταφανώς παράλογος. Το σπουδαιότερο όμως και σημαντικότερο είναι ότι ο εναγόμενος δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο αυτό ούτε μία δήλωση περιουσιακής κατάστασης στην οποία να φαίνεται ότι δηλώνει το επίδικο ως ιδιοκτησία του, ενώ στην ως άνω συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατέρα του στην οποία προέβη το έτος 1997 και από το περιεχόμενο της οποίας είναι σαφές ότι αποδέχεται το σύνολο της περιουσίας αυτού, δεν περιέλαβε το επίδικο, για το οποίο ισχυρίζεται ότι ανήκε κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον πατέρα του Ν.
Λ., ώστε να το κατοχυρώσει με τίτλο, όπως έκανε για την λοιπή περιουσία του πατέρα του, προερχόμενη όλη από έκτακτη χρησικτησία αυτού. Επιπλέον δεν προέβη ποτέ σε οποιαδήποτε είδους σαφούς οριοθέτησης του επιδίκου και διαχώρισής του από το λοιπό οικόπεδο του ενάγοντος δεδομένου ότι ο τελευταίος επεδείκνυε αναμφισβήτητα βούληση εξουσίασης αυτού.
Ενόψει αυτών αποδεικνύεται ότι ο ενάγων από το έτος 1959 νέμεται και κατέχει το επίδικο, ασκώντας τις ως άνω αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις μέχρι και το χρόνο της κατάληψης αυτού το 2015, έχοντας καταστεί επομένως κύριος αυτού λόγω έκτακτης χρησικτησίας. Αντίθετα, ο εναγόμενος δεν κατάφερε να αποδείξει πράξεις νομής επί του επιδίκου από το έτος 1974 που ισχυρίζεται ότι του παραδόθηκε αυτό από τον πατέρα του και επομένως ο αρνητικός ισχυρισμός του περί ιδίας κυριότητας, που επαναφέρεται και ως λόγος έφεσης είναι απορριπτέος καθώς και ο συνεχόμενος με αυτόν ισχυρισμός περί παραγραφής και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Ο ισχυρισμός δε περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος άλλως εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής, που επαναφέρεται και ως λόγος έφεσης, δεν αποδεικνύεται βάσιμος αφού δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι το όλο οικόπεδο όπου και το επίδικο ανήκουν στην κυριότητα άλλου και δη της συζύγου του ενάγοντος Β.
Τ.. Μόνη δε η αναγραφή σε συμβόλαιο γονικής παροχής του ενάγοντος προς την κόρη του Μ. Τ. του οικοπέδου αυτού ως ιδιοκτησία της ως άνω συζύγου του ενάγοντος δεν αρκεί προς τούτο αφού από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε κάτι τέτοιο και όλα τα χρόνια το οικόπεδο άλλα και το επίδικο δηλώνεται ως ιδιοκτησία του ενάγοντος.
Την 16.9.2015 ο εναγόμενος και ενώ ήδη από το καλοκαίρι του 2015 είχε αρχίσει να αμφισβητεί την κυριότητα του εναγόμενου προέβη στην αυθαίρετη και παράνομη κατάληψη του επιδίκου, τοποθετώντας περίφραξη με σιδερένιους πασσάλους κατά τη βορειοδυτική πλευρά αυτού ώστε να μην είναι εφικτή η πρόσβαση του ενάγοντος σε αυτό, αποβάλλοντάς τον με τον τρόπο αυτό.
Επομένως και σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα ο εναγόμενος έχει υποχρέωση να αποδώσει το επίδικο και να επαναφέρει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση συμφώνως προς το σωρευόμενο στην αγωγή του νόμιμο αίτημα αποκατάστασης των πραγμάτων ήτοι in natura αποκατάστασης της ζημίας του λόγω και της παράνομης κατάληψης του επιδίκου (άρθρα 297, 914, 1099 ΑΚ βλ.
και ΟλΑΠ 4/2016) από τον εναγόμενο.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτή την αγωγή του ενάγοντος και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου, υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει αυτό καθώς και να επαναφέρει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση ορθώς εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και οι περί του αντιθέτου ως άνω λόγοι έφεσης είναι απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι". Μετά ταύτα (όπως προαναφέρεται) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσειοντος.
V. Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι το Πρωτοδικείο (που δίκασε ως Εφετείο) με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 6 του άνω άρθρου διότι σε ουσιώδες ζήτημα, διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και δη: "α)Δεν διαλαμβάνει επαρκείς σκέψεις που να θεμελιώνουν λογικά την παραδοχή της, ότι ο δημοτικός δρόμος αποτελεί το όριο μεταξύ της ιδιοκτησίας αυτού (αναιρεσείοντος) και του αναιρεσιβλήτου.
Προσέτι δε αυτός (αναιρεσείων), ότι η αναιρεσίβαλλόμενη επικαλείται την ύπαρξη δημοτικού δρόμου για να θεμελιώσει την παραδοχή της περί δήθεν ύπαρξης συνόρων μεταξύ της ιδιοκτησίας του (αναιρεσείοντος) και αυτής του αναιρεσιβλήτου, επικαλούμενη, (όπως ακόμη ισχυρίζεται ο αναιρεσείων), την κατάθεση της μάρτυρός του (αναιρεσείοντος), όπως αποτυπώνεται στα πρακτικά της 32/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαλιάδας, πλην όμως (κατά τον αναιρεσείοντα) στην κατάθεση αυτή, όπως και στην κατάθεση του μάρτυρός του (αναιρεσείοντος) ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Α.
Μ., αυτό που ανεφέρθη ήταν ότι ο κοινοτικός - δημοτικός δρόμος πέρασε εντός της δικής του (αναιρεσείοντος) ιδιοκτησίας, επομένως (κατά τον αναιρεσείοντα) διαχώρισε τη δική του ιδιοκτησία και όχι εκείνου του αναιρεσιβλήτου, όπως εσφαλμένα εξέλαβε η προσβαλλόμενη. β)Κατά σοβαρή και κρίσιμη αντίφαση, αφενός θεωρεί ότι η τουαλέτα έχει κατασκευασθεί από τον αναιρεσίβλητο λόγω της τοπικής εγγύτητας ως προς την οικία του και αφετέρου ερείζοντας το σκεπτικτό του στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο δημοτικός - κοινοτικός δρόμος διαχώρισε τις δύο ιδιοκτησίες, ενώ στην πραγματικότητα εισήλθε εντός του δικού του (αναιρεσείοντος) ακινήτου, παρότι προσεκόμισε ένορκη βεβαίωση από τον κατασκευαστή της τουαλέτας, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι έγινε κατ' εντολή του πατέρα του (αναιρεσείοντος).
γ)Δέχεται αυθαίρετα, εσφαλμένα και χωρίς καμία αιτιολόγηση, ότι οι πράξεις νομής του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου επιβεβαιώνονται τόσο, από τον μάρτυρα απόδειξης αλλά και από τον μάρτυρα του αναιρεσείοντος, που επιβεβαίωσε την ύπαρξη της εξωτερικής τουαλέτας του ενάγοντα στο επίδικο, ενώ τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, που είχαν δώσει ένορκες βεβαιώσεις, έκρινε ως μη πειστικές και αναιρούμενες από αντικειμενικά στοιχεία και δη από το ότι το επίδικο ήταν πάντα σαφώς διαχωρισμένο από την ιδιοκτησία του (αναιρεσείοντος) με το δρόμο τουλάχιστον από τα έτη 1973-1974, οπότε αυτός διανοίχτηκε, αλλά ότι και πριν (διαχωριζόταν) από το προϋπάρχον μονοπάτι, ότι δεν βρισκόταν σε καμία λειτουργική εξάρτηση και συνέχεια με την ιδιοκτησία του (αναιρεσείοντος), ότι οι διακατοχικές πράξεις που επικαλούνται οι μάρτυρές του δεν επιβεβαιώνονται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο (π.χ.
φωτογραφίες) και ότι ο ισχυρισμός σε σχέση με τη χρήση της τουαλέτας από τον αναιρεσείοντα (- εναγόμενο) είναι καταφανώς παράλογος. Εν τούτοις, όπως συνεχίζει τις αιτιάσεις του ο αναιρεσείων, η απόρριψη του συνόλου των αποδεικτικών του μέσων είναι αυθαίρετη και εσφαλμένη, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στις ένορκες βεβαιώσεις ή αποτυπώνονται στις φωτογραφίες είναι σε πλήρη συνάρτηση και εξάρτηση με τη διάνοιξη του κοινοτικού δρόμου, ο οποίος έγινε στα μέσα της δεκαετίας του 1970.
Ότι, επομένως, δεν είναι νοητή η απόρριψή τους, επειδή διανοίχθηκε ένας δρόμος, όπως άλλωστε (κατά τον αναιρεσείοντα) κατέθεσαν ενόρκως και οι μάρτυρες, ότι ο δρόμος αυτός διέσχισε το ακίνητο του δικαιοπαρόχου πατέρα του (αναιρεσείοντος) προς διευκόλυνση της κοινότητας και δ) περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθώς ενώ εκλαμβάνει ως αρκετές για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσιβλήτου τις δικές του δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης, αγνοεί τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτόν (αναιρεσείοντα) έγγραφα, ήτοι αντίγραφο της περιουσιακής κατάστασης των ακινήτων του", κατά τα ειδικότερα (στο αναιρετήριο) αντιστοίχως εκτιθέμενα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, γιατί υπό την επίφασή της προειπωθείσας πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα, ανέλεγκτη αναιρετικώς, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη.
VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στον ηττώμενο αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (αρθρ. 176,183, 191 § 2, 495 § 3 Κ.Πολ.Δ.), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-9-2018 αίτηση του Β. Λ. περί αναιρέσεως της 38/2018 αποφάσεως του (ως Εφετείου δικάσαντος) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700 ευρώ).
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ