Appeal dismissed because the appellant failed to specify material facts in the appeal petition regarding inadmissible evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant argued that the Second Instance Court improperly considered two third-party statements as evidence, which were allegedly inadmissible under Greek law. However, the Court ruled that the appeal petition failed to explicitly state that this inadmissibility was raised before the Second Instance Court, as required by law. Furthermore, the appeal petition did not clearly identify the specific material facts the Second Instance Court accepted as the basis for its judgment. Consequently, the Court could not verify whether the alleged error in admitting evidence actually led to an incorrect verdict, resulting in the dismissal of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; Article 562(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal petition alleging a violation of substantive law must explicitly state the material facts accepted by the court of first instance, as the admissibility of evidence depends on the correctness of the operative part derived from those facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 297 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 297/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γρηγορίου Καρπούζη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Γ. του Θ. κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαρίλαου Τριανταφύλλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν η 98/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 40/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τα άρθρα 118 παρ. 4, 566, παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( αρθρ.559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.
Και τούτο διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (αρθρ. 578 Κ.ΠολΔ), το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Εξάλλου δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ή με άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998,20/2005). 2.Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο,δεύτερο,έκτο και έβδομο λόγους της αίτησης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι δεχόμενο το Εφετείο,ότι η ένδικη έννομη σχέση που συνέδεε τον αναιρεσείοντα- ενάγοντα με τον αναιρεσίβλητο- εναγόμενο ήταν σύμβαση έργου και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι ο τραυματισμός αυτού δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την συμπεριφορά του εναγομένου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου :
α)τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ,6 του ν.765/1943 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εις.ΝΑΚ και άρθρο1 ν.2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων...", οι οποίες ορίζουν την έννοια της σύμβασης εργασίας και εισάγουν τεκμήριο(μαχητό) υπέρ αυτήςκαι β) τις διατάξεις των άρθρων 914,932ΑΚ,1,16 παρ.1 κν551/1915 " Περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών", άρθρα 3 και 4ν.1396/1983 "περί μέτρων ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα".
Όμως οι λόγοι αυτοί,κατά το μέρος που αποδίδονται οι προαναφέρομενες αναιρετικές πλημμέλειες είναι προεχόντως αόριστοι.Τούτο διότι,στο αναιρετήριο εκτίθενται μόνο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης,η έννοια που αποδίδει ο ίδιος στις διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάστηκαν και το συμπέρασμα του δικαστηρίου χωρίς όμως να διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος ως αβάσιμης),ούτε εκτίθεται σε τι συνίσταται η παραβίαση ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης,έτσι ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή των λόγων αναίρεσης από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.Επίσης, ουδεμία διαλαμβάνεται παραδοχή σε σχέση με τις συνθήκες τραυματισμού του αναιρεσείοντος και την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, ενώ, οι αναφερόμενες αποσπασματικά, μεμονομένες αιτιολογίες, (παραδοχές) ως προς τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση,τις οποίες ο αναιρεσείων θεωρεί αντιφατικές και ασαφείς δεν επαρκούν ώστε να ελεχθεί,με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η επικαλούμενη εκ πλαγίου παραβίαση των φερομένων ως παραβιασθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί ελέγχονται απαράδεκτοι.Επίσης, η επίκληση στους ανωτέρω λόγους των αναιρετικών πλημμελειών από τους αρ.8,9,10,11,12,15,17και 20 άρθρου 559ΚΠολΔ,χωρίς αντίστοιχο πραγματικό, δεν ιδρύει τους από τις διατάξεις αυτές αντίστοιχους λόγους αναίρεσης . 3. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Επομένως πράγμα υπό την έννοια αυτή είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003) αλλά και αν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Π. 11/1996,271/2017). 4.Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης, κατ' ορθή εκτίμηση, ψέγεται η προσβαλλομένη ότι, κατόπιν εξαφάνισης της εκεί εκκαλουμένης κατά παραδοχή λόγου έφεσης του εναγομένου-εδώ αναιρεσιβλήτου,κατά την εκδίκαση της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-ενάγοντος ότι η ένδικη σύμβαση ήταν σύμβαση εργασίας.Από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης προκύπτει, ότι το Εφετείο τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη,αφού κατά τις παραδοχές "η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν σύμβαση έργου και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας(που υποστηρίζει ο ενάγων) και μάλιστα αορίστου χρόνου" .Επομένως,εφόσον το Εφετείο, κατά τα ανωτέρω αντιμετώπισε τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε,ο λόγος αυτός,από τον αρ.8 άρθρου559ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Τέλος,μόνη η επίκληση με το λόγο αυτό των πλημμελειών από τους αρ.1,9, και 10 άρθρου 559 ΚΠολΔ,χωρίς αντίστοιχο πραγματικό δεν ιδρύει τους από τις διατάξεις αυτές λόγους. 5. Κατά την έννοια του άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων προς απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, απ` αυτά δε παρέπεται ότι για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει τ` αποδεικτικά μέσα να είναι χρήσιμα για την απόδειξη των γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, που επιδρά δηλ.
στο διατακτικό της απόφασης. Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή. Δεν θεμελιώνεται, όμως ο σχετικός λόγος, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά το λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία.(ΑΠ867/2011). 6.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα και τις άλλες αποδείξεις που αναφέρονται εκεί, ειδικότερα την περιεχόμενη στα 1705,1756/2015 πρακτικά και απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου, και που ο αναιρεσείων είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιόν του, από τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύεται ότι απασχολήθηκε με σχέση εξαρτημένης εργασίας στον αναιρεσίβλητο εναγόμενο.
Όμως, από την διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από το περιεχόμενο αυτής, στο οποίο γίνεται ρητή μνεία στις επικαλούμενες ένορκες βεβαιώσεις 825 και 826/2015 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κορίνθου και ειδική αναφορά στα πρακτικά και απόφαση 1705,1756/2015 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, και τις αιτιολογίες της απόφασης σχετικά με το προβαλλόμενο με τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης ζήτημα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης και του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα.Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.11περ.γ ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
7. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις. Εξάλλου,κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο είναι εφαρμοστέο στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου ασκήσεως της αγωγής και της έφεσης, το δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Η μαρτυρία τρίτου, που δίδεται έστω και με τη δήλωση του άρθρου 8 του ν.1599/86, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ, για την εξέταση των μαρτύρων, αποτελεί αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο.. Η ως άνω ανώμοτη μαρτυρία αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αν δόθηκε, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικό μέσο σε ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη (ΟλΑΠ 8/1987,ΑΠ394/2012,528/2018).
8. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις από 25-11-2015 προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο τελευταίος επικαλέστηκε ως μέσο απόδειξης, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων,δυο δηλώσεις τρίτων και συγκεκριμένα τις από 30-11-2011 και από 26-10-2011υπεύθυνες δηλώσεις, σε έντυπα του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 των Α.
Μ. και Χ. Κ., αντιστοίχως. Τις εν λόγω δηλώσεις-μαρτυρίες το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τις συνεκτίμησε με τις άλλες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή του πιο πάνω αποδεικτικού πορίσματός του. Ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης,από τον αριθ.11 περ.
α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη τις πιο πάνω δυο δηλώσεις, οι οποίες αποτελούν αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο. Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το ως άνω απαράδεκτο προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) από τον αναιρεσίβλητο και δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Πέραν τούτου, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι ως άνω δηλώσεις δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στην προκειμένη δίκη. Επομένως, οι δηλώσεις αυτές, ως άκυρα απλώς αποδεικτικά μέσα (μαρτυρίες), όχι δε και ανυπόστατα, δεν ήταν ανεπίτρεπτο να χρησιμοποιηθούν στην προκειμένη δίκη.Επομένως.ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.
9. Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 40/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ