297/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated297/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 297 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 297/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)Ε. Τ. του Θ., κατοίκου ..., 2)Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., 3)Θ. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Των αναιρεσίβλητων:1)Α. Τ. του Γ., συζ. Χ. Τ., κατοίκου ..., 2)Β. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 3)Φ. συζ. Π. Μ., το γένος Χ. Τ., κατοίκου ..., 4)Ι. Τ. του Χ., κατοίκου ... 5)Ν. Τ. του Χ., κατοίκου ...,6)Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 7)Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ξενοφώντα Νικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2011 του ιδίου Δικαστηρίου, 54/2013 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5-2-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 3-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου αυτού, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (11/1/2017), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν και εκπροσωπήθηκαν νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Νικολάου μόνον οι αναιρεσίβλητοι, ενώ αντίθετα, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από τις 10218 και .../7.10.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Χ.
Μ. και από τις σχετικές επισημειώσεις του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Χ. στα επιδοθέντα στους αναιρεσίβλητους ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι τελευταίοι. Επομένως, αφού οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Κατά το άρθρο 798 ΑΚ η λύση της κοινωνίας επέρχεται με διανομή, ενώ κατά το άρθρο ΑΚ κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να απαιτήσει οποτεδήποτε τη λύση της κοινωνίας, εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείεται από δικαιοπραξία ή από τον προορισμό του κοινού πράγματος για κάποιο διαρκή σκοπό. Αν συμφωνήσουν όλοι οι κοινωνοί, η λύση είναι εκούσια και η σχετική συμφωνία έχει τη μορφή σύμβασης.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 800 ΑΚ η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας να διαιρεθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης αυτούσια διανομή είναι η φυσική διαίρεση του κοινού αντικειμένου σε περισσότερα μέρη, ώστε κάθε κοινωνός ή ομάδα κοινωνών να αποκτήσει αποκλειστικό δικαίωμα σε ένα από αυτά τα μέρη ίσο κατ’ αξία προς την ιδανική μερίδα επί του κοινού αντικειμένου.
Η αυτούσια διανομή, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με συμφωνία όλων των μερών είτε με δικαστική απόφαση, γίνεται με διάφορους τρόπους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η διαίρεση του κοινού αντικειμένου σε μέρη ανάλογα των μερίδων των κοινωνών ή με τη σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών, εφόσον αυτή είναι εφικτή και συμφέρουσα, δεν αντιβαίνει δηλαδή στο συμφέρον των λοιπών συγκοινωνών.
Ειδικότερα, σε περίπτωση συγκυριότητας οικοπέδου που έχει οικοδομηθεί και δεν έχει υπαχθεί προηγουμένως σε καθεστώς οριζόντιας ιδιοκτησίας, είναι δυνατή η αυτούσια διανομή με σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών κατ’ ορόφους, μέρη ορόφων ή με σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών σε ξεχωριστά μέρη του οικοπέδου. Ως οριζόντια δε ιδιοκτησία, σε περίπτωση που επιλεγεί με συμφωνία των συγκυρίων του όλου ακινήτου η αυτούσια διανομή με τη σύσταση οροφοκτησίας επί του μοναδικού υπάρχοντος σε αυτό οικοδομήματος (άρθρο 14 εδάφ. 1 του ν.3741/1929) νοείται η ιδιαίτερη μορφή κυριότητας επάνω σε ακίνητο, η οποία αποτελείται από δύο στοιχεία, αφενός μεν από την αποκλειστική, αυτοτελή και ανεξάρτητη κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα αυτού, αφετέρου δε από την αναγκαστική συγκυριότητα επί του εδάφους και των κοινών μερών της οικοδομής (ακίνητο, θεμέλια, πρωτότοιχοι, κλιμακοστάσιο, αυλή κ.λ.π.) που τίθεται για την εξυπηρέτηση του πρώτου.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο κατά το έτος 1333 αποβιώσας, χωρίς διαθήκη, Γ. Τ. του Χ., άφησε πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του, Β. και τα τέσσερα παιδιά του, ήτοι τους Θ., Χ., Α. και Φ., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά του.
Έτσι οι ανωτέρω κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και κατά ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου καθένας των λοιπών, όλων των κληρονομιαίων ακινήτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και το επίδικο και, συγκεκριμένα, μία ανώγειος λιθόκτιστη οικία χτισμένη επί οικοπέδου 404,91 τ.μ. το οποίο βρίσκεται εντός του οικισμού της κοινότητας ...
και συνορεύει ανατολικά με κοινοτικό δρόμο, δυτικά με κοινοτικό αύλακα και πέραν αυτού με οικόπεδο Σ. Π., βόρεια με οικόπεδο Τ. Α. και νότια με τοιχίο αντιστήριξης και πέραν αυτού με άλλο ακίνητο ("γιούρτι") έκτασης 1.234,26 τ.μ. το οποίο επίσης περιλαμβανόταν στα κληρονομιαία ακίνητα. Με το …1934 συμβόλαιο του άλλοτε Συμβ/φου Αποδοτίας Γεωργίου Γιαννακοπούλου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο … και με αριθμό …, η σύζυγος του ανωτέρω αποβιώσαντος, Β. Τ., μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, την ιδανική της μερίδα επί των παραπάνω ακινήτων, στα τέσσερα παιδιά της, κατ’ ισομοιρίαν, τα οποία με αυτό τον τρόπο κατέστησαν συγκύριοι των κληρονομιαίων ακινήτων (ήτοι και του επιδίκου) κατά ποσοστό 25% καθένας.
Στη συνέχεια με το …1934 διανεμητήριο συμβόλαιο του ιδίου ως άνω Συμβ/φου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … και με αριθμό …, τα ανωτέρω τέσσερα αδέλφια, διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους. Στο παραπάνω συμβόλαιο, όσον αφορά το επίδικο, αναφέρονται τα εξής: "...
Οι δε έτεροι συμβαλλόμενοι αδελφοί Χ. και Θ. Γ. Τ., λαμβάνουσι εις την πλήρη κατοχήν και κυριότητά των τα εξής κτήματα και ως εξής: την εντός του χωρίου ευρισκομένην οικίαν μετά του συνεχούς γιουρτίου, το μεν ανατολικόν ήμισυ οικίας ανωγείου και υπογείου και γιουρτίου λαμβάνει ο Χ., υπό τον όρον και την υποχρέωσιν όπως εις το βόρειον δωμάτιον της αναλογίας του κατοικεί εφ’ όρου ζωής η μήτηρ των Β.
Γ. Τ.. Το έτερον δε ήμισυ και προς δυσμάς λαμβάνει ο Θ.ς ανώγειον και υπόγειον και του συνεχομένου αναλογούντος γιουρτίου του προς δυσμάς κειμένου. Ενταύθα εδήλωσεν ότι η οικία θέλει χωρισθεί ακριβώς εις το μέσον αυτής από βορράν προς νότον δια λιθοκτίστου τοίχου καταλήγοντος εις το νότιον μέρος ένθα κείται η θύρα εξώστου ήτις θέλει κτισθή δια του τοίχου, τα δε έξοδα της κτίσεως αυτού επιβαρύνει τον Χ.
ως και δια την επέκτασιν του εξώστου του προς Νότον κειμένου και το άνοιγμα της θύρας του εξώστου και το μέρος του δωματίου του Θ. ...". Από το ως άνω περιεχόμενο του ...1934 συμβολαίου με σαφήνεια συνάγεται ότι η βούληση των συμβαλλομένων αδελφών, όσον αφορά το επίδικο ακίνητο (οικία μετά του οικοπέδου της) ήταν η αυτούσια διανομή, τόσον αυτού, όσον και του συνεχομένου "γιουρτίου", λόγος για τον οποίο και επακριβώς καθόρισαν τον τρόπο διανομής της οικίας σε δύο διαιρετά τμήματα.
Ανεξαρτήτως του αν ο καθορισθείς με το ως άνω συμβόλαιο τρόπος διανομής της οικίας υλοποιήθηκε ή όχι δεν μπορεί να γίνει λόγος εν προκειμένω για σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας με το προαναφερθέν συμβόλαιο, όπως αβάσιμα οι ενάγοντες ισχυρίζονται με την ένδικη αγωγή, γιατί κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του.
Ενώ εξάλλου δεν μπορεί να γίνει λόγος και για σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας με χρησικτησία, γιατί τούτο δεν προβλέπεται από το νόμο. Μετά τον επισυμβάντα το έτος 1984 θάνατο του Χ. Τ. το ανήκον σε αυτόν ανατολικό τμήμα της οικίας μετά του συνεχομένου "γιουρτίου", περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και, συγκεκριμένα, στη σύζυγό του Κ.
και στα παιδιά του Β., Φ., Ι., Ν., Α. και Γ. κατά ποσοστό 6/24 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη και κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου σε καθένα των λοιπών, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομιά αυτή με το .../1984 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Ευπαλίου Γεωργίας Παπαγεωργίου - Κωνσταντινίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών.
Μετά δε και τον επισυμβάντα το έτος 2001 θάνατο της εκ των ανωτέρω Κ. χήρας Χ. Τ., το ανήκον σε αυτήν εξ αδιαιρέτου ποσοστό στο επίδικο ακίνητο, περιήλθε στα παραπάνω παιδιά της (υπό στοιχεία ... εναγομένου), ήτοι στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, κατ’ ισομοιρίαν, έτσι ώστε οι τελευταίοι, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους με τις ...2002 πράξεις της Συμβ/φου Ναυπάκτου Μαρίας Αμαριωτάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου που προαναφέρθηκε κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου καθένας.
Ακολούθως οι ανωτέρω εναγόμενοι με ...2004 -συμβόλαιο της Συμβ/φου Πατρών Μαρίας Αμαριωτάκη, νόμιμα μεταγεγραμμένου, άφησαν σε κοινή χρήση τμήμα του παραπάνω ακινήτου τους έκτασης 6,52 τ.μ., έτσι ώστε να το καταστήσουν οικοδομήσιμο, έχοντος του απομένοντος οικόπεδου τους έκταση 778,55 τ.μ. Στη συνέχεια οι ανωτέρω εναγόμενοι με ...2004 συμβόλαιο της ιδίας ως άνω Συμβ/φου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, το παραπάνω ακίνητό τους, υπήγαγαν στις περί καθέτου ιδιοκτησίας διατάξεις, έτσι ώστε δύο τμήματα του πιο πάνω οικοπέδου τους αποτέλεσαν χωριστές και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα: 1) αποτέλεσε κάθετη ιδιοκτησία το εμφανιζόμενο στο από Ιανουαρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Τ., με τα στοιχεία ΤΜΗΜΑ 1, μετά της εντός αυτού οικίας, επιφάνειας 153,12 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 196,67/1000, και 2) αποτέλεσε κάθετη ιδιοκτησία το εμφανιζόμενο στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, με τα στοιχεία ΤΜΗΜΑ 2, επιφάνειας 625,43 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 803,33/1000, όπως τα δύο αυτά τμήματα επακριβώς περιγράφονται στο παραπάνω συμβόλαιο.
Περαιτέρω οι ίδιοι ως άνω εναγόμενοι, με το ...2004 συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών, Αθηνάς Στούμπου - Τρουμπούκη, νόμιμα μεταγεγραμμένου, μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, στην πρώτη εναγομένη (υπό στοιχείο Α), την κάθετη ιδιοκτησία με το στοιχείο ΤΜΗΜΑ 1. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες τυγχάνουν κληρονόμοι εκ διαθήκης του Θ.
Τ., ο οποίος κατέλιπε την από 20- 1-2002 ιδιόγραφη διαθήκη με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του, τον μεν πρώτο ενάγοντα, γιό του, στο δυτικό ισόγειο τμήμα της επίδικης οικίας και τους λοιπούς δύο ενάγοντες, εγγονούς του, στο δυτικό ανώγειο τμήμα της οικίας. Την κληρονομιά αυτού, ο οποίος, απεβίωσε το έτος 2005, αποδέχθηκαν οι ενάγοντες με την ...2007 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ/φου Μεσολογγίου Ευαγγελίας Παπαδημητρίου - Ψάρρη, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι επί της επίδικης οικίας μετά του, οικοπέδου της συνεστήθησαν με το ...1934 συμβόλαιο τέσσερις οριζόντιες ιδιοκτησίες οι οποίες συνίστανται στα δωμάτια του ισογείου και του ανωγείου του ανατολικού τμήματος αυτής, καθώς και στα δωμάτια του ισογείου και του ανωγείου ταυ.
δυτικού τμήματος αυτής, καθώς και ότι υφίσταται συγκυριότητα αυτών στα κοινά μέρη της οικοδομής και στο ενιαίο ακίνητο, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν όλων των ανωτέρω εκτεθέντων πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, επί του περιγραφόμενου κοινού οικοπέδου και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών της υπάρχουσας σε αυτό οικοδομής, επί της οποίας επικαλούνταν ότι είχαν συσταθεί οριζόντιες ιδιοκτησίες, κατόπιν κοινής συμφωνίας των δικαιοπαρόχων τους για διανομή του όλου ακινήτου με τον παραπάνω τρόπο, και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να τους αποδώσουν τα επίδικα ακίνητα, κατά τα ιδανικά τους μερίδια.
Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 795, 798 και 800 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη σύστασης οροφοκτησίας με το ...1934 διανεμητήριο συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Αποδοτίας Γεωργίου Γιαννακόπουλου που καταρτίστηκε μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων (συγκυρίων του κοινού ακινήτου), καθώς και της μη απόκτησης συγκυριότητας των αναιρεσειόντων επί των περιγραφόμενων τεσσάρων οριζόντιων ιδιοκτησιών, των κοινών μερών της υπάρχουσας οικοδομής και του όλου ακινήτου.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και του ν.3741/1929 στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η αυτούσια διανομή των επίδικων ακινήτων έγινε με την υπαγωγή τους στις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες πιο πάνω διατάξεις περί οροφοκτησίας, οι δε λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο και αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/2/2014 αίτηση των Ε. Τ. κ.λ.π. για αναίρεση της 54/2013 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ