Legislator Case Law & Legislation
297/2016 AI generated

297/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 297/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

297/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Φέρονται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου η αίτηση αναιρέσεως με τους προσθέτους λόγους της, ως και η υπέρ του αναιρεσίβλητου ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση και πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 80 επ. 246, 573 ΚΠολΔ, καθόσον διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Keywords

AI generated
acquisition of possession offeror proof of ownership abandonment of expropriation lack of signature third-party claim procedure in attachment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 297 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 297/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των καθ' ων η κλήση - αναιρεσειόντων: 1) Δ. Φ. του Σ., κατοίκου ... και 2) Α. Φ., συζύγου Π. Κ., το γένος Σ. Φ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά τους ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικής αναιρεσείουσας Κ. χήρας Σ. Φ.. Ο πρώτος αναιρεσείων παραστάθηκε διά, ενώ η δεύτερη αναιρεσείουσα μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικολάου Παπάκου.

Του καλούντος - αναιρεσιβλήτου: Ν. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο.

Του καλούντος - προσθέτως παρεμβαίνοντος: Β. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3785/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6127/2013 του Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν βιαίας διακοπής της δίκης λόγω θανάτου της αναιρεσείουσας, η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 5-5-2015 κλήση του αναιρεσιβλήτου και του παρεμβαίνοντος.

Την αναίρεση της 6127/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της 3785/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητούν οι καθ' ων η κλήση με την από 5-3-2014 αίτηση αναίρεσης και τους από 22-9-2014 προσθέτους λόγους της αρχικής αναιρεσείουσας Κ. συζύγου Σ. Φ.. Ο προσθέτως παρεμβαίνων με την από 21-8-2014 παρέμβασή του προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτήν. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 16-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου η αίτηση αναιρέσεως με τους προσθέτους λόγους της, ως και η υπέρ του αναιρεσίβλητου ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση και πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 80 επ. 246, 573 ΚΠολΔ, καθόσον διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 553 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων οι οποίες δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνον την δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναιρέσεως, καθ' ο μέρος απευθύνεται κατά της υπ' αριθ. 3785/2009 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση και μετά από εξέταση της ουσίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 6127/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...", δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με την δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως, όταν, παρά την μη ρητή αναφορά της ή ακόμα και παρά την ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

To δικαστήριο παραβιάζει τους κανόνες αυτούς ευθέως μεν, αν είτε δεν τους εφαρμόζει, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εκ πλαγίου δε, όταν καίτοι προσφεύγει στους κανόνες αυτούς, δεν παραθέτει στην απόφαση του τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στην συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε η περί της συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, κατά την οποία το προσύμφωνο είναι σύμβαση, με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, προκύπτει ότι το προσύμφωνο, ως παράγον υποχρέωση προς παροχή, συνιστάμενη στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση.

Η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής συμβάσεως επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής. Η εκπλήρωση έτσι της ενοχής, καθ' ορισμένο χρονικό σημείο ή εντός ορισμένης προθεσμίας, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας της ενοχής. Ο χρόνος κατά τον οποίο ή εντός του οποίου πρέπει να καταρτισθεί η κυρία σύμβαση είναι δυνατόν να καθορίζεται από τον νόμο η από τη δικαιοπραξία, ειδικά δε όσον αφορά το προσύμφωνο, η πρακτική σημασία του ζητήματος καθορισμού του χρόνου κατά τον οποίο θα συναφθεί η κυρία σύμβαση συνίσταται, μεταξύ άλλων, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή.

Όσον αφορά την συνέπεια σχετικά με την άπρακτη πάροδο της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής συμβάσεως εκ μέρους είτε του ενός, είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, προέχουσα σημασία έχει η προς τούτο βούληση των συμβαλλομένων μερών. Κατ' αρχήν, η εν λόγω προθεσμία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπληρώσεως της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου.

Και μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής και μέχρι συμπληρώσεως της παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής συμβάσεως (ΑΠ 2356/2009, 1851/2009). Περαιτέρω, από τα άρθρα 402,403 ΑΚ προκύπτει, ότι κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου μπορεί να δοθεί αρραβώνας. Ο υπαίτιος για την μη εκτέλεση της συμβάσεως χάνει τον αρραβώνα που έδωσε ή αποδίδει διπλάσιον αυτόν που έλαβε.

Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 383, 387, 389 ΑΚ συνάγεται, ότι η δήλωση της νόμιμης ή συμβατικής υπαναχωρήσεως αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία με διαπλαστικό χαρακτήρα, απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο. Δεν υποβάλλεται σε τύπο και δεν επιδέχεται αίρεση, μπορεί να γίνει ρητώς ή σιωπηρώς με πράξεις οι οποίες δηλώνουν αναμφισβητήτως και εμφανώς σκοπόν υπαναχωρήσεως και έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχές, οι οποίες πηγάζουν από την σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές, τις οποίες έλαβαν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 1759/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθ. 10.868/21-7-1999 προσυμφώνου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγορίου Αριστοτέλη Κολυμπάρη, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων... η (εκκαλούσα) (ήδη αναιρεσείουσα) ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο) τα ανήκοντα σ' αυτήν 430/1000 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου έκτασης 197,60 τμ., κείμενου στη θέση "Κουπόνια" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ζωγράφου Αττικής τα οποία (430/1000) αντιστοιχούν στο δικαίωμα ανέγερσης ορόφων πάνω από το δώμα του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου.

Το τίμημα της πώλησης του ως άνω ιδανικού μεριδίου συμφωνήθηκε στο ποσό των 10.800.000 δραχμών (= 31.694,79 ευρώ), από το οποίο (τίμημα) ο αγοραστής κατέβαλε στην πωλήτρια ποσό 3.500.000 δραχμών (10.271,46 ευρώ) ως αρραβώνα με τη συμφωνία ότι τούτο θα συμψηφιστεί κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου στο όλο τίμημα, όπως ρητώς αναφέρεται στο προσύμφωνο...

Περαιτέρω, ως ημερομηνία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου πώλησης ορίστηκε η 9η Σεπτεμβρίου 1999 και ώρα 12:00, ενώπιον του ιδίου Συμβολαιογράφου, συμφωνήθηκε δε ότι, αν κατά την ως άνω ημερομηνία δεν προσέλθει η πωλήτρια και ματαιωθεί για τον λόγο αυτό η οριστική σύμβαση από υπαιτιότητά της, ως υπαιτιότητας θεωρούμενης και της μη εμφάνισης, πλην ανωτέρας βίας, τότε ο αγοραστής δικαιούται να υπογράψει το συμβόλαιο της οριστικής μεταβίβασης μόνος του με αυτοσύμβαση, κατ' άρθρο 235 Α.Κ., αφού τηρηθούν οι διατυπώσεις που ειδικότερα αναφέρονται στο προσύμφωνο.

Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι σε περίπτωση υπαναχώρησης της πωλήτριας ο αγοραστής έχει το δικαίωμα να θεωρήσει ότι η σύμβαση του προσυμφώνου λύθηκε αζημίως γι' αυτόν και να ζήτησει την επιστροφή στο διπλάσιο του μέχρι τότε καταβληθέντος τιμήματος ως εύλογη ποινική ρήτρα και αποζημίωση. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα σαφώς προκύπτει, αφενός μεν ότι με το επίδικο προσύμφωνο η εκκαλούσα επιφύλαξε στον εαυτό της το δικαίωμα της υπαναχώρησης με τη συμφωνία ότι, αν ασκήσει τούτο, υποχρεούται να αποδώσει στον αντισυμβαλλόμενο διπλάσιο τον αρραβώνα που της κατέβαλε, αφετέρου δε ότι ο αρραβώνας που καταβλήθηκε είχε την έννοια του επιτιμίου μεταμέλειας, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη.

Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία (9-9-1999) κανείς από τους διαδίκους δεν εμφανίστηκε ενώπιον του ως άνω Συμβολαιογράφου για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου πώλησης, καθόσον ο εφεσίβλητος δεν είχε συγκεντρώσει τα απαιτούμενα προς τούτο δικαιολογητικά, γεγονός το οποίο γνωστοποίησε αυτός εγκαίρως στην αντιπρόσωπο της εκκαλούσας, Αντιγόνη Φιλιπποπούλου, η οποία μετέβη την ίδια ημέρα (9-9-1999) στο γραφείο του Συμβολαιογράφου και τον ενημέρωσε ότι η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου αναβάλλεται για λίγες ημέρες.

Ακολούθως η εκκαλούσα με την από 22-9-1999 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε αυθημερόν στον εφεσίβλητο, έταξε α αυτόν προθεσμία μέχρι τις 27-9-1999, προκειμένου να προσέλθει στο γραφείο του ανωτέρω Συμβολαιογράφου προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Κατόπιν αυτού, το πρωί της 27-9-1999, ήτοι της τελευταίας ημέρας της ως άνω ταχθείσας προθεσμίας, ο εφεσίβλητος συνοδευόμενος από τον εξάδελφο του Ανδρέα Ντέλη και τον Γεώργιο Αργυρόπουλο προσήλθε στο γραφείο του Συμβολαιογράφου, όπου ανέμεναν και οι τρεις μέχρι την 16:00 ώρα χωρίς, ωστόσο, να εμφανιστεί η εκκαλούσα ή η αντιπρόσωπός της, ενώ καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα δεν κατέστη δυνατή οποιαδήποτε επικοινωνία με τις τελευταίες, παρά τις επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις του εφεσίβλητου προς αυτές.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Γεώργιος Αργυρόπουλος είχε μεταβεί την ημέρα εκείνη στο γραφείο του Συμβολαιογράφου με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, μετά από παράκληση του εφεσίβλητου, προκειμένου να τον μεταφέρει με αυτή στην κατά τόπον αρμόδια ΔΟΥ Ζωγράφου νια τις απαιτούμενες προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου διατυπώσεις (υποβολή δήλωσης φόρου μεταβίβασης ακινήτου που είχε προηγουμένως συνταχθεί από τον ως άνω Συμβολαιογράφο).

Στη συνεχεία και περί ώρα 16:15 ο ανωτέρω Συμβολαιογράφος, αφού προηγουμένως προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με την πληρεξούσια της εκκαλούσας, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, προέβη στη σύνταξη της υπ' αριθ. 10.913/27-9-1999 πράξης μη εμφάνισης της πωλήτριας... Ακολούθως ο εφεσίβλητος, με την από 28-9-1999 εξώδικη δήλωση του, που επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 29-9-1999, γνωστοποίησε στην τελευταία ότι λόγω της μη εμφανίσεως της προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, στις 27-9-1999, θεωρεί ως λυθείσα τη μεταξύ τους σύμβαση και ζήτησε την απόδοση του δοθέντος αρραβώνα στο διπλάσιο εντός τριών ημερών από την επίδοση της δήλωσης.

Κατόπιν αυτού η εκκαλούσα, με την από 1-10-1999 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε αυθημερόν στον εφεσίβλητο, γνωστοποίησε στον τελευταίο ότι θεωρεί ως λυθείσα τη μεταξύ τους σύμβαση προσυμφώνου αποκλειστικά από δική του υπαιτιότητα, ισχυριζόμενη ότι αυτός εμφανίστηκε στο γραφείο του Συμβολαιογράφου στις 27-9-1999 και ώρα 15:00, χωρίς τα απαιτούμενα προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου δικαιολογητικά και σε ώρα που οι δημόσιες υπηρεσίες ήταν κλειστές, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η σύναψη της οριστικής σύμβασης πώλησης, καθώς και ότι.

συνεπεία της ανωτέρω συμπεριφοράς του, κατέπεσε υπέρ αυτής το ποσό των 3.500.000 δραχμών που είχε δοθεί από αυτόν ως αρραβώνας. Ωστόσο, από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι η εκκαλούσα υπαναχώρησε από την επίδικη σύμβαση προσυμφώνου, καθόσον το γεγονός ότι έταξε στον εφεσίβλητο προθεσμία προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και ακολούθως, κατά την τελευταία ημέρα της ταχθείσας προθεσμίας, δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου ούτε κατέστη δυνατή η επικοινωνία με την ίδια ή την αντιπρόσωπό της, παρά τις επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις του εφεσιβλήτου προς αυτές από το πρωί μέχρι την 16:00 ώρα της 27-9-1999, αλλά και την τηλεφωνική κλήση του ιδίου του Συμβολαιογράφου προς την αντιπρόσωπο της πριν από τη σύνταξη της προαναφερόμενης πράξης μη εμφάνισης, υποδηλώνει αναμφισβήτητα (το γεγονός τούτο) τη βούληση της να υπαναχωρήσει από την ένδικη σύμβαση προσυμφώνου και δεν αναιρείται από τη μεταγενέστερη με ημερομηνία 1-10-1998 εξώδικη δήλωση της με το περιεχόμενο που αναφέρεται πιο πάνω...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσιούσης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και είχε υποχρεωθεί εκείνη, ως υπαιτίως υπαναχωρήσασα από την σύμβαση, να αποδώσει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο διπλάσιο τον αρραβώνα, τον οποίο είχε λάβει από αυτόν.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 166 και 389 ΑΚ, περιέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε σαφώς και ορθώς, α) ότι η άπρακτη πάροδος της ορισμένης ημέρας, ήτοι της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, για την σύναψη της συμβάσεως, δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου, ούτε παύση των εξ αυτού εννόμων συνεπειών εφόσον όχι μόνον δεν είχε οριστεί το αντίθετο ρητώς ή σιωπηρώς από τους συμβληθέντες, αλλά αντιθέτως η αναιρεσείουσα ζήτησε από τον αναιρεσίβλητο, με εξώδικο έγγραφό της, την σύναψη της οριστικής συμβάσεως και σε μεταγενέστερη ημερομηνία και ειδικότερα μέχρι την 27η Σεπτεμβρίου 1999 αίτημα που αποδέχθηκε ο τελευταίος δεν ήταν δε αναγκαία για το κύρος της συμφωνίας αυτής η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, ούτε ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης ρητή περί της μη ανατροπής του προσυμφώνου αναφοράς, όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα και β) ότι η αναιρεσείουσα, ως υπαναχωρήσασα κατόπιν υπαιτίως από την σύμβαση οφείλει να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο διπλάσιο τον αρραβώνα, τον οποίο έλαβε από αυτόν.

Περαιτέρω, από τις ως άνω αιτιολογίες και παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δεν διεπίστωσε ούτε αμέσως ούτε εμμέσως κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις της βουλήσεως των διαδίκων κατά την σύναψη του προσυμφώνου και επομένως δεν υπήρξε ανάγκη να προσφύγει κατ' ορθώς δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και τρείς πρόσθετοι λόγοι αυτής είναι αβάσιμοι.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι συνεχίζοντες την δίκη κληρονόμοι της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Μαρτίου 2014 αίτηση και τους από 22 Σεπτεμβρίου 2014 προσθέτους λόγους της Κ. συζ. Σ. Φ. για αναίρεση α) της υπ' αριθ. 6127/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και β) της υπ' αριθ. 3785/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους συνεχίζοντες την δίκη κληρονόμους της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 11 της 297/2016 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Κ.Δ.