297/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated297/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον δικηγόρο Εμμανουήλ Αντωνόπουλο, προς τον οποίο όμως δεν προκύπτει ότι είχε χορηγήσει την απαιτουμένη, κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 94 § 1 και 96 § 1 ΚΠολΔικ, πληρεξουσιότητα.
Full text
Απόφαση 297 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 297/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. συζ. Κ. Σ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., 2)Δ. Π. του Ι., κατοίκου ... 3)Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 4)Α. συζ. Θ. Κ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., 4)Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., 6)Α. Π. του Ι., κατοίκου ... και 7)Α. συζ. Α. Μ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαρκόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Αντωνόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2004 (με αρ. κατάθεσης 84/2004) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αρήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2006, 7/2007 μη οριστικές, 70/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2013 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-3-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 18/12/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576 § 1 και 2 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που είχε κλητευθεί.
Εξάλλου κατά το άρθρο 94 § 1 ΚΠολΔικ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 § 1 του ίδιου κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της.
Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον δικηγόρο Εμμανουήλ Αντωνόπουλο, προς τον οποίο όμως δεν προκύπτει ότι είχε χορηγήσει την απαιτουμένη, κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 94 § 1 και 96 § 1 ΚΠολΔικ, πληρεξουσιότητα.
Ενόψει τούτου αυτός δεν παρίσταται νομίμως, πλήν όμως εφόσον έχει κλητευθεί νόμιμα, από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, όπως τούτο προκύπτει από την υπ'αριθμ. 7740/30.10.2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας Πάτρας Α. Α., η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρ. 576 § 2 ΚΠολΔικ).
Επειδή από τους καταργηθέντες από τον Αστικό Κώδικα θεσμούς του οικογενειακού δικαίου είναι και εκείνος της "προγάμου δωρεάς" (propter nuptias donatio) ή κατά τους Βυζαντινούς "αντίφερνον" ή "υπόβολον", ήτοι περιουσιακή λόγω ελευθεριότητος επίδοση του άνδρα ή τρίτου προς τη γυναίκα χάριν του σκοπού του γάμου. Συνεστώτος του γάμου κύριος της προγάμου δωρεάς ήταν ο άνδρας.
Ο Αστικός Κώδικας δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε για την πρόγαμη δωρεά, ώστε αυτή μετά την ισχύ του δεν είναι νομικά δυνατή. Επιτρέπονται όμως και είναι έγκυρες οι μεταξύ των συζύγων δωρεές οι οποίες υπό το προϊσχύσαν δίκαιο ήταν απαγορευμένες και απολύτως άκυρες, με το αιτιολογικό να μην παρέχεται στους συζύγους η δυνατότητα υπό το πρόσχημα της αγάπης να απογυμνώνει ο ένας την περιουσία του άλλου και γενικά για να μην εκμεταλλεύεται ο ένας την αδυναμία του άλλου για ιδιοτελείς σκοπούς.
Εξάλλου κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ ΒΡΔ, αλλά και κατά το άρθρο 368 του ΑΚ, που ακολουθεί το προϊσχύσαν δίκαιο, απαγορεύεται εν γένει η κληρονομική σύμβαση, ως αντικειμένη στα χρηστά ήθη, είναι δε κληρονομική σύμβαση, κάθε σύμβαση που επιφέρει μεταβολή στο δίκαιο της κληρονομικής διαδοχής (από διαθήκη ή από το νόμο) ζώντος προσώπου, με αντισυμβαλλόμενο είτε τον ίδιο τον κληρονομούμενο είτε τρίτο, τέτοια δε σύμβαση είναι και εκείνη με την οποία κάποιος παραιτείται ή υπόσχεται να παραιτηθεί από μελλοντικό κληρονομικό δικαίωμα (ή νόμιμη μοίρα) στην περιουσία του αντισυμβαλλομένου ή τρίτου ενώ αυτού ζούν καθώς και εκείνη με την οποία κάποιος, κατά περιορισμό της ελεύθερης βούλησής του δεσμεύεται ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου του (Νομ 16 Π. 38.16, Β. 26 (45.1), Νομ. 35 παρ 1 Κ3, 28, Β. 57 (39.1) Νομ. 3 Κ, 6.20, Β.21 (41.7).
Εξ ετέρου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α του προϊσχύσαντος του ΑΚ Ν. 2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής και του ταυτόσημου 1820 ΑΚ "ο επιζών των συζύγων καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος μετά μεν των συγγενών της πρώτης τάξεως εις το τέταρτον, μετά δε των συγγενών των λοιπών τάξεων εις το ήμισυ της κληρονομίας".
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 § 1 του ΚΠολΔικ αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ'αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών του, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔικ) το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ'ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου Κων/νου Π.
του Ιωάννη και κατά την κύρια από παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου βάση της:
"Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο συνολικής επιφάνειας 485,83μ2 με την εντός αυτού ισόγεια οικία επιφανείας 63,86μ2 και βρίσκεται στη θέση "ΚΟΚΟΡΕΒΥΘΙΕΣ" του Δ.Δ. Αρτέμιδας του Δήμου Ζαχάρως, το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία Α'ΒΤ'ΔΈ'ΖΗΘΤΚΆ'Μ'ΝΆ στο από 21-1-2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού Ζ.
Κ. και συνορεύει με μονοπάτι και εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Χ., με ιδιωτικό δρόμο, με μονοπάτι και με ιδιοκτησία Δ. Χ., με ιδιοκτησία Δ. Κ. και με μονοπάτι. Το εν λόγω ακίνητο (μαζί με άλλα ακίνητα) μεταβιβάστηκε από τον πατέρα του ενάγοντος Ι. Π. προς τη δεύτερη σύζυγο του και μητέρα του (ενάγοντος) Β. Λ. προς εξασφάλιση αυτής, ενόψει του γάμου τους, με το υπ' αριθμ. .../24-8-1938 συμβόλαιο λόγω προγαμιαίας δωρεάς του Συμβολαιογράφου Αρήνης Γεωργίου Μιχαλόπουλου, νόμιμα μεταγεγραμμένου (βλ.
το υπ' αριθμ. .../25-11-2002 πιστοποιητικό της Υποθηκοφύλακος Αρήνης), από το οποίο προκύπτει με σαφήνεια η αποτυπωμένη βούληση του δωρητή, η οποία είναι το ακίνητο αυτό (όπως και τα λοιπά ακίνητα που αναφέρονται σ' αυτό) να περιέλθει, σε περίπτωση που λυθεί ο γάμος τους με θάνατο, στα τέκνα που θα αποκτήσουν οι γονείς του ενάγοντος.
Από τον γάμο τους γεννήθηκε ένα και μοναδικό τέκνο, ο ενάγων, το έτος δε 1944 η μητέρα του ενάγοντος απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη. Κατόπιν τούτου και σύμφωνα με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης προγαμιαίας δωρεάς, το ακίνητο αυτό περιήλθε στον ενάγοντα με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με κληρονομική διαδοχή της μητέρας του Β., συζύγου Ι.
Π., αποδεχόμενος την κληρονομιά αυτής δυνάμει της υπ' αριθμ. .../6-5-2003 πράξεως αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Πύργου Μαρίας Χριστοπούλου, νομίμως μεταγεγραμμένης, καθιστάμενος έτσι κύριος αυτού από το χρόνο του θανάτου της μητέρας του (το έτος 1944), καθώς η από αυτόν αποδοχή της κληρονομιάς ανατρέχει στο χρόνο επαγωγής που είναι ο του θανάτου της μητέρας του, δηλαδή το έτος 1944.
Το ανωτέρω ακίνητο είναι το ίδιο με αυτό επί του οποίου στην αγωγή επικαλείται κυριότητα η αρχική πρώτη εναγόμενη Χ., σύζυγος Ι. Π.υ, ενώ το υπ'αριθμ. .../24-8-1938 συμβόλαιο λόγω προγαμιαίας δωρεάς του Συμβολαιογράφου Αρήνης Γεωργίου Μιχαλόπουλου και το υπ'αριθμ. .../1-10-1958 προικοσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Αρήνης Ιωάννη Αλεξανδρόπουλου είναι διαφορετικά και παρουσιάζουν ασάφειες ως προς τα όρια που περιέχουν.
Τα ανωτέρω συνάγονται με σαφήνεια εξάλλου και από την με ημερομηνία 16-5-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Αγρονόμου-Τοπογράφου-Μηχανικού Χ. Μ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα χρόνια που ακολούθησαν ο πατέρας του ενάγοντος Ι. Π., ο οποίος στο μεταξύ είχε εκ νέου νυμφευθεί, έλαβε στεγαστικό δάνειο, που δικαιούνταν ως σεισμοπαθής, και ανήγειρε επί του επιδίκου οικία στην οποία εγκατέστησε την οικογένεια του, που αποτελείτο από την τρίτη σύζυγο του Χ.
Π. (1η αρχική εναγομένη) και τα τέκνα που απέκτησε από αυτήν, ο οποίος από το χρόνο θανάτου της δευτέρας συζύγου του και μητέρας του ενάγοντος (1944), λόγω της ανηλικότητας αυτού ασκούσε για λογαριασμό αυτού πράξεις νομής και κατοχής επ' αυτού (επιδίκου). Μετέπειτα ο ενάγων, ο οποίος είχε πλέον ενηλικιωθεί, αναχώρησε για την Αθήνα προκειμένου να αποκατασταθεί επαγγελματικά, ενώ, όταν επισκεπτόταν το χωριό, διέμενε στο σπίτι αυτό με τον πατέρα του και την τρίτη σύζυγο αυτού (μητριά του).
Κατά το έτος 1979 απεβίωσε ο πατέρας του, στο επίδικο όμως εξακολουθούσαν να διαμένουν η τρίτη σύζυγος του πατέρα του ενάγοντα μαζί με την κόρη της Παναγιώτα Π. (μητριά του η πρώτη και ετεροθαλής αδελφή του η δεύτερη), καθώς επέτρεψε σε αυτές να κάνουν χρήση του επιδίκου, χωρίς αντάλλαγμα, με άτυπη σύμβαση χρησιδανείου, η οποία και σιωπηρά μπορεί να συναχθεί από όλες τις περιστάσεις που συνοδεύουν τη σχέση αυτή, ως ένδειξη σεβασμού προς την πρώτη εξ' αυτών, η οποία τον είχε αναθρέψει, αφού είχε αποβιώσει η μητέρα του, όταν αυτός ήταν σε νηπιακή ηλικία, ο ίδιος δε όταν ερχόταν ανά διαστήματα στο χωριό του διέμενε στο σπίτι αυτό, καθώς οι σχέσεις μεταξύ τους ήταν πολύ καλές, διεπόμενες από αμοιβαίο σεβασμό και εκτίμηση.
Ο ίδιος μάλιστα (ενάγων), μετά τον θάνατο του πατέρα του ασκούσε επ' αυτού πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου όπως την αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου που είχε λάβει ο πατέρας του, όπως ιδίως προκύπτει από την με ημερομηνία 2-4-2003 βεβαίωση της ΔΟΥ Ζαχάρως, από την οποία προκύπτει ότι δεν οφείλει κανένα ποσό από δάνειο ΕΚΤΕ ο Ι.
Π., το οποίο εξόφλησε ο Κ. Π. και την υπ' αριθμ. .../3-4-2003 συμβολαιογραφική πράξη εξάλειψης υποθήκης της Συμβολαιογράφου Πύργου Γεωργίας Παυλοπούλου-Τσακανίκα, αλλά και το βάψιμο των παραθύρων του σπιτιού, βάψιμο της κουζίνας αυτού, διαμόρφωση του εδάφους, φύτευση δένδρων και γενικά επιμελείτο για τη συντήρηση αυτού.
Τα παραπάνω ενισχύονται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης Β. Κ., η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 20/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, ο οποίος με σαφήνεια κατέθεσε ότι ο ενάγων ερχόταν συνέχεια στο χωριό και έμενε στο σπίτι, ότι έβαψε την κουζίνα, έβαλε την λεκάνη της τουαλέτας, έβαψε τα παράθυρα, άλλαξε τις μπρίζες και γενικά τον φώναζε η Χ.
γιατί αναγνώριζε ότι ήταν ο νοικοκύρης, την υπ' αριθμ. …/30-10- 2003 ένορκη βεβαίωση της Σ., συζύγου Γ. Δ., το γένος Α. Χ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αρήνης Παναγιώτας Σώρρα και την υπ' αριθμ. .../28-1-2005 ένορκη βεβαίωση του Η. Χ. του Δ.; ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αρήνης Μεταξίας Σούρσου - Αβραμοπούλου. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται άλλωστε και από την υπ' αριθμ.
πρωτοκόλλου 24975/3-11-2004 βεβαίωση της Α' ΔΟΥ Πατρών, από την οποία προκύπτει ότι ο ενάγων δήλωνε το επίδικο ακίνητο στις δηλώσεις φόρου εισοδήματος των οικονομικών ετών 2001, 2002, 2003 και 2004. Επίσης, στη δήλωση ακινήτων (Ε9) που υπέβαλε το έτος 1995 μεταξύ άλλων εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο με την ισόγειο οικία, ενώ από το υπ'αριθμ. 22265/26-9-2005 πιστοποιητικό της Α' ΔΟΥ Πατρών προκύπτει ότι είχε παραχωρήσει δωρεάν στη μητριά του την επίδικη ισόγεια οικία.
Το γεγονός δε ότι η πρώτη αρχική εναγομένη, μητριά του ενάγοντος και χήρα του Ι. Π., ασκούσε τις αναγκαίες πράξεις χρήσεως, συντήρησης και αξιοποίησης του επιδίκου με επισκευή της οικίας και κατά καιρούς βελτιώσεις αυτής, εμφύτευση καλλωπιστικών φυτών και καλλιέργεια κηπευτικών προϊόντων, δεν μπορεί να προσδώσει σ' αυτήν την ιδιότητα του νομέα, εφόσον λείπει το αναγκαίο στοιχείο της ενέργειας με διάνοια κυρίου και οι πράξεις αυτής στο επίδικο ασκήθηκαν για την διευκόλυνση και μόνο της πρώτης αρχικής εναγομένης.
Η ως άνω σύμβαση χρησιδανείου τηρήθηκε μέχρι του έτους 2002, οπότε διερράγησαν οι αγαθές σχέσεις που υπήρχαν, μέχρι τότε, μεταξύ του ενάγοντος και των δύο αρχικών εναγομένων, οπότε αυτές άρχισαν να αμφισβητούν το δικαίωμα του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου, προσπαθώντας να ιδιοποιηθούν τούτο. Ενόψει αυτής της κατάστασης ο ενάγων, με την από 10-5-2003 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία-καταγγελία, κατήγγειλε τη χρησιδανειακή σύμβαση, καλώντας τις αρχικές εναγόμενες εντός προθεσμίας ενός μηνός να του αποδώσουν ελεύθερη τη χρήση του ακινήτου του, πλην όμως αυτές αρνήθηκαν, αντιποιούμενες κατά τον τρόπο αυτό το δικαίωμα κυριότητας του επ' αυτού, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του.
Κατόπιν αυτών των παραδοχών περί χρησιδανειακής συμβάσεως μεταξύ του ενάγοντος και των αρχικών εναγομένων (μητριάς του και ετεροθαλούς αδελφής του), αυτές δεν ασκούσαν φυσική εξουσίαση επί του επιδίκου διανοία κυρίου, όπως αβάσιμα διατείνονταν, ώστε να θεμελιώσουν το δικαίωμα κυριότητας τους στηριζόμενο στην έκτακτη χρησικτησία, αλλά ήταν απλές κάτοχοι αυτού λόγω χρησιδανείου, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, και για τον λόγο αυτό η ένσταση περί ιδίας κυριότητας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ και σε κάθε περίπτωση εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα το 1944 άτυπη δωρεά του επίδικου ακινήτου από τον πατέρα του ενάγοντα Ι.
Π. στην 3η σύζυγο του και αρχική 1η εναγόμενη, Χ. Π.. Επομένως ο ενάγων έγινε κύριος του επίδικου με νόμιμα μεταγραφέν συμβολαιογραφικό έγγραφο (αποδοχή κληρονομιάς της μητέρας του) δηλαδή με παράγωγο τρόπο. Επίσης, απορριπτέα κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμη και η περί παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής ένσταση των εναγομένων, ενόψει του ότι η παραγραφή αυτής επί εννόμου σχέσεως χρησιδανείου, κατά του κατέχοντος το ακίνητο, αρχίζει όχι από την παραλαβή του με βάση τη σύμβαση χρησιδανείου, οπότε ο χρησάμενος νέμεται αυτό ως άμεσος αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του χρήστη, αλλά από την ως άνω λήξη του δικαιώματος προς χρήση (ΑΠ 170/2003, ΝοΒ 52.1839, 1201/1989, ΕλλΔνη 32.762), που στην προκειμένη περίπτωση έληξε με την από 10-5-2003 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία - καταγγελία με την οποία κατήγγειλε ο ενάγων την άτυπη σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ αυτού και των αρχικών εναγομένων".
Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κατά την αποτελούσα αντικείμενο της αναίρεσης από παράγωγο τρόπο και δή από κληρονομική διαδοχή, κύρια βάση της διεκδικητικής κυριότητας αγωγής του αναιρεσιβλήτου, την οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, απορρίπτοντας τους περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμούς των αρχικά εναγομένων, στη θέση των οποίων υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες, για την κατάλυση των οποίων (ισχυρισμών) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν και την από έκτακτη χρησικτησία επικουρική βάση της αγωγής, την οποία όμως δεν εξέτασε το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις ως προς το λόγο επαγωγής της κληρονομίας, καθόσον δέχεται ότι λόγο επαγωγής (εκτός από την εξ αδιαθέτου και εκ διαθήκης διαδοχή) αποτελεί και η ένδικη πρόγαμη δωρεά, την οποία προσέτι δέχεται ως έγκυρη και κατά το μέρος που περιέχει απαγορευμένη κληρονομική σύμβαση, που αφενός μεν περιορίζει το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα του ενός συμβαλλομένου, αφετέρου δε περιορίζει την ελευθερία βουλήσεως του άλλου συμβαλλομένου ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου του, ενώ προσέτι το Εφετείο παραβίασε και τις εξ αδιαθέτου περί αποδοχής της κληρονομίας διατάξεις του προϊσχύοντος και ισχύοντος δικαίου κατά τις οποίες ο επιζών των συζύγων καλείται μετά των συγγενών της πρώτης τάξεως στο τέταρτο της κληρονομίας του αποβιώσαντος συζύγου.
Ενόψει τούτων ο από το άρθρο 560 § 1 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και συνακόλουθα να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση και ως προς την επικουρική από έκτακτη χρησικτησία βάση της αγωγής, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην των πρότερον δικασάντων (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔικ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος, από αυτούς, παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔικ).
Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 156/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος, από αυτούς, παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ