Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient factual basis for driver's fault allocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a traffic accident case. The appellant argued the lower court failed to provide specific factual grounds for attributing 30% liability to him, citing vague reasoning regarding his distance from the intersection and speed. The court found the appellate judgment violated statutory requirements by lacking sufficient motivation on the issue of the appellant's contributory negligence, necessitating a retrial on that specific point.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914, 932 of the Civil Code; An appeal is admissible when the lower court's decision lacks sufficient factual basis and motivation regarding the attribution of fault, violating the principle of reasoned judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 297 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 297/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Ε. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραΐσκο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ Α.Α.Ε." νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαγιαννάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1340/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6177/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-7-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 15-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της από 29-7-2013 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την με αύξοντα αριθμό 576/29-7-2013 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 6177/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητα Με την από 9-3-2010 αγωγή του ο ενάγων ,ήδη αναιρεσείων, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, πλέον αναιρεσίβλητη, ως η εταιρεία που είχε ασφαλίσει το με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκίνητο να του καταβάλει ως αποζημίωση της ζημίας που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της οδηγού του τα σαυτήν αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Επ' αυτής εκδόθηκε αρχικά η 1340 /11 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που την έκανε μερικά δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και μετά από έφεση και αντέφεση του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα , η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία την δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, και αφού έκρινε ως συνυπαίτιους και τους δύο διαδίκους και δη κατά ποσοστό 70% την οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου και 30% τον αναιρεσείοντα επιμέρισε κατά τα άνω ποσοστά την αποζημίωση που δικαιούταν ο τελευταίος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και 932 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Ο από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: ".....Στη … και στις 16-4-2009 και ώρα περίπου 20.35, ο δεύτερος ενάγων - εκκαλών και αντεφεσίβλητος Κ.
Κ., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα της κυριότητας του πρώτου ενάγοντος - εκκαλούντος και αντεφεσίβλητου Δ. Κ., εκινείτο επί της οδού Κωνσταντινουπόλεως με κατεύθυνση από τα δυτικά προς τα ανατολικά της πόλης και πλησίαζε στη συμβολή αυτής με την οδό Οδ. Ελύτη. Η οδός Κων/πόλεως είναι μονής κατευθύνσεως (με κατεύθυνση από τα δυτικά προς τα ανατολικά), αποτελούμενη από μια λωρίδα κυκλοφορίας, με πλάτος οδοστρώματος 7,70 μέτρων και συμβάλλεται καθέτως από τα δεξιά με την οδό Οδ.
Ελύτη, η οποία προεκτείνεται στην οδό Παπανδρέου. Η οδός Οδ. Ελύτη είναι διπλής κατευθύνσεως, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 12,30 μέτρων, μερικά μέτρα δε προ της εξόδου της στην οδό Κων/πόλεως, διέρχεται κάθετα από το οδόστρωμά της σιδηροδρομικής γραμμής. Προ της συμβολής της με την οδό Κωνσταντινουπόλεως υπάρχει πινακίδα σημάνσεως με την ένδειξη STOP (Ρ - 2).
Το ανώτατο δε όριο ταχύτητας για τα κινούμενα επί των ως άνω οδών οχήματα, ελλείψει ειδικής πινακίδας σημάνσεως, είναι αυτό που ισχύει για κατοικημένη περιοχή, δηλαδή των 50 χιλ/τρων ωριαίως. Κατά τον ως άνω χρόνο, στην παραπάνω περιοχή υπήρχε τεχνητός φωτισμός λόγω νύκτας, ο οποίος ήταν επαρκής, ο καιρός ήταν καλός, η άσφαλτος των οδών ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική και η ορατότητα στις ως άνω οδούς δεν περιοριζόταν από κάποια εμπόδια.
Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη και αντεκκαλούσα Μ. Τ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της κυριότητάς της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη - εφεσίβλητη και αντεκκαλούσα, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΛΕ", εκινείτο επί της οδού Οδ.
Ελύτη με κατεύθυνση προς την ίδια ως άνω συμβολή και από τα δεξιά προς τα αριστερά εν σχέσει με την κατεύθυνση της. μοτοσικλέτας. Μόλις έφθασε δε στην εν λόγω συμβολή, ανέκοψε την ταχύτητα του οχήματός της προ αυτής και ενώ αντελήφθη από τα φώτα της, τη μοτοσικλέτα του ενάγοντος να κινείται από αριστερά της, σε αρκετή απόσταση, εκτίμησε εσφαλμένα ότι προλαβαίνει να περάσει και συνέχισε την πορεία της, σε ευθεία κατεύθυνση, εισερχόμενη εντός της συμβολής. 0 ενάγων, όμως, οδηγός της μοτοσικλέτας, ο οποίος εκινείτο με ταχύτητα περί τα 55 χιλιόμετρα ωριαίως και προς τα αριστερά του οδοστρώματος της οδού Κων/πόλεως, σε σχέση με την κατεύθυνση του (και συγκεκριμένα εκινείτο σε απόσταση 1,50 - 2 μέτρων από την αριστερή οριογραμμή αυτού, όπως προκύπτει από την απεικονιζόμενη στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας τελική θέση της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα, στη νοητή γραμμή της οποίας προς τα πίσω, ήταν και η αρχική της πορεία, ελλείψει άλλων ιχνών στο οδόστρωμα που να καταδεικνύουν το αντίθετο), έφθασε ,αμέσως, μετά, στη συμβολή και μη αντιληφθείς το αυτοκίνητο της εναγομένης που εκινείτο κάθετα στο οδόστρωμα, επέπεσε με σφοδρότητα και χωρίς να ανακόψει την ταχύτητα του, με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας του, στο πλαϊνό αριστερό μέρος του ανωτέρω αυτοκινήτου, στο ύψος της πόρτας του οδηγού, τη στιγμή που το τελευταίο είχε διασχίσει περίπου έξι (6) μέτρα του οδοστρώματος αυτής (Κων/πόλεως) [βλ.
σχετικό σχεδιάγραμμα Τροχαίας]. Από την ανωτέρω σύγκρουση η μοτοσικλέτα συνετρίβη, ενώ ο ενάγων οδηγός της τραυματίστηκε σοβαρά. Το γεγονός ότι ο ενάγων είχε την ως άνω αυξημένη ταχύτητα και όχι την επικαλούμενη από τον ίδιο χαμηλή ταχύτητα των 25 χιλιομέτρων ωριαίως, συνάγεται χωρίς αμφιβολία, από τη σφοδρότητα με την οποία προσέκρουσε η μοτοσικλέτα του στο αυτοκίνητο της εναγομένης και τη συντριβή της, καθώς και την αδυναμία εκτελέσεως εκ μέρους του ενάγοντος οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού ή τροχοπέδησης πριν από τη σύγκρουση.
Σημειωτέον ,ότι ο ανωτέρω οδηγός δεν κατείχε νόμιμη άδεια οδήγησης μοτοσικλέτας, καθώς επίσης, βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, αφού, όπως διαπιστώθηκε από τον έλεγχο που του έγινε με τη μέθοδο της αιμοληψίας, αμέσως μετά το ατύχημα, η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του ήταν 1,09 γρ. και 1,06 γρ, ανά λίτρο αίματος, με την πρώτη και τη δεύτερη μέτρηση, αντιστοίχως.
Συνυπαίτιοι της συγκρούσεως είναι και οι δύο οδηγοί. Η μεν εναγομένη είναι υπαίτια σε μεγαλύτερο του ενάγοντος ποσοστό και δη σε ποσοστό 70%, διότι από αμέλεια της και επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, προκειμένου να διασχίσει τη συμβολή των ανωτέρω οδών, (ισόπεδο οδικό κόμβο), προ της οποίας υπήρχε για την πορεία της, η ανωτέρω πινακίδα σημάνσεως που την υποχρέωνε σε διακοπή πορείας και παραχώρηση προτεραιότητας στα κινούμενα επί της οδού Κων/πόλεως οχήματα, αν και αντελήφθη τη μοτοσικλέτα του ενάγοντος να κινείται επί της ως άνω οδού προς την κατεύθυνσή της, εισήλθε σ' αυτή, προκειμένου να τη διασχίσει, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της μοτοσικλέτας, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.1 και 2 και 26 Παρ.
Ι και 4, σε συνδ. με αρθρ. 4 παρ.3 του ν. 2696/1999 και να προκληθεί η σύγκρουση των οχημάτων, κατά τα προαναφερόμενα. Ο δε ενάγων είναι υπαίτιος σε ποσοστό 30%, διότι και αυτός από αμέλεια του, στην οποία συνέβαλαν η μη επαρκής οδηγική του ικανότητα και η επίδραση του οινοπνεύματος στον οργανισμό του, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, αφού δεν εκινείτο πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος της οδού Κων/πόλεως, αλλά αριστερά αυτού, είχε δε αναπτύξει ταχύτητα μεγάλη για τις περιστάσεις (νύκτα, σχετικά περιορισμένη ορατότητα λόγω τεχνητού και όχι φυσικού φωτισμού, προσέγγιση σε οδικό κόμβο ) και ανώτερη του ανώτατου ορίου ταχύτητας για κατοικημένη περιοχή, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ.1, 16 παρ.1, 19 παρ. 1 και 2 και 20 παρ.1 του ν. 2696/1999, ενέργειες που δεν του επέτρεψαν να εκτελέσει έγκαιρο αποφευκτικό ελιγμό και να διέλθει πίσω από το αυτοκίνητο της εναγομένης, στον επαρκή ελεύθερο χώρο του οδοστρώματος της ανωτέρω οδού" Με το να κρίνει, έτσι, το δικάσαν Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914 και 300 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ένεκα ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντα, το οποίο, συνέβαλε αιτιωδώς στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού σοβαρού τραυματισμού του.
Ειδικότερα, αν και δέχεται ότι η οδηγός του αυτοκινήτου είχε στην πορεία της πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής και παραχώρησης προτεραιότητας (STOP), και όφειλε, ως εκ τούτου να παραχωρήσει προτεραιότητα στους κινούμενους επί της οδού Κωνσταντινουπόλεως, όπως ο αναιρεσείων, δεν προσδιορίζει σε ποιά απόσταση βρισκόταν αυτός, όταν, η οδηγός, πιστεύοντας ότι είχε δυνατότητα να διασχίσει, χωρίς κίνδυνο, την οδό Κωνσταντινουπόλεως εισήλθε στον κόμβο , αναφέροντας , αορίστως, ότι τον αντιλήφθηκε από απόσταση, ούτε να προσδιορίζει την απόσταση που αυτός διήνυσε μέχρι να φθάσει στο σημείο της πρόσκρουσης, παρά μόνο ότι έφθασε αμέσως σαυτό , ώστε να κριθεί αν 1) οι εκτιμήσεις της οδηγού για δυνατότητα ασφαλούς διέλευσης της οδού Κωνσταντινουπόλεως ήταν ορθές και μπορούσε να την διασχίσει ασφαλώς και 2) η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αμελής συμπεριφορά, ότι, δηλαδή, οδηγώντας χωρίς νόμιμη άδεια στο αριστερό άκρο της οδού με ταχύτητα 55 χλμ ανά ώρα ,(ήτοι 5 χλμ πάνω από την κανονική), με περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του 1,09 ανά λίτρο αίματος, συνδέεται κατά ποσοστό 30% αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, διότι δεν του επέτρεψαν να ενεργήσει τον αναγκαίο για την αποφυγή του ελιγμό.
Συνεπώς, θα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο εκ του αριθ 19 αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ενώ η έρευνα εκείνου εκ του αριθμού 1 αρθ 559 Κ.Πολ.Δ καθίσταται αλυσιτελής δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου εκτείνεται στο σύνολο του αναιρούμενου κεφαλαίου, (ήτοι της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος), απόφασης. Αναιρεθεί δε η 6177/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές για εκδίκαση κατά το άνω αναιρούμενο μέρος. Διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον νικώντα αναιρεσείοντα και καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις (183 Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την με αριθμό 6177/2012 απόφαση του ¨Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των αυτοκινήτων -
Παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών συντιθέμενο από άλλους δικαστές για να δικαστεί εκ νέου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της αναιρούμενο μέρος -Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε με το υπ'αριθμ, Η 2986088 διπλότυπο είσπραξης της ΔΟΥ Λαμίας στον αναιρεσείοντα. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3000.).-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ