Legislator Case Law & Legislation
297/2012 AI generated

297/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 297/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού. Το δικαστήριο, που διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, αν παραλείψει να προσφύγει στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή παραβιάσει αυτούς με την εσφαλμένη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ελέγχεται αναιρετικά. Αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι οι συμβάσεις που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτές των ανεξάρτητων υπηρεσιών, οι υπόλοιποι λόγοι που αναφέρονται στη σύμβαση αορίστου χρόνου προβάλλονται αλυσιτελώς.

Legislator headnote

AI generated

297/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.

Keywords

AI generated
taxi operating license admission to health insurance practice dental insurance health insurance model workers compensation common transport policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 297 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού. Το δικαστήριο, που διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, αν παραλείψει να προσφύγει στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή παραβιάσει αυτούς με την εσφαλμένη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ελέγχεται αναιρετικά. Αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι οι συμβάσεις που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτές των ανεξάρτητων υπηρεσιών, οι υπόλοιποι λόγοι που αναφέρονται στη σύμβαση αορίστου χρόνου προβάλλονται αλυσιτελώς.

Αριθμός 297/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χριστόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΚΤΕΛ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ ΝΟΜΟΥ ΔΡΑΜΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στη Δράμα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Ζ., ως Προέδρου του ΔΣ της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, κατοίκου Δράμας. Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 194/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-8-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 27-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθεί ο τέταρτος, στο σύνολό του.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες, με αριθμό 9329(β)/16-6-2011 και 9443(β)/8-9-2011, εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Δράμας, ..., προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, κεκυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης, από 18-8-2010, αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως προς εμφάνιση και συζήτηση κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, της 10-1-2012, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Οι τελευταίοι, όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ. Ν.Α.Κ.) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε, που είναι ο κύριος σκοπός της εργασιακής σύμβασης, και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμά της, ως άνω, εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεών του, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του εξαρτημένη.

Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.

Δηλαδή βασικά κριτήρια για να κριθεί το πότε υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι ο βαθμός πρωτοβουλίας που έχει ο παρέχων τις υπηρεσίες του στον αντισυμβαλλόμενο κατά την εκτέλεση της σύμβασης, η μερική ή ολική επιλογή του χρόνου εκτέλεσής της και το αν επιτρέπεται στον εργαζόμενο ή όχι να εκφεύγει του εργοδοτικού ελέγχου, ως προς τον τρόπο (εκτέλεση) της παροχής των συμφωνημένων υπηρεσιών του.

Πάντως και στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γιαυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την έννοια που προεκτέθηκε.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν καθορίζεται μόνο από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.

Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. α' του νόμου 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων ...". "Η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον, απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφ' όσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας".

Ενώ κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου.

Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται στις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην δε δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων Υπεραστικών Γραμμών Ν. Δράμας, Ανώνυμος Εταιρία" και το διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε.", ως συγκοινωνιακός φορέας παροχής συγκοινωνιακού έργου έχει συσταθεί νομότυπα και λειτουργεί σε εφαρμογή των οριζομένων στα άρθρα 1, 2, 3 και 22 του ν. 2963/2001.

Προέρχεται δε από τη μετατροπή του άλλοτε συγκοινωνιακού φορέα µε την επωνυµία "Κοινό Ταµείο Εισπράξεων Λεωφορείων Κ.Τ.Ε.Λ. Υπεραστικών Γραµµών Ν. Δράµας Ανώνυµος Εταιρία". Η άνω εναγοµένη εκπροσωπούμενη από το νόµιµο εκπρόσωπό της συνήψε µε τον ενάγοντα την από 1-2-2002 σύµβαση, υπό τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό-σύµβαση έργου µε προμήθεια".

Η σύµβαση αυτή περιελάμβανε τους ακόλουθους, κατά βάση, όρους: α) ο ενάγων ανέλαβε την έκδοση των εισιτηρίων, για λογαριασµό της πρώτης εναγομένης, στο πρακτορείο αυτής στη Θεσσαλονίκη, για τους επιβάτες των λεωφορείων της που προτίθεντο να µετακινηθούν µε κατεύθυνση τη Δράµα και την Αθήνα, τη δρομολόγηση των λεωφορείων αυτής, που εκκινούν από το άνω πρακτορείο µε τελικό προορισµό την πόλη της Δράµας και της Αθήνας, την παραλαβή και αποστολή των ασυνόδευτων δεµάτων και την επιµέλεια της φόρτωσης, αναχώρησης, εκφόρτωσης και στάθμευσης κάθε αναχωρούντος και αφικνούμενου λεωφορείου, β) ο ενάγων θα προσέφερε τις υπηρεσίες του στο άνω πρακτορείο από ώρα 06.00' συνεχώς µέχρι ώρα 22.30' κάθε ηµέρα, γ) η διάρκεια της σύµβασης ορίστηκε από 1-2-2002 έως 31-12-2002, δ) η µηνιαία αµοιβή καθορίστηκε σε ποσοστό 2,80% (επί του αντιτίµου των εκδιδομένων αποκλειστικά από το πρακτορείο της Θεσσαλονίκης εισιτηρίων) και η πληρωµή του ενάγοντος θα εγίνετο µε την έκδοση έγγραφης απόδειξης παροχής υπηρεσιών, ε) ο ενάγων είχε δικαίωµα πρόσληψης βοηθητικού προσωπικού για την ανάθεση οποιαδήποτε εργασίας, αυτό όµως (προσωπικό) θα τελούσε σε σχέση εξάρτησης µε τον ενάγοντα, αποκλειστικά, ο οποίος θα ευθύνετο έναντι του ΚΤΕΛ για τις πράξεις και παραλείψεις του, το δε ΚΤΕΛ δεν θα έφερε καµία ευθύνη, όσον αφορά την αµοιβή ή την ασφαλιστική κάλυψη του βοηθητικού προσωπικού, στ) τα έξοδα λειτουργίας του πρακτορείου θα βάρυναν το ΚΤΕΛ, πλην αυτών της τηλεφωνικής γραµµής, τα οποία θα βάρυναν αυτό µέχρι του ποσού των 88 ευρώ, το δε επί πλέον θα βάρυνε τον ενάγοντα, ζ) ο ενάγων θα κατέθετε τις εισπράξεις καθημερινά µετά το πέρας της 24ωρης βάρδιας, η) οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις πάσης φύσεως προς τον οικείο ασφαλιστικό οργανισµό για προσωπική ασφαλιστική κάλυψη, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ευθύνη έναντι των φορολογικών υποχρεώσεων του ενάγοντος θα βάρυναν αυτόν εξ' ολοκλήρου και ζ) ο ενάγων θα κατέθετε εγγυητική επιστολή ποσού 8.804,11 ευρώ, άµεσα απαιτητή από την πρώτη εναγοµένη, σε περίπτωση παράβασης κάποιου όρου της σύµβασης, η οποία θα είχε την έννοια της "αναπόδεικτου ποινικής ρήτρας".

Μετά τη λήξη της άνω σύµβασης, µεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν επίσης ορισµένου χρόνου συµβάσεις, για τις χρονικές περιόδους από 1-2-2003 έως 31-12-2003, από 1-1-2004 έως 31-12-2004, από 1-1-2005 έως 31-12-2005 και από 10-1-2006 έως 31-12-2006, υπό τον ίδιο τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό-σύµβαση έργου µε προμήθεια" πλην της τελευταίας, που φέρει τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό".

Στις εν λόγω µεταγενέστερες έγγραφες συµβάσεις καθορίστηκε το ύψος της προµηθείας του ενάγοντος, αντίστοιχα, σε ποσοστό 3% επί του αντιτίµου των εκδιδομένων αποκλειστικά από το πρακτορείο της Θεσσαλονίκης εισιτηρίων και ελάχιστο όριο το ποσό των 2.054,29 ευρώ και µέγιστο το ποσό των 2.641,23 ευρώ, για τις περιόδους από 1-2-2003 έως 31-12-2003 και από 1-1- 2004 έως 31-12-2004 και σε ποσοστό 1,5% (επί του προαναφερομένου αντιτίµου εισιτηρίων) και ελάχιστο όριο το ποσό των 1.027,15 ευρώ και µέγιστο το ποσό των 1.320,62 ευρώ για τις περιόδους από 1-1-2005 έως 31-12-2005 και από 10-1-2006 έως 31-12-2006, ενώ η πρώτη εξ αυτών (σύµβαση περιόδου από 1-2-2003 έως 31-12-2003) καταρτίστηκε και µε επιπλέον συμβαλλόμενο τον Ε.

Κ.. Ο ενάγων µε βάση τις άνω συµβάσεις προσέφερε τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγοµένη µέχρι την 7-3-2006, οπότε η τελευταία µε την από 3-3-2006 εξώδικη δήλωσή της, που επέδωσε σ' αυτόν στις 7-3-2006, κατήγγειλε την τελευταία σύµβαση (περιόδου από 10-1-2006 έως 31-12-2006), σύμφωνα με τον 14ο όρο αυτής, επικαλούμενη υπαίτια εκ μέρους του παράβαση των όρων αυτής και ζήτησε την παράδοση του ταμείου εντός δύο ημερών, παράλληλα δε, δήλωσε ότι δεν θα αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του, όπως και έπραξε.

Στα πλαίσια των εν λόγω συμβάσεων ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγομένη, οι οποίες αφορούσαν την έκδοση εισιτηρίων για τους επιβάτες των λεωφορείων της, που θα μετακινούνταν προς Δράμα και Αθήνα και την παρακολούθηση των λεωφορείων για τη σωστή εκτέλεση των δρομολογίων με τους προορισμούς που προαναφέρθηκαν, με αμοιβή, για τις υπηρεσίες του αυτές, την ως άνω καθορισθείσα.

Ο ενάγων δεν ασφαλίστηκε στο ΤΕΒΕ, ως ελεύθερος επαγγελματίας (εκδότης εισιτηρίων), διότι ως αυτοκινητιστής και μέτοχος της πρώτης εναγομένης ήταν ασφαλισμένος στο ΤΣΑ, παρέμεινε δε ασφαλισμένος στον ίδιο ασφαλιστικό φορέα, καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης του στην πρώτη εναγομένη. Κατά τους όρους των εν λόγω συμβάσεων, ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο πρακτορείο της πρώτης εναγομένης στο Σταθμό ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της Θεσσαλονίκης, καθημερινά, από ώρα 06.00' έως 22.30', για να υποδέχεται και επιμελείται της άφιξης και αναχώρησης των δρομολογίων.

Κατά την άφιξή του και την αναχώρησή του από την εργασία του δεν υπέγραφε σε σχετικά βιβλία που τηρούντο για του εργαζομένους µε σχέση εξαρτηµένης εργασίας στην πρώτη εναγοµένη, ενώ, για την εκτέλεση των καθηκόντων, που του είχαν ανατεθεί, χρησιμοποιούσε ορισµένες φορές και βοηθητικό προσωπικό της επιλογής του, κατά τους όρους της µεταξύ τους σύµβασης.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του δεν τελούσε υπό τις δεσμευτικές οδηγίες και τον έλεγχο της πρώτης εναγομένης, ο µόνος δε έλεγχος που αυτή ασκούσε συνίστατο στην είσπραξη και κατάθεση των ποσών που αυτός εισέπραττε από την πώληση των εισιτηρίων. Πέρα από τον έλεγχο αυτό η πρώτη εναγοµένη δεν ασκούσε άλλο έλεγχο ή εποπτεία, ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής των υπηρεσιών του.

Η παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος στο πρακτορείο της πρώτης εναγομένης στο Σταθµό ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ και µάλιστα σε χώρο και χρόνο καθορισμένο από αυτήν ήταν αναγκαία από τη φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας για την καλλίτερη εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού και την εκτέλεση των δρομολογίων των λεωφορείων µε βάση τις ώρες αναχώρησης και άφιξης του πρώτου και τελευταίου δρομολογίου, πλην όµως, εντός του χρονικού αυτού διαστήματος ο ενάγων δεν ευρίσκετο συνεχώς στο χώρο του πρακτορείου, παρά µόνο όταν εξυπηρετούσε την έλευση ή αναχώρηση λεωφορείου.

Για την πληρωµή της αμοιβής του ο ενάγων εξέδιδε ισόποσα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, θεωρημένα νομίμως από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., τα οποία έφεραν έντυπη σημείωση με λεπτομερή στοιχεία αυτού και ειδικότερα: "Σ. Λ. - Εκδότης εισιτηρίων - 28ης Οκτωβρίου 87 - Αμπελ/ποι ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Αμπελ/πων". Η πρώτη εναγομένη ουδέποτε προέβη στην ασφάλιση του ενάγοντος στο ΙΚΑ, όπως είχε πράξει για όλους τους άλλους μισθωτούς της, χαρακτηρίζοντας έτσι ευθέως, τη σύμβαση ως σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, ούτε και στην καταβολή προς αυτόν επιδομάτων εορτών ή στη χορήγηση αδείας ή επιδόματος αδείας, ενώ δεν προέκυψε διαμαρτυρία του ενάγοντος για την αντιμετώπιση αυτή μέχρι την καταγγελία της σύμβασης στις 7-3-2006.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, η σύναψη των άνω διαδοχικών συµβάσεων των διαδίκων, µε αντικείµενο την άσκηση πρακτορείας, όσον αφορά την έκδοση εισιτηρίων και τη δρομολόγηση των λεωφορείων της πρώτης εναγομένης µε τους προορισμούς που προαναφέρθηκαν, την παραλαβή και αποστολή ασυνόδευτων δεµάτων και την επιµέλεια της φόρτωσης, αναχώρησης, εκφόρτωσης και στάθμευσης των λεωφορείων, που εκτελούσαν τα συγκεκριμένα δρομολόγια, η πληρωµή του ενάγοντος µε προσκομιδή στο ταµείο της πρώτης εναγομένης τιµολογίου παροχής υπηρεσιών, η µη ασφάλισή του στο ΙΚΑ, η µη καταβολή σ' αυτόν επιδομάτων εορτών ή επιδόματος αδείας χωρίς διαμαρτυρία του, η µη υποχρέωσή του να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο και η µη εξάρτησή του ως προς τον τρόπο και το χρόνο από την τελευταία, προσιδιάζει σε σύµβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών για κάθε µια από αυτές και όχι σε σύµβαση παροχής εξαρτηµένης εργασίας.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη, για τις συµβάσεις των περιόδων από 1-2-2003 έως και 31-12-2006, υπέβαλε µέσα στην προθεσμία του άρθρου 1 παρ. 2 ν. 2639/1998 προς την Επιθεώρηση Εργασίας την προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό αναγγελία για το περιεχόµενο αυτών (συµβάσεων), ενώ για τη σύµβαση της περιόδου από 1-2-2002 έως 31-12-2002, για την οποία δεν προέκυψε η υποβολή σχετικής αναγγελίας, το µαχητό τεκμήριο, ότι υποκρύπτεται στη µεταξύ των διαδίκων συµφωνία σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας, καταρρίφθηκε από την ανταπόδειξη που έγινε στον πρώτο βαθµό από την πρώτη εναγοµένη, όσον αφορά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Οι συµβάσεις που συνέδεαν τα µέρη πρέπει να χαρακτηρισθούν, σύµφωνα και µε τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, όχι ως συµβάσεις παροχής εξαρτηµένης εργασίας ή, λόγω µη τήρησης των νοµίµων διατυπώσεων, απλές σχέσεις εργασίας, αλλά, ως συµβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, στις οποίες δεν έχουν εφαρµογή οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας και αυτές των άρθρων 663 επ.

του ΚΠολΔ, που αφορούν την επίλυση των διαφορών µε την καθοριζόμενη απ' αυτές ειδική διαδικασία και, συνεπώς, η αγωγή, κατά τις επικουρικές βάσεις της (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη) είναι ουσιαστικά αβάσιµη και απορριπτέα. Με τις παραδοχές αυτές και αφού έκρινε ότι οι συμβάσεις, που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, ήταν αυτές των ανεξάρτητων υπηρεσιών, το Εφετείο απέρριψε, κατ' ουσία, τις παραπάνω επικουρικές βάσεις της αγωγής, με την οποίες ο αναιρεσείων ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η αρχική σύμβαση με το αναιρεσίβλητο ΚΤΕΛ είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διαφορετικά απλή σχέση εργασίας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή, ότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα συμβάσεις με το αναιρεσίβλητο ΚΤΕΛ είναι συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ή, λόγω μη τήρησης των νόμιμων διατυπώσεων, απλές σχέσεις εργασίας, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ και 8 του ν. 2112/1920, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης (όσον αφορά την κατ' ουσίαν απόρριψη των επικουρικών βάσεων της αγωγής) διότι, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του.

Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων από τους διαδίκους με αντικείμενο την άσκηση πρακτορείας, όσον αφορά την έκδοση εισιτηρίων και τη δρομολόγηση των λεωφορείων, µε τους προορισμούς που προαναφέρθηκαν, την παραλαβή και αποστολή ασυνόδευτων δεµάτων και την επιµέλεια της φόρτωσης, αναχώρησης, εκφόρτωσης και στάθμευσης των λεωφορείων, που εκτελούσαν τα συγκεκριμένα δρομολόγια, η πληρωμή του αναιρεσείοντος (πράκτορος) με προσκομιδή στο ταμείο του ΚΤΕΛ τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, η μη υποχρέωσή του να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο και η μη εξάρτησή του ως προς τον τρόπο και το χρόνο από το ΚΤΕΛ, κατά την έννοια που εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, προσιδιάζει, σε σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας.

Η παροχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος στο σταθμό του ΚΤΕΛ και μάλιστα σε χώρο καθορισμένο από αυτό, ήταν αναγκαία από τα πράγματα, αφού έτσι γινόταν πολύ καλλίτερη η εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αφορά τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που διαπιστώνεται κενό στην ερμηνευομένη σύμβαση ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των βουλήσεων που δηλώθηκαν.

Το δικαστήριο, που διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν υπόκειται μεν κατά την κρίση του αυτή σε ακυρωτικό έλεγχο, αλλά αν παραλείψει, παρά τη διαπίστωση αυτή, να προσφύγει στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή παραβιάσει τους κανόνες αυτούς με την εσφαλμένη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ελέγχεται αναιρετικά για παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του Α.Κ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι οι συµβάσεις που καταρτίστηκαν και συνέδεαν τα µέρη πρέπει να χαρακτηρισθούν, όχι ως συµβάσεις παροχής εξαρτηµένης εργασίας ή, λόγω µη τήρησης των νοµίµων διατυπώσεων, απλές σχέσεις εργασίας, αλλά, ως συµβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Από την παραδοχή αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν διεπίστωσε κενό στις ερμηνευόμενες συμβάσεις, ούτε δημιουργήθηκε σ' αυτό αμφιβολία για την έννοια των βουλήσεων που δηλώθηκαν σ' αυτές και γιαυτό δεν προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Επομένως ο, περί του αντιθέτου, ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1). Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟΛ.ΑΠ. 8/2005).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1εδ.β, πλήττεται η προσβαλλομένη για πλημμέλεια στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο, με το να αρνηθεί, αναιτιολογήτως, να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να διαγνώσει την αληθή έννοια της εξαρτημένης εργασίας και σε κάθε περίπτωση δεν τα υπήγαγε στον κανόνα της εξαρτημένης εργασίας.

Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας αυτής πλήττεται απαραδέκτως η, επί της ουσίας, ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το τέταρτο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση, ότι συνδέεται με την αναιρεσίβλητη, με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δεν έλαβε υπόψη του τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ότι προσελήφθη από την εναγομένη για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της, ότι αυτές προηγουμένως κάλυπταν δυο τακτικοί υπάλληλοι της, ότι η εναγομένη υπέγραψε συμβάσεις και με άλλον εργαζόμενο, ότι υφίστατο νομική και προσωπική εξάρτηση μεταξύ των διαδίκων, ότι είχε όλα τα προσόντα του εκδότη εισιτηρίων και εκτελούσε την εργασία αυτή, ότι ήταν υποχρεωμένος να δέχεται καθημερινά τον έλεγχο της αναιρεσίβλητης, ότι προσλήφθηκε από το ΔΣ της, ότι οι αντίστοιχες οργανικές θέσεις κατά το χρόνο πρόσληψης του ήταν κενές, ότι τηρήθηκε η πειθαρχική διαδικασία του κανονισμού, πριν την καταγγελία της σύμβασης, ότι τα ΚΤΕΛ χρησιμοποιούν τις συμβάσεις πρακτόρευσης, αποκλειστικά μετά την έναρξη ισχύος του ν.2963/2001,όλως καταχρηστικά.

Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από τα πράγματα, που το Εφετείο δέχθηκε ως αληθή, προκύπτει, σαφώς, ότι τους ισχυρισμούς αυτούς έλαβε υπόψη του και τους απέρριψε.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής του ο ενάγων ισχυρίστηκε, ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη, την 1-2-2002 και έκτοτε με τις παραπάνω τέσσερις συμβάσεις, που συνήφθησαν στις 1-2-2003, 1-1-2004, 1-1-2005 και 10-1-2006 και χαρακτηρίστηκαν από τους διαδίκους, είτε ως συμβάσεις έργου είτε ως συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, πλην όμως, υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι παρείχε, συνεχώς, την εργασία του στην πρώτη εναγομένη, απασχολούμενος ως εκδότης εισιτηρίων στο πρακτορείο αυτής στη Θεσσαλονίκη, μέχρι την 7-3-2006, κατά την οποία καταγγέλθηκε η σύμβαση.

Ότι οι ένδικες συμβάσεις του, από την έναρξή τους, κατ' επίφαση, ήταν ορισμένου χρόνου, ενώ από την αρχή ήταν αορίστου χρόνου, διότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της πρώτης εναγομένης, καταρτίστηκαν δε ως ορισμένου χρόνου, σκοπίμως, προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας τους.

Με βάση αυτά ζήτησε, μεταξύ των άλλων, 1) να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με την πρώτη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κυρίως ως εξυπηρετών πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες αυτής εξ υπαρχής, άλλως (επικουρικά), διότι στο πρόσωπό του συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Π.Δ. 81/2003, από την έναρξη ισχύος αυτού (2-4-2003), 2) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασής του, και 3) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν:

α)το ποσό των 3.081,45 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μισθούς υπερημερίας τριών μηνών, β) να τον κατατάξουν στις υφιστάμενες κενές θέσεις προσωπικού στο πρακτορείο Θεσσαλονίκης ή αυτές που στο μέλλον θα συσταθούν και γ) να αποδέχονται τις προσφερόμενες από αυτόν υπηρεσίες. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 17/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση, και το Εφετείο Δράμας με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι με το προαναφερόμενο περιεχόμενο η αγωγή, ως προς τη μεταβιβασθείσα στο Δικαστήριο αυτό βάση της αναγνώρισης, ότι οι αναφερόμενες και υποκρυπτόμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, τις οποίες συνήψε με την πρώτη εναγομένη, συνιστούν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εκ του ότι με την παρασχεθείσα εργασία του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της άνω εναγομένης, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, υπό την έννοια ότι, και αν τα ανωτέρω περιστατικά είναι αληθή, δεν παρέχεται στον ενάγοντα η αιτούμενη έννομη προστασία.

Με τους συναφείς, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση, ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι, κατά την παραπάνω βάση της, η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε 1) με την εσφαλμένη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ΠΔ 103/1973 και 229/1994, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και 2) με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 281, 671 του Α.Κ.

και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και του ΠΔ 81/1983, όπως αντ. από το ΠΔ 140/2004. Όμως, αφού, όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι συμβάσεις που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτές των ανεξάρτητων υπηρεσιών, οι λόγοι αυτοί προβάλλονται αλυσιτελώς και είναι απορριπτέοι, διότι, αναγκαία προϋπόθεση της ευδοκίμησης της αγωγής, ως προς την βάση της αυτή, είναι η ύπαρξη, μεταξύ των διαδίκων, σύμβασης εργασίας.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, αφού οι αναιρεσίβλητοι ερημοδίκησαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 18-8-2010 αίτηση αναιρέσεως της 194/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ