Legislator Case Law & Legislation
297/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored admissible evidence regarding lease termination.

Case Number 297/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a lease dispute. The appellant argued the lower court failed to consider an extrajudicial declaration containing an admission of continuous lease usage and a judicial admission of non-termination. The court ruled that the lower court had properly evaluated the evidence and that the appellant's claims did not constitute grounds for annulment under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appellate court cannot annul a judgment for failing to consider evidence that was actually evaluated by the court of first instance, as the assessment of such evidence falls within the discretionary power of the lower court.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure annulment grounds judicial admission extrajudicial declaration lease termination appellate review evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 559 No. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 561 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 352 of the Code of Civil Procedure
Article 242 No. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1465/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 297 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 297/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...... και Σια Ε.Π.Ε. Υ.Ε." που εδρεύει στην ......, βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γεωργιάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "SATO ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φαρμακίδη-Μάρκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/4/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 23/4/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3512/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7347/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 5 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1487/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την 7347/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και παρέπεμψε κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Εκδόθηκε η 5496/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/9/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 14/11/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση καθώς και οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης ή αυτοτελείς ισχυρισμοί.

Δεν είναι πράγματα όμως με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα εταιρία με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την προαναφερόμενη πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ακόλουθους πραγματικούς ισχυρισμούς της που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης καθώς και τους καθοριζόμενους περαιτέρω επί μέρους ισχυρισμούς που προς απόδειξη των ισχυρισμών εκείνων είχε προβάλλει και με λόγους της έφεσής της, ήτοι :

α) ότι η μίσθωση, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης με το από 20-4-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό αποτελεί συνέχιση της πρώτης μίσθωσης (από 8-10-1979), β) ότι η συναφθείσα την 20-4-1992 μίσθωση εκφράζει τη σιωπηρή βούληση των συμβαλλομένων (της ίδιας και της αναιρεσίβλητης) για κατάργηση της καταγγελίας της σύμβασης που είχε γίνει με την πρώτη (από 28-11-1988) αγωγή της, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η υπ' αριθμ 262/1992 εξωστική απόφαση του Αρείου Πάγου ουδέποτε εκτελέστηκε εκουσίως ή αναγκαστικώς, γ) ότι η αντίδικος χρησιμοποιούσε αδιακόπως το μίσθιο κατάστημα από το 1979 έως το 2004 και δ) ότι επομένως δεν δικαιούται την εκ του νόμου αποζημίωση των 24 μισθωμάτων για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας του μισθίου.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, σύμφωνα με την αναιρετική 1487/2006 απόφαση, είχε εξουσία να εξετάσει την υπόθεση μόνο κατά το μέρος που απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί συμβατικής ανακλήσεως της καταγγελίας της πρώτης μισθώσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε και απέρριψε τους ανωτέρω υπό στοιχεία α' και β' και τους συναφείς αυτών ισχυρισμούς της.

Οι υπό στοιχεία γ' και δ' επικαλούμενοι ισχυρισμοί, καθώς και όσα αναπτύσσονται στη συνέχεια στο λόγο αναίρεσης ότι είχε επικαλεστεί στις προτάσεις της για την απόδειξη αυτών δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, που θεμελιώνουν ένσταση, αλλά είναι επιχείρημα και συμπέρασμα, αντιστοίχως, που εξάγει η αναιρεσείουσα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που είχε η ίδια επικαλεστεί και προσκομίσει.

Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά το πρώτο μέρος και ως απαράδεκτος κατά το δεύτερο μέρος αυτού.

ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη την από 17-6-1997 εξώδικη δήλωση που είχε κοινοποιήσει η αναιρεσίβλητη σ' αυτήν την 23-6-1997 καθώς και το από 16-3-1998 συμφωνητικό παράτασης και τροποποίησης της μίσθωσης. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και αν δεν μνημονεύονται ειδικά. σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και την παραπάνω εξώδικη δήλωση. Επομένως και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ), ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται κατά το άρθρο 352 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελεύθερα, από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο στο Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ εξάλλου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με τον λόγο αναίρεσης που προβάλλει ο αναιρεσείων, συνάγεται εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1465/1997 Δίκη 29.413). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης (πρώτο μέρος αυτού) η αναιρεσείουσα εταιρία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιλαμβάνεται στην από 17-6-1997 εξώδικη δήλωση, με την οποία αυτή ομολογεί ότι είχε τη χρήση του μισθίου και ότι ουδέποτε διακόπηκε η μεταξύ τους μισθωτική σχέση από 8-10-1979, ισχυρισμό τον οποίο είχε νομίμως επικαλεστεί κατά εκτιθέμενα σ' αυτόν.

Ο λόγος αφενός μεν δεν ιδρύεται, αφού, κατά τα αναπτυσσόμενα παραπάνω (δεύτερος λόγος), δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την εξώδικη δήλωση, όπου κατά τον ισχυρισμό περιέχεται ομολογία, αφετέρου δε η εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου αφορά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Εξάλλου, με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου η αναιρεσείουσα προσάπτει την ίδια πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, που περιεχόταν στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοδικείου και του εφετείου, ότι ουδέποτε εκκένωσε το μίσθιο, ουδέποτε το παρέδωσε και ουδέποτε μεταστεγάστηκε, συνομολογώντας σαφώς ότι δεν μεταστεγάστηκε και ότι πρότεινε τη σύναψη νέας μίσθωσης ακριβώς για να μην μεταστεγαστεί, ισχυρισμό τον οποίο είχε προτείνει νόμιμα.

Ο λόγος κατά το μέρος αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν αγνόησε την προβαλλόμενη ομολογία, αφού δεν δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε εκκενώσει και παραδώσει το μίσθιο και είχε μετεγκατεσταθεί καθώς και ότι δεν είχε προτείνει στην αναιρεσείουσα το έτος 1992 τη σύναψη νέας μισθώσεως, αλλά με βάση τα εκτιθέμενα περιστατικά δέχθηκε ότι δεν έγινε συμβατική ανάκληση της καταγγελίας της πρώτης μίσθωσης που αποτελούσε το μοναδικό εξεταστέο ζήτημα, σε κάθε δε περίπτωση τα επικαλούμενα (μη εκκένωση, μη παράδοση, μη μεταστέγαση) αποτελούν επιχειρήματα και δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, στον οποίο αφορά η ομολογία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "...... και Σια ΕΠΕΥΕ" για αναίρεσης της 5496/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ