297/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02.04.1997 αγωγή της αρχικής αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 20/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 314/2002 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 05.09.2002 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1055/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θράκης.
Legislator headnote
AI generated297/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β'), οι αποφάσεις της Ολομελείας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν (Κ.Πολ.Δ 580 § 4) και στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση (Κ.Πολ.Δ 581 § 2).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 297 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 297/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αθανάσιος Γεωργιάδης, που ανακάλεσε την από 10.12.2007 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Της αναιρεσιβλήτου :Ψ1, ως μόνης εκ διαθήκης κληρονόμου της αρχικής αναιρεσιβλήτου, που απεβίωσε στις 25.04.2007 Ψ, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Αποστολίδης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02.04.1997 αγωγή της αρχικής αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 20/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 314/2002 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 05.09.2002 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1055/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θράκης.
Εκδόθηκε η 158/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 30.03.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 13.12.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 27/4-4-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 158/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με το 39/3-4-1997 δικόγραφο αγωγών η ενάγουσα και αναιρεσίβλητη Ψ, μετά τον επισυμβάντα στις 25-4-2007 θάνατο της οποίας υπεισήλθε στη δικονομική της θέση η θυγατέρα της Ψ1, μοναδική της κληρονόμος με τη συνταχθείσα ενώπιον της συμφ/φου Σαλαμίνας Ασήμως Τσιλιβίγκου ........ δημόσια διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με τα 668/25-5-2007 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εδίωκε (α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα (αα) ως εικονικής, της συνομολογηθείσης μετά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και στο ........
συμβόλαιο του συμ/φου Ξάνθης Κων/νου Σισαμπέρη διατυπουμένης συμβάσεως πωλήσεως, καλυπτούσης στην πραγματικότητα δωρεά υπό τρόπο, συνιστάμενο στην ανάληψη από τον τελευταίο της υποχρεώσεως παροχής προς εκείνη υπηρεσιών περιποιήσεως και φροντίδας, στην οποία υπαιτίως δεν ανταποκρίθηκε λόγο για τον οποίο και ανεκάλεσε την προς αυτόν δωρεά και επικουρικώς (ββ) για τον λόγο ότι κατά τον χρόνο της καταρτίσεώς της εστερείτο λόγω πνευματικής νόσου της χρήσεως του λογικού και (β) (αα) να αναγνωρισθεί η κυριότητα της επί του ακινήτου, που αποτέλεσε αντικείμενο της συμβάσεως πωλήσεως, και (ββ) υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε απόδοσή του.
Προς απόκρουση των αγωγών ο εναγόμενος υποστήριξε Ι.- ότι υπαίτια της μη εκπληρώσεως του τρόπου είναι η ίδια η ενάγουσα λόγω της οριστικής εγκαταστάσεώς της στην ..... και έτσι κατέστησε αδύνατη την εκτέλεση του τρόπου στην ......, όπου η κατοικία αμφοτέρων και ο τόπος παροχής των προς εκείνη υπηρεσιών του, και
ΙΙ.- παράλληλα διατύπωσε ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος. Με την 99/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης κρίθηκαν νόμιμες οι με στοιχ. (α) αγωγές και η με στοιχ. Ι ένσταση του εναγομένου και τάχθηκε το οικείο σε βάρος των διαδίκων θέμα αποδείξεως, μετά τη διεξαγωγή των οποίων επανήλθε η υπόθεση προς συζήτηση, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 20/2001 οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της αγωγής, δεχθείσα ειδικότερα ότι η συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πωλήσεως ήταν εικονική, καλύπτουσα στην πραγματικότητα την επικαλούμενη δωρεά υπό τρόπο, η εκπλήρωση του οποίου ματαιώθηκε από υπαιτιότητα της ιδίας της ενάγουσας, κατ' αποδοχή της σχετικής περί τούτου ενστάσεως του εναγομένου.
Την εν λόγω απόφαση προσέβαλαν οι κατά την πρωτοβάθμια δίκη διάδικοι με τις (i) 32/11-4-2001 και (ii) 31/11-4-2001 εφέσεις, επί των οποίων, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε η 314/2002 απόφαση του Εφετείου Θράκης, με την οποία η με στοιχ. (ii) έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του εκκαλούντος προς άσκηση αυτής.
Αντίθετα, κατά παραδοχή της με στοιχ. (i) εφέσεως, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και, κατ' αποδοχή της με στοιχ. α (αα) αγωγής, αναγνώρισε την ακυρότητα, ως εικονικής της επίμαχης συμβάσεως πωλήσεως και ισχυρή την καλυπτομένη υπό αυτήν δωρεά, η οποία αναγνώρισε ότι ανακλήθηκε. Την απόφαση αυτή προσέβαλλε ο ηττηθείς εκκαλών-εφεσίβλητος με την 48/9-9-2002 αίτηση αναιρέσεως κατ' αποδοχή της οποίας αναιρέθηκε η πληττόμενη δι' αυτής δευτεροβάθμια απόφαση.
Ειδικότερα, με την αναιρετική 1055/2004 απόφαση έγινε δεκτό (1) ότι ο ηττηθείς εναγόμενος στη με στοιχ. α (αα) αγωγή είχε έννομο συμφέρον προς άσκηση της με στοιχ. (ii) εφέσεως, την οποία παρά το νόμο η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτη και με την έννοια αυτή υπέπεσε στην κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια και (2) ότι η προσβαλλομένη πρωτοβάθμια απόφαση διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπάρξεως ή μη υπαιτιότητος του εναγομένου ως προς την εκτέλεση του τρόπου, για τον λόγο ότι δεν αναφέρεται στις αιτιολογίες της I.- με ποιο τρόπο και επί πόσο χρόνο, μετά το μνημονευόμενο σ' αυτή περιστατικό (κατά το οποίο ο εναγόμενος αρνήθηκε την παροχή βοηθείας και τη μαζί του επίσκεψη της ενάγουσας στον θεράποντα ιατρό) ο εναγόμενος εξακολούθησε να αδιαφορεί για την ενάγουσα και
ΙΙ. σε τι συνίστατο η επιδείνωση της υγείας της, εξαιτίας της οποίας και του προχωρημένου της ηλικίας της αυτή είχε ανάγκη συνεχούς μέριμνας και φροντίδας και ποίο το είδος της συνεχούς αυτής μέριμνας , ώστε η ενάγουσα να αναγκαστεί να ανακαλέσει τη δωρεά, καθώς και πότε και με ποιο τρόπο αυτή προέβη στην ανάκληση της δωρεάς αυτής", ιδρυομένου εντεύθεν του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγου αναιρέσεως μετά την παραπομπή της στο Εφετείο Θράκης, επανήλθε η υπόθεση προς συζήτηση, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 158/2006 αποφάσεως αυτού, με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της με στοιχ. (ii) εφέσεως του κατά την πρωτοβάθμια δίκη εναγομένου.
Αντίθετα, κατά παραδοχή της με στοιχ. (i) εφέσεως της ενάγουσας, εξαφάνισε την προσβαλλομένη δι' αυτής πρωτόδικη οριστική απόφαση και, κατ' αποδοχή της με στοιχ. α (αα) αγωγής, αναγνώρισε την ακυρότητα, ως εικονικής, της συνομολογηθείσης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως πωλήσεως και ισχυρή την υποκρυπτόμενη δωρεά, η οποία αναγνώρισε ότι ανακλήθηκε.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο εκκαλών - εφεσίβλητος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, έννοια με την οποία και ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, και ειδικότερα εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε με επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Παράλληλα ως "πράγματα" κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 περ. 8 Κ.Πολ.Δ θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθένα από τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι ως προς τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 138 § 1 ΑΚ δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, κατά δε την § 2 του ιδίου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική δικαιοπραξία καλυπτομένης άλλης δικαιοπραξίας είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για την δωρεά ακινήτου (ΑΚ 159 § 1, 369, 498 § 1), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτομένης δικαιοπραξίας, αλλά αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, από το συμβόλαιο πωλήσεως ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δε απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία ηθέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση, ότι δε ισχύει για το είδος της καλυπτομένης δικαιοπραξίας ισχύει για το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής (πλειοψ.
Α' Ολ. ΑΠ 36/1998). Κατά τις ενδιαφέρουσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως " Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στην υπ' αριθμ. 36/1998 έκθεση του Εισηγητή Δικαστή του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων και αυτή του μάρτυρα της ενάγουσας ........, η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε και γι' αυτό το λόγο λαμβάνεται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και απ' όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα εξής :
Με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ξάνθης Κωνσταντίνου Σισαμπέρη, που νόμιμα μεταγράφηκε, η ενάγουσα πώλησε στον εναγόμενο ένα οικόπεδο επιφάνειας 138,26 τ.μ. με την επ' αυτού οικία, η οποία αποτελείται από υπόγειο 57,62 τ.μ. και πρώτο όροφο 63,77 τ.μ., που βρίσκεται στην ..., επί της οδού ........, έναντι συμφωνημένου τμήματος 3.111.758 δρχ, όσο δηλαδή και η αντικειμενική του αξία.
Δεν αποδείχθηκε ότι η σύμβαση πώλησης του άνω ακινήτου ήταν σπουδαία (πραγματική) και ότι κατεβλήθη το τίμημα, ως αβάσιμα, ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Την κρίση του αυτή στο σημείο τούτο το Δικαστήριο στηρίζει ιδία 1) στην κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας η οποία σαφώς κατέθεσε, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά "η θεία μου δεν είχε λόγο να πουλήσει το σπίτι, ...
είχε τρεις συντάξεις, ... έχοντας λεπτά στην Τράπεζα που της έδωσε ο θείος μου 4.000.000 δρχ...", την κατάθεσή της δε αυτή το Δικαστήριο θεωρεί ειλικρινή και 2) εκ των εξ αντιγράφων κίνησης του με αριθμό ...... κοινού λογαριασμού Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου της ενάγουσας και του συζύγου της κατά το διάστημα από την κατάρτιση του άνω συμβολαίου και ολίγον χρόνο προ αυτής μέχρι και τον χρόνο ανάκλησης της δωρεάς δεν έγινε κατάθεση από την ενάγουσα του ποσού του άνω τιμήματος ή άλλου μικρότερου, πάντως σημαντικού ποσού.
Ειδικότερον η ενάγουσα στον άνω κοινό λογαριασμό κατά Φεβρουάριο 1988 είχε υπέρ αυτής υπόλοιπο ποσού 3.000.000 δρχ, το οποίο κατά μήνα Ιούλιο έτους 1991 δηλαδή δύο μήνες πριν την πώληση ανήρχετο στο ποσό των 4.000.000 δρχ περίπου. Εάν δε η ενάγουσα είχε εισπράξει το τίμημα προφανώς θα το κατέθετε, διότι η φύλαξή του στην οικία της ήταν επικίνδυνη.
Ούτε εξ άλλου αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έλαβε το τίμημα και το ανάλωσε για ικανοποίηση διαφόρων αναγκών της σημαντικών. Βέβαια στο υπ' αριθμ. ...... ως άνω συμβόλαιο του άνω συμβολαιογράφου Ξάνθης Κωνσταντίνου Σισαμπέρη αναφέρεται ότι η ενάγουσα δήλωσε στον συμβολαιογράφο αυτόν ότι "εισέπραξε ολόκληρο το τίμημα εκτός του γραφείου του".
Έτσι το συμβόλαιο αυτό παράγει πλήρη απόδειξη, ως προς τη δήλωση αυτή της ενάγουσας μέχρι την προσβολή του για πλαστότητα, μόνο όμως ως προς το γεγονός ότι έγινε η δήλωση αυτή, όχι όμως και για την αλήθεια του περιεχομένου της, ως προς την οποία η δήλωση αποτελεί εξώδικη ομολογία της ενάγουσας η οποία επιτρέπεται να ανταποδείξει την αναλήθεια της δηλώσεως της.
Η αναλήθεια δε αυτή αποδεικνύεται, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία και από το περιστατικό ότι η ενάγουσα δεν κατέθεσε στον λογαριασμό της το ποσό του τιμήματος της πώλησης. Ο μεταγενέστερος ισχυρισμός του εναγομένου ότι είχε εκμισθώσει, την επίδικη οικία στην ενάγουσα δεν είναι πειστικός, αφού έρχεται σε αντίθεση με όσα προηγούμενα υποστήριζε και επιπλέον δεν αποδεικνύεται από κανένα βάσιμο αποδεικτικό στοιχείο.
Περαιτέρω από τα παραπάνω στοιχεία αποδείχθηκαν και τα εξής : Η ενάγουσα ήταν κάτοικος ..... και οι επαφές με τα παιδιά της : ήτοι του γιου της, ναυτικού το επάγγελμα, εγκατεστημένου με την οικογένειά του στον Πειραιά και της κόρης της, εγκατεστημένης στην ..... με την δική της και εργαζομένης εκεί σε επιχείρηση παντοπωλείου του συζύγου της, ήταν ελάχιστες κάθε χρόνο και όχι και πολύ καλές.
Έτσι δε αυτά εξ αντικειμένου βρίσκονταν σε αδυναμία να της παράσχουν οποιαδήποτε φροντίδα και περιποίηση. Ο εναγόμενος είναι κάτοικος ....... και Αστυνομικός, ουδεμία δε συγγένεια συνέδεε αυτόν με την ενάγουσα. Είχε γνωρισθεί με τον σύζυγο της (πωλητή) επ' ευκαιρία μεταξύ τους συναλλαγής, και συγκεκριμένα πώλησης ενός αγρού αυτού που έγινε το έτος 1988.
Έκτοτε αναπτύχθηκε φιλική σχέση μεταξύ τους, εκδηλούμενη με τακτικές επισκέψεις του εναγομένου και της συζύγου του στην οικία της ενάγουσας. Μάλιστα ο εναγόμενος στα πλαίσια της σχέσης αυτής παραστάθηκε, ως μάρτυρας κατά τη σύνταξη του υπ' αριθμ, ......... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ξάνθης Κωνσταντίνου Σισαμπέρη με το οποίο ο σύζυγος της δώρησε σ' αυτήν το αργότερα από την ίδια στον εναγόμενο μεταβιβασθέν επίδικο ακίνητο (οικία).
Έπασχε δε τότε η ενάγουσα από εγκεφαλική ατροφία, νεφρική ανεπάρκεια και χρόνια κατάθλιψη, η οποία της προκαλούσε το συναίσθημα της απελπισίας, του άγχους και της έντονης ανασφάλειας. Θα πρέπει να λεχθεί εδώ και πως η κατάσταση αυτής προ της συντάξεως του επιδίκου ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου είχε επιδεινωθεί, ενόψει του θανάτου του συζύγου της με επακόλουθο η ανασφάλεια που αισθανόταν να επιταθεί και αυτή να επιδιώκει να στηριχθεί σε άτομο της εμπιστοσύνης της, τέτοιος δε ήταν ο εναγόμενος, ενόψει μάλιστα 7 και της ιδιότητός του ως Αστυνομικού.
Έτσι μετά το θάνατο του συζύγου της ενάγουσας ο εναγόμενος εκμεταλλευθείς την κατά τον χρόνο τούτου (χρόνος θανάτου 1991) κατάσταση αυτής, από απόψεως υγείας, ηλικίας (78 ετών), αδυναμίας των παιδιών της να την περιποιηθούν και της ως εκ τούτου δυσχερείας της ιδίας προς αυτοεξυπηρέτηση όλων των αναγκών της, πρότεινε σ' αυτήν, αυτή μεν να του μεταβιβάσει λόγω δωρεάς το άνω ακίνητο, αυτός δε να της παρέχει μέχρι του θανάτου της κάθε φροντίδα και περιποίηση αναγκαία για την εξυπηρέτησή της.
Την πρόταση αυτή αποδέχθηκε η ενάγουσα και σε εκτέλεση της προφορικής αυτής συμφωνίας μεταβίβασε στον εναγόμενο, λόγω πώλησης και αντί του ορισθέντος στο συμβόλαιο τιμήματος από, δραχμές 3.111.178 το επίδικο ακίνητο κατά τα προαναφερόμενα. Η άνω όμως πώληση είναι εικονική, διότι οι διάδικοι κατά κατάρτιση της άνω σύμβασης δεν θέλησαν την μεταβίβαση της κυριότητας του άνω ακινήτου στον εναγόμενο, λόγω πώλησης, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, αλλά θέλησαν στην πραγματικότητα, σύμφωνα άλλωστε και με το περιεχόμενο της άνω προφορικής συμφωνίας των που προηγήθηκε της κατάρτισης του συμβολαίου, την μεταβίβαση του ακινήτου στον εναγόμενο, λόγω δωρεάς με τρόπο σε βάρος του τελευταίου, συνιστάμενου στην παροχή απ' αυτόν στην ενάγουσα περιποιήσεων και φροντίδων.
Εξ άλλου το ότι η πώληση ήταν εικονική ενισχύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ακόμη περισσότερο και από το γεγονός 1) ότι και μετά τη σύμβαση αυτή και μέχρι τα τέλη του έτους 1996, οπότε αναχώρησε η ενάγουσα από την ...... και εγκαταστάθηκε στην οικία της θυγατέρας της στη ........, περί των οποίων, παρακάτω, αυτή εξακολουθούσε να κατοικεί στην εν λόγω οικία και να καταβάλει τους αντίστοιχους λογαριασμούς της ΔΕΗ και της ΔΕΥΑΞ, χωρίς να διαμαρτύρεται για το γεγονός αυτό ο εναγόμενος, μολονότι η ενάγουσα διατηρούσε και άλλη ιδιόκτητη οικία στην ........, την οποία εκμίσθωνε μάλιστα προς τρίτους και 2) ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα (1991-1996) ο εναγόμενος και η σύζυγός του της παρείχαν χωρίς αντάλλαγμα φροντίδες και περιποιήσεις, οι δε φιλικές τους σχέσεις δεν είχαν εξελιχθεί σε τέτοιο σημείο, ώστε να δικαιολογείται αυτό".
Από το κατά τούτο περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το σύνολο των νομίμως επικαλουμένων και υπαρχόντων στην διάθεσή του αποδεικτικών μέσων και ιδίας την διατυπουμένη στο ........ συμβόλαιο του συμ/φου Ξάνθης Κων/νου Σισαμπέρη δήλωση της αναιρεσίβλητης ότι εισέπραξε το συνομολογηθέν τίμημα των 4.000.000 δρχ.
της φερομένης ως συνομολοθείσης δι' αυτού συμβάσεως πωλήσεως τις μαρτυρικές καταθέσεις των παραστάντων κατά την κατάρτιση της συμβάσεως δικηγόρων Γ1 και Γ2 και την κατά την δίκη των ασφαλιστικών μέτρων ένορκη βεβαίωση της ....., αντίθετος περί τούτου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος στον οποίο πειράται, πλην ανεπιτυχώς, να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αξιολογείται ως αβάσιμος.
Επιπρόσθετα οι αιτιολογίες αυτές αξιολογούνται ως πλήρεις και χωρίς αντίφαση, επιτρέπουσες τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 138 εδ. 2 ΑΚ, με βάση την οποία και τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως ορθώς κρίθηκε ότι υπό την εικονικώς συνομολογηθείσα σύμβαση πωλήσεως καλύπτεται δωρεά υπό τρόπο.
Επομένως οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι αναιρέσεως, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται ως αβάσιμοι. Η κρίση αυτή δεν διαφοροποιείται από τους επικαλούμενους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και ιδία, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους "ότι το Εφετείο δέχθηκε : 1) ως ειλικρινή την κατάθεση της μάρτυρα της αντιδίκου περί του ότι η θεία της δεν είχε λόγο να πουλήσει το σπίτι γιατί είχε 3 συντάξεις και λεφτά 4.000.000 δρχ.
που της είχε δώσει ο θείος της, 2) ότι στο λογαριασμό του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου της αντιδίκου δεν εμφανιζόταν κατάθεση κάποιου σημαντικού ποσού, 3) ότι δεν αποδείχθηκε λήψη τιμήματος και ανάλωση για ικανοποίηση διαφόρων σημαντικών της αναγκών και 4) ότι η δήλωση της αντιδίκου στο συμβόλαιο πώλησης ότι έλαβε το τίμημα "παράγει πλήρη απόδειξη ως προς τη δήλωση αυτή μέχρι την προσβολή του για πλαστότητα, μόνον όμως ως προς το γεγονός ότι έγινε η δήλωση αυτή, όχι όμως και για την αλήθεια του περιεχομένου της, ως προς την οποία η δήλωση αποτελεί εξώδικη ομολογία της ενάγουσας η οποία επιτρέπεται να ανταποδείξει την αναλήθεια της δηλώσεώς της" σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι "η ενάγουσα δεν κατέθεσε στο λογαριασμό της το ποσό του τιμήματος της πώλησης".
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε και :
5) ότι ο μεν γιος της αντιδίκου ήταν ναυτικός και η κόρη της εργαζόταν στο παντοπωλείο της στη ......, ότι οι επαφές τους εξ αντικειμένου ήτα ελάχιστες και οι σχέσεις τους "όχι και πολύ καλές", 6) ότι από 1988 είχα αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τον σύζυγο της αντιδίκου και την ίδια εκδηλούμενες με τακτικές επισκέψεις εμού και της συζύγου μου στο σπίτι τους, ότι είχα παραστεί ως μάρτυρας σε δωρητήριο συμβόλαιο του συζύγου της αντιδίκου προς αυτή του ίδιου του σπιτιού που αργότερα μεταβίβασε σ' εμένα, 7) ότι η αντίδικος έπασχε από εγκεφαλική ατροφία, νεφρική ανεπάρκεια και χρόνια κατάθλιψη που της προκαλούσε το συναίσθημα της απελπισίας, του άγχους και της ανασφάλειας, που όλα αυτά επιδεινώθηκαν με τον θάνατο του άντρα της και ότι συνακόλουθα επιδίωξε να στηριχθεί σε άτομο της εμπιστοσύνης της, όπως εγώ που ήμουν και αστυνομικός. 8) ότι ενόψει αυτών εγώ "εκμεταλλεύθηκα" την κατάσταση αυτή και της πρότεινα να μου μεταβιβάσει λόγω δωρεάς το σπίτι με αντάλλαγμα να της παρέχω φροντίδες μέχρι το θάνατό της και ότι έτσι συμφωνήσαμε προφορικά και "σε εκτέλεση αυτής της συμφωνίας μεταβίβασε στον εναγόμενο λόγω πώλησης" και αντί του ορισθέντος στο συμβόλαιο τιμήματος από δρχ. 3.111.178 το επίδικο ακίνητο, παραδοχές, οι οποίες δεν ήταν ικανές για να στηρίζουν την κρίση της περί εικονικότητας της συμβάσεως πωλήσεως καθόσον α) η ευμάρεια της αντιδίκου ευλόγως της επέτρεπε να πουλήσει ένα από τα ακίνητα της (η απόφαση δέχεται ότι είχε και δεύτερο μεγαλύτερο ακίνητο που το εκμίσθωνε σε τρίτους), β) η μη εμφάνιση κατάθεσης σημαντικού ποσού στο βιβλιάριο του Ταχυδρομ.
Ταμιευτηρίου δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι δεν έλαβε χρήματα, γιατί αυτά μπορεί να τα κατέθεσε σε άλλο τραπεζικό - πιστωτικό κατάστημα, γ) η μη εμφανής ανάλωση μεγάλων ποσών δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι η αντίδικος δεν έλαβε χρήματα, ιδίως δε αν τα κατέθεσε σε άλλο λογαριασμό, δ) η δήλωση - ομολογία της αντιδίκου στο συμβόλαιο ότι έλαβε χρήματα αποτελεί καταρχήν πλήρη απόδειξη του γεγονότος ότι έλαβε χρήματα και όχι μόνον του γεγονότος ότι προέβη στη δήλωση αυτή και όλα αυτά σε συνδυασμό με τα δεκτά γενόμενα γεγονότα α) των αραιών και όχι πολύ καλών σχέσεων της αντιδίκου με τα παιδιά της, β) των οικογενειακών φιλικών μας σχέσεων, (8) της κλονισμένης υγείας της αντιδίκου και της ανάγκης της ν α εμπιστευθεί κάποιον του είχε και μία συγκεκριμένη ιδιότητα λαμβανομένου επιπρόσθετα υπόψη ότι βεβαιώθηκε ότι δεν υποκρυπτόταν δωρεά Από τη μακροχρόνια κι όχι όψιμη οικογενειακή σχέση της οικογένειας μου με την οικογένεια της αντιδίκου.
Από το ότι η ίδια η μάρτυρας της αντιδίκου και ανεψιά της αναγνώρισε ότι πάντοτε φροντίζαμε κι εγώ κι η γυναίκα μου την αντίδικο πολύ πριν τη μεταβίβαση του σπιτιού της σ' εμένα.
Από το ότι η ίδια ανωτέρω μάρτυρας εμμέσως αναγνώριζε ότι παίρνοντας εγώ τη σύνταξη ΤΕΒΕ της αντιδίκου συμψήφιζα την οφειλή ενοικίου του σπιτιού μετά την πώληση του προς εμένα.
Από το ότι η μάρτυρας ....... θεωρούσε την αντίδικο ως εγκαταληφθείσα από τα παιδιά της, ότι ήταν γερή γυναίκα και "κοκκέτα" και πολύ καλά στην υγεία της και ότι κανείς δεν θα μπορούσε να την ξεγελάσει.
Από το γεγονός ότι το άλλο της σπίτι το δώρησε στην κόρη της.
Από το γεγονός ότι ενώ η ίδια η αντίδικος άσκησε την ένδικη αγωγή - και όχι δικαστικός συμπαραστάτης που θα ορίζονταν από τους συγγενείς της επί τούτου - γεγονός που δεν συμβαδίζει με την επικουρική βάση της αγωγής της περί μη καλής πνευματικής κατάστασης της, για την οποία μάλιστα γνωμάτευσε και ο ιατρός ......... χωρίς να την εξετάσει και Από την κατάθεση της δικηγόρου Γ1, η οποία κατέθεσε ότι η πώληση ήταν πραγματική".
Κατά τούτο για τον λόγο ότι πρόκειται για νομικά και πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με τη αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και επομένως δεν αποτελούν "ζητήματα" κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αλλά και εκείνης του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ, στην οποία παράλληλα αναφέρεται για την θεμελίωση του προβλεπομένου από την τελευταία αυτή διάταξη λόγου αναιρέσεως.
Μετά την αρνητική αξιολόγηση του φερομένου ως πρώτου κατά σειρά λόγου αναιρέσεως, με αναφορά στις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 1, 8, 11, 19 Κ.Πολ.Δ, απομένει προς έρευνα ο επόμενος και τελευταίος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως. Ειδικότερα, από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 496, 503, 507 ΑΚ, 335, 338 § 1 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι, επί ανακλήσεως δωρεάς υπό τρόπον, λόγω μη εκπληρώσεως του τρόπου, ο οποίος μπορεί να συνίσταται και στην παροχή από τον δωρεοδόχο στον δωρητή διατροφής ή και άλλης φροντίδας και περιποιήσεως και εν γένει περιθάλψεως, και η οποία δωρεά μπορεί να καλύπτεται, όπως προαναφέρθηκε, και υπό εικονική πώληση, κατ' άρθρο 138 § 2 ΑΚ, εναπόκειται στον εναγόμενο δωρεοδόχο να ισχυρισθεί και αποδείξει, προκειμένου, να αποτρέψει την ανάκληση της δωρεάς, είτε ότι εξεπλήρωσε τον τρόπο, είτε ότι η εκπλήρωση αυτού οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν ευθύνεται ο ίδιος.
Και τούτο, κατά τα άρθρα 336, 342 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία, λόγω του συμβατικού χαρακτήρα της ενοχής εκ του τρόπου, το πταίσμα της μη εκπληρώσεώς του τεκμαίρεται και γι' αυτό το βάρος της ανυπαίτιας μη εκπληρώσεώς του φέρει ο δωρεοδόχος. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση (Κ.Πολ.Δ 559 αριθ. 18), αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο που στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση (Κ.Πολ.Δ 579 § 1 εδ.
β'), οι αποφάσεις της Ολομελείας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν (Κ.Πολ.Δ 580 § 4) και στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση (Κ.Πολ.Δ 581 § 2).
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο το νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, δεχόμενος το σχετικό λόγο αναιρέσεως, σε αντιδιαστολή προς την ανέλεγκτη σε σχέση με την ουσία της διαφοράς κρίση του (ΑΠ 367/2005).
Νομικό ζήτημα για το οποίο ομιλεί η διάταξη του άρθρου 580 § 4 Κ.Πολ.Δ είναι όχι μόνον από το ουσιαστικό δίκαιο, αλλά και από το δικονομικό, γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωσή της, όσον και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται επί αναιρέσεως για παράβαση όχι μόνον του ουσιαστικού, αλλά με τους κατ' ιδίαν λόγους αναιρέσεως, που θεσπίζονται από το άρθρο 559 αριθμ. 2 επ Κ.Πολ.Δ, και του δικονομικού δικαίου.
Το νομικό ζήτημα, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αναφέρεται σε θέμα το οποίο, μετά την αναίρεση και την παραπομπή, το δικαστήριο της ουσίας θα εφαρμόσει. Με την έννοια αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν η απόφαση αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσεως, χωρίς να αμφισβητηθεί το εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.
Στην περίπτωση αυτή νέα αναίρεση μπορεί να στηριχθεί στους λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 1, 19 Κ.Πολ.Δ. Όπως προαναφέρθηκε, η αρχικώς εκδοθείσα σε δεύτερο βαθμό 314/2002 απόφαση του Εφετείου Θράκης αναιρέθηκε με την 1055/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγοι, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως ή μη υπαιτιότητας του εναγομένου ως προς την εκτέλεση του τρόπου, σε συνέπεια με την παραδοχή ότι δεν αναφέρεται στις αιτιολογίες της Ι.- "με ποιο τρόπο και επί πόσο χρόνο, μετά το μνημονευόμενο σ' αυτή περιστατικό (κατά το οποίο ο εναγόμενος αρνήθηκε την παροχή βοηθείας και τη μαζί του επίσκεψη της ενάγουσας στον θεράποντα ιατρό) ο εναγόμενος εξακολούθησε να αδιαφορεί για την ενάγουσα και
ΙΙ.- σε τι συνίστατο η επιδείνωση της υγείας της, εξαιτίας της οποίας και του προχωρημένου της ηλικίας της, αυτή είχε ανάγκη συνεχούς μέριμνας και φροντίδας και ποίο το είδος της συνεχούς αυτής μέριμνας και φροντίδας, ώστε η ενάγουσα να αναγκαστεί να ανακαλέσει την δωρεά, καθώς και πότε και με ποιο τρόπο αυτή προέβη στην ανάκληση της δωρεάς".
Κατά τις σχετικές ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές της ήδη αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, συνέχεια των κατά τον έλεγχο του πρώτου λόγου αναιρέσεως αναφερομένων και σε σύνδεση με εκείνες, "Και είναι μεν αληθές ότι ο εναγόμενος παρείχε στην ενάγουσα καθόλο το διάστημα από 18-9-1991 μέχρι του μηνός Ιουνίου του 1996, κάθε περιποίηση και φροντίδα, αναγόμενη στην εξυπηρέτηση αυτής, συνεπικουρούμενος προς τούτο υπό της συζύγου του και της πεθεράς του ακόμη, με δικές της δαπάνες, ήτοι αγόραζαν διάφορα είδη διατροφής της, φρόντιζαν να καλέσουν γιατρό ή επισκέπτονταν το γιατρό με αυτήν, όταν ασθενούσε, φρόντιζαν για την αγορά των φαρμάκων της, για την περιποίηση της οικίας της, καθώς και για την παρασκευή φαγητού για την ίδια από την σύζυγο του εναγομένου, πλην όμως η εκπλήρωση του τρόπου αυτού, διήρκεσε μέχρι τον μήνα Ιούνιο του έτους 1996.
Όμως από τον Ιούλιο του έτους 1996 ο εναγόμενος προσποιούμενος ότι είναι απασχολημένος με την έναρξη λειτουργίας Ελαιοτριβείου, το οποίο θα εκμεταλλευόταν, επειδή επρόκειτο να συνταξιοδοτηθεί, άρχισε να αραιώνει τις επισκέψεις του και να αδιαφορεί χωρίς λόγο για την ενάγουσα, μολονότι αυτή είχε συνεχώς ανάγκη περιποιήσεων και φροντίδων.
Ειδικότερον κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1996 η ενάγουσα έπασχε από οξύ περιστροφικό ίλιγγο με εμετούς και έντονη αστάθεια βαδίσεως, έχουσα ως εκ τούτου ανάγκη και εξετάσεως αίματος και παροχής φαρμάκων (βλ. την από ..... ιατρική βεβαίωση του Παθολόγου ........ και ατομικό βιβλιάριο υγείας, προσκομιζόμενα).
Τότε αυτή αναγκάστηκε να καλέσει σε βοήθεια για να την μεταφέρει σε γιατρό τον εναγόμενο, επειδή, αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί. Όμως ο τελευταίος της απάντησε σε τηλεφωνική συνδιάλεξη που είχαν σε έντονο ύφος ότι δεν μπορεί να την παράσχει βοήθεια και να την συνοδεύσει σε θεράποντα ιατρό, προσποιούμενος εντελώς αβάσιμα ότι είναι απασχολημένος με την προετοιμασία της λειτουργίας του ελαιοτριβείου του και ότι αδυνατεί να μεριμνά πλέον γι' αυτήν, το μόνο δε που μπορεί να τη βοηθήσει είναι να μεριμνήσει για την εισαγωγή και διαμονή της για τον εφεξής χρόνο σε Γηροκομείο.
Τότε η ενάγουσα αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια της ανιψιάς της και μάρτυρα της ......, που την είχε επισκεφθεί τότε, και την βρήκε, ως κατέθεσε χαρακτηριστικά "στο κρεβάτι σε άθλια κατάσταση και τα κλειδιά της οικίας περίεργα στην πόρτα". Έτσι αυτή (ανεψιά) με την βοήθεια και της γειτόνισσας ...... πήγε στο ΙΚΑ και ζήτησε να έλθει γιατρός στο σπίτι και ήρθε ο γιατρός .......
και της χορήγησε φαρμακευτική αγωγή (φάρμακα, ενέσεις). Στη συνέχεια από τα παραπάνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος εξακολουθούσε να αδιαφορεί για την ενάγουσα μη επικοινωνώντας με αυτήν έστω και τηλεφωνικά και μη παρέχοντας τις προαναφερόμενες φροντίδες του, κυρίως δε της παρασκευής φαγητού, μέριμνας επίσκεψης ιατρού, μέχρι της κατά τα παρακάτω γενομένης ανακλήσεως της δωρεάς, τις οποίες η ενάγουσα, ενόψει της ηλικίας της και του συνεχιζόμενου κλονισμού της υγείας της είχε απόλυτη ανάγκη (βλ.
την από ημερομηνία ....... σημείωση φαρμάκων του άνω ιατρού στο βιβλιάριο υγείας της ενάγουσας του ΙΚΑ), αυτές δε (ανάγκες) δεν ήταν σε θέση να τις καλύψει ούτε η παραπάνω συγγενής της, ούτε κάποιο άλλο συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο. Έτσι η ενάγουσα αναγκάστηκε τελικά να ζητήσει τη βοήθεια της θυγατέρας της, η οποία ήλθε στην .....
από την ....... και πράγματι μερίμνησε γι' αυτήν. Λόγω δε της άνω υπαιτίου μη εκτελέσεως του τρόπου από τον εναγόμενο, η ενάγουσα αναγκάστηκε να ανακαλέσει την δωρεά την οποία περιέλαβε στην από 20-11-1996 αίτηση της ασφαλιστικών μέτρων περί δικαστικής μεσεγγυήσεως του επιδίκου ακινήτου που άσκησε κατά του καθού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που επιδόθηκε στον εναγόμενο τότε καθού την 22-11-1996.
Στην εν λόγω αίτησή της είχε περιλάβει επιλέξει ρητή δήλωσή της προς εκείνον ότι "ανακαλεί την δωρεά που συνέστησε σ' αυτόν με το υπ' αριθ. ......... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ξάνθης Κωνσταντίνου Σισαμπέρη ..." (βλ. την υπ' αριθμ. ...... έκθεση επιδόσεως της αίτησης στον εναγόμενο του δικαστικού επιμελητή Ξάνθης ........) και από τα τέλη του έτους 1996 και εφεξής διαμένει με την θυγατέρα της στην .......
στο σπίτι της τελευταίας". Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, αντικειμενικώς αξιολογούμενα, καταδεικνύουν σταθερή και ηθελημένη απόφαση του αναιρεσείοντος να μη ανταποκριθεί στις απορρέουσες από τον τρόπο συμβατικές του υποχρεώσεις και με την έννοια αυτή περιέχουν πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με βάση τις οποίες και κατ' εφαρμογή του άρθρου 507 ΑΚ κρίθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων υπαίτια παρέλειψε να ανταποκριθεί τη συμβατική του υποχρέωση εκτελέσεως του τρόπου, συνισταμένου στην παροχή προς την ενάγουσα υπηρεσιών φροντίδας και περιποιήσεως, λόγο για τον οποίο και η τελευταία αναγκάστηκε να προβεί σε ανάκληση της συνομολογηθείσης δωρεάς υπό τρόπο.
Επομένως οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι αναιρέσεως, αποδίδοντας ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση της εν λόγω διατάξεως, με αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, ελέγχονται ως ερειδόμενοι επί αναληθούς προϋποθέσεως, χωρίς παράλληλα να ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 18 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων, εφόσον η αρχική απόφαση αναιρέθηκε κατά τούτο για έλλειψη νόμιμης βάσεως, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο του άρθρου 507 ΑΚ, σε κάθε δε περίπτωση με την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση της διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες που αναφέρονται και στις διατυπωθείσες ελλείψεις στην αιτιολογία της αναιρεθείσης αρχικής αποφάσεως σχετικά με το ζήτημα της υπαίτιας παραλείψεως εκτελέσεως από τον εναγόμενον του τρόπου και δικαιολογούν την ανάκληση της δωρεάς.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 27/4-4-2006 αίτηση για αναίρεση της 158/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ