297/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, την από 17-7-2002 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή και τις υπ' αριθμ. κατάθεσης 125864/7771/2002, 111113/6982/2002 πρόσθετες παρεμβάσεις που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1949/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 675/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Απριλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 7 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως . Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated297/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Την 14.57' ώρα της 7.9.1999 έλαβε χώρα σεισμός εντάσεως 5,9 βαθμών της κλίμακας Richter, το επίκεντρο του οποίου τοποθετείται 18 χιλιόμετρα βορείως των Αθηνών, στην περιοχή νοτιοδυτικά της Πάρνηθας. Εξαιτίας του σεισμού αυτού κατέρρευσε το εργοστάσιο της εταιρείας RICOMEX AE, που βρισκόταν επί της οδού Τατοϊου 1 του Δήμου Αχαρνών στην ειδικότερη θέση "Μονοπάτι".
Full text
Απόφαση 297 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 297/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Αποστολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις
Της αναιρεσίβλητης : ...., για τον εαυτόν της ατομικά και ως εκπροσώπου του ανήλικου τέκνου της ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λίλα Περιμένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, την από 17-7-2002 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή και τις υπ' αριθμ. κατάθεσης 125864/7771/2002, 111113/6982/2002 πρόσθετες παρεμβάσεις που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1949/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 675/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Απριλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 7 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως . Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η ως άνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή τόσο επί συμβάσεων, όσο και επί αδικοπραξιών, δηλαδή σε κάθε περίπτωση όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα.
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται". Κατά τον προσδιορισμό της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου ο ποινικός κώδικας ακολούθησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία για την ύπαρξη της συγκεκριμένης μορφής υπαιτιότητας πρέπει να διακριβωθεί πρώτον μεν ότι ο δράστης προέβλεψε το αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και δεύτερον ότι το αποδέχθηκε.
Η αποδοχή εκφράζει το βουλητικό στοιχείο του δόλου και υποδηλώνει τη συγκατάθεση του δράστη στην επέλευση του αποτελέσματος, χωρίς να ασκεί επιρροή το αν το αποτέλεσμα που προέβλεψε ως πιθανό του ήταν επιθυμητό ή όχι. Σε όσες όμως περιπτώσεις ο δράστης προέβη στην πράξη του, αν και δεν επιθυμούσε πράγματι το αποτέλεσμα, το βουλητικό στοιχείο αναζητείται στην εκ μέρους του στάθμιση των αιτίων που τον ώθησαν και του σκοπού που επιδίωξε, προκειμένου να κριθεί αν αυτά συνιστούν λόγο ικανό να δικαιολογήσει την αποδοχή του.
Έτσι, η αποδοχή αυτή, στην οποία αποτυπώνεται ο ψυχικός σύνδεσμος του δράστη με το παράνομο αποτέλεσμα, πρέπει πάντοτε να αποδεικνύεται και δεν τεκμαίρεται από το βαθμό πιθανότητας με την οποία τούτο προβλέφθηκε. Ο βαθμός αυτός, όταν μάλιστα αξιολογείται ως ιδιαίτερα υψηλός, παρέχει ισχυρή ένδειξη για την ψυχική στάση του δράστη και συνεκτιμάται με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο τελευταίος αποδέχθηκε το αποτέλεσμα, ουδέποτε όμως υποκαθιστά το βουλητικό στοιχείο του δόλου (Ολ.
ΑΠ 11/2005).
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Την 14.57' ώρα της 7.9.1999 έλαβε χώρα σεισμός εντάσεως 5,9 βαθμών της κλίμακας Richter, το επίκεντρο του οποίου τοποθετείται 18 χιλιόμετρα βορείως των Αθηνών, στην περιοχή νοτιοδυτικά της Πάρνηθας. Εξαιτίας του σεισμού αυτού κατέρρευσε το εργοστάσιο της εταιρείας RICOMEX AE, που βρισκόταν επί της οδού Τατοϊου 1 του Δήμου Αχαρνών στην ειδικότερη θέση "Μονοπάτι".
Από τα ερείπια του καταρρεύσαντος εργοστασίου ανασύρθηκαν 39 νεκροί, μεταξύ των οποίων και ο σύζυγος της αναιρεσίβλητης και πατέρας του ανηλίκου τέκνου της .... Κατά την επακολουθήσασα έρευνα περί των αιτίων της κατάρρευσης διαπιστώθηκε ότι το ως άνω εργοστάσιο ανεγέρθηκε τμηματικά μεταξύ των ετών 1976 και 1979, βάσει των υπ' αριθ. ...., .....
και ..... αδειών του Γραφείου Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής Αττικής. Η πρώτη άδεια αφορούσε την ανέγερση ισογείου οικοδομής μετά δύο υπογείων, η δεύτερη αφορούσε προσθήκη πρώτου και δεύτερου εν εσοχή ορόφου, ενώ η τρίτη αφορούσε τη νομιμοποίηση αυθαίρετης επέκτασης του δευτέρου υπογείου. Επιβλέποντες μηχανικοί στις δύο πρώτες άδειες ήταν ο αναιρεσείων Χ1, αρχιτέκτων μηχανικός, και ο αποβιώσας κατά τη διάρκεια της δίκης Χ2, πολιτικός μηχανικός και εργολήπτης του όλου έργου.
Ο τελευταίος υπήρξε επίσης επιβλέπων μηχανικός στην τρίτη άδεια, ήταν δε αδελφός του Χ3 συνιδρυτού της εταιρείας RICOMEX AE και αντιπροέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου. Διαπιστώθηκε επίσης ότι κατά την ανέγερση του εργοστασίου έγινε παρέκκλιση από τις εγκεκριμένες οικοδομικές άδειες και συγκεκριμένα κατασκευάσθηκαν:
α) Υποστυλώματα 24 αντί 32, β) στοιχεία ανεπαρκώς οπλισμένα με ελλειπείς συνδέσεις, πολλά από τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν άοπλα, γ) μη επιτρεπόμενες από τον τότε ισχύοντα Κτιριοδομικό Κανονισμό μυκητοειδείς πλάκες αντί δοκιδωτών, χωρίς δοκούς και διαπλατύνσεις των κεφαλών των υποστυλωμάτων, δ) υπόγεια εστερούμενα τοιχίων στο ήμισυ της περιμέτρου, ε) τοιχώματα ακαμψίας με ελλιπή οπλισμό και πλημμελή σύνδεση με τις πλάκες, κακώς και έκκεντρα διατεταγμένα, με προβληματική συμπεριφορά και επιβαρυντικά σε περίπτωση σεισμού.
Εξάλλου, το κτίριο είχε συνολικό ωφέλιμο φορτίο 1,20 φορές μεγαλύτερο από το προβλεπόμενο, τα δε ίδια βάρη ήταν περίπου διπλάσια από το ωφέλιμο φορτίο, ενώ δεν είχε γίνει ο επιβαλλόμενος από τον Αντισεισμικό Κανονισμό έλεγχος των γωνιακών υποστυλωμάτων και του συνόλου του κτιρίου. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, κατά το έτος 1986, η διοίκηση της εταιρείας RICOMEX AE προέβη σε αυθαίρετη δια σιδηροκατασκευής επέκταση του ημιωρόφου του καταπέσοντος εργοστασίου της κατά 50 τ.μ., το έτος 1989 επεξέτεινε την σιδηροκατασκευή αυτή κατά 372 τ.μ., το έτος 1992 προέβη σε ανακατασκευή του ημιωρόφου, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην ουσία νέος όροφος και να επιβαρυνθεί σημαντικά η στατικότητα του κτιρίου, αφού, πέραν του επιτεθέντος φορτίου, για να κοχλιωθεί η νέα σιδηροκατασκευή επάνω στα υποστυλώματα εκ σκυροδέματος ανοίχθηκαν σε κάθε ένα από αυτά τέσσαρες μεγάλου μεγέθους οπές, ενώ το έτος 1994 κατασκεύασε χωρίς μελέτη και χωρίς άδεια τρίτο υπόγειο, διενεργώντας εκσκαφή στο πρανές του οικοπέδου προς το ρέμα της Χελιδονούς, κάτω από την επέκταση του δευτέρου υπογείου.
Έγινε επίσης δεκτό ότι την 6.10.1993 εκδηλώθηκε πυρκαϊά στον ημιώροφο του εργοστασίου, η οποία επέφερε ζημιές στην οικοδομή ύψους 26.362.313 δρχ. και προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση του κτιρίου. Η αποκατάσταση των ζημιών αυτών ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα μηχανικό Χ4, ο οποίος όμως περιορίσθηκε στην επισκευή της σιδηροκατασκευής και δεν προχώρησε στην αποκατάσταση των ζημιών του φέροντος οργανισμού του κτιρίου, τις οποίες όφειλε να διαπιστώσει.
Ενόψει των περιστατικών αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι η κατάρρευση του κτιρίου της εταιρείας RICOMEX AE οφείλεται σωρευτικά στην κατασκευή αυτού κατά τρόπο αντίθετο προς τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης και κατά παράβαση των εγκεκριμένων οικοδομικών αδειών, στις αυθαίρετες επεμβάσεις που έγιναν μετά το έτος 1979 και μείωσαν την στατικότητα του κτιρίου και στις βλάβες του φέροντος οργανισμού,που προήλθαν από την πυρκαϊά του έτους 1993 και οι οποίες δεν επιδιορθώθηκαν.
Η συμμετοχή του αναιρεσειόντος στην κατασκευή του καταρρεύσαντος κτιρίου περιορίζεται στην ανέγερση των κτισμάτων των δύο πρώτων αδειών και περατώθηκε στα μέσα του μηνός Απριλίου 1979, οπότε το έργο παραδόθηκε έτοιμο προς χρήση. Συνίσταται δε η συμμετοχή του αφενός μεν στην εκπόνηση της αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης του κτιρίου, και αφετέρου στην επίβλεψη της εφαρμογής της.
Κατ' αυτήν όμως ο αναιρεσείων, ενεργώντας παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες, επέτρεψε την εκτέλεση του έργου με όλες τις προεκτεθείσες παρεκκλίσεις, με αποτέλεσμα να επηρεασθεί η στατικότητα και αντοχή αυτού και να προκληθεί έτσι κίνδυνος για τη ζωή και την υγεία των χρηστών του. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι από την πράξη αυτή, ιδρύθηκε μία ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει ιδιάζουσα μέριμνα για τη διαφύλαξη των αγαθών που είχαν εκτεθεί σε κίνδυνο, λαμβάνοντας μέτρα αποτροπής του, με την αποκατάσταση των κακοτεχνιών και την ενίσχυση του φέροντος οργανισμού του κτιρίου.
Η εν λόγω υποχρέωση εκτεινόταν χρονικώς από την κατά τον Απρίλιο 1979 παράδοση του έργου και εξακολούθησε όσο χρόνο υπήρχε ο κίνδυνος, ήτοι μέχρι την πραγματοποίησή του στις 7.9.1999. Το Εφετείο έκρινε εφικτή τη λήψη των μέτρων αυτών, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων εξακολουθούσε να έχει την ιδιότητα του μηχανικού και να κατοικεί στην περιοχή της Αττικής και, επιπλέον, γνώριζε τη λειτουργία της επιχειρήσεως.
Δέχθηκε δε περαιτέρω ότι, παραλείποντας να αποτρέψει τον κίνδυνο αυτό, ο αναιρεσείων κατέστη υπαίτιος του θανάτου του συζύγου της αναιρεσίβλητης, που πραγματώθηκε το μεν δια θετικής ενεργείας αυτού, δηλαδή με την κατασκευή της ως άνω επισφαλούς οικοδομής, το δε δια παραλείψεώς του να την επισκευάσει και να αποτρέψει έτσι τον κίνδυνο που δημιούργησε.
Δέχθηκε επίσης ότι, λόγω των προεκτεθεισών παρεκκλίσεων από τις οικοδομικές άδειες, η πραγματοποίηση του κινδύνου αυτού ήταν ένα ενδεχόμενο αυξημένης πιθανότητας, ακόμα και με σεισμικό συντελεστή 0,04 που είχε λάβε υπόψη του ο αναιρεσείων κατά τη σύνταξη των στατικών μελετών. Υπό τα περιστατικά αυτά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο, έκρινε περαιτέρω ότι η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος σε σχέση με τον τραυματισμό της αναιρεσιβλήτου είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό ως πιθανό και το αποδέχθηκε.
Την κρίση του δε περί αποδοχής του ανθρωποκτόνου αποτελέσματος, το εφετείο συνήγαγε από τις αποδείξεις, μαζί με τις οποίες συνεξετίμησε και το γεγονός ότι ο αναιρεσείων 1) γνώριζε ότι η κατάρρευση του κτιρίου από σεισμό και η εντεύθεν θανάτωση ή ο τραυματισμός των ενοίκων του αποτελούσε, ενόψει των παραπάνω εξαιρετικά επικινδύνων ενεργειών και παραλείψεών του, ενδεχόμενο, το οποίο, επομένως, ούτε απέκλειε ούτε πίστευε ότι δεν θα επέλθει και 2) ενήργησε με το σκοπό να μειώσει, κατά τις επιθυμίες των ιδρυτών της εταιρείας, το κόστος κατασκευής του εργοστασίου και να αποκτήσει η εταιρεία περισσότερους ωφέλιμους χώρου.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων έλαβε υπόψη του το ενδεχόμενο πραγμάτωσης του εγκληματικού αποτελέσματος και, αφού το στάθμισε με ό,τι κατά τα ως άνω επεδίωκε, προτίμησε να προχωρήσει στην πράξη του, αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ούτε τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 27 παρ. 1 ΠΚ, ούτε κάποια άλλη παραβίασε, απευθείας ή εκ πλαγίου, ο δε περί του εναντίου πρώτος λόγος αναιρέσεως, που με το πρώτο και τρίτο μέρος του καταλογίζει σε αυτήν τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
2.- Το άρθρο 1 του ΠΚ ορίζει ότι "ποινή δεν επιβάλλεται παρά μόνο για τις πράξεις εκείνες, για τις οποίες ο νόμος την είχε ρητά ορίσει πριν από την τέλεσή τους". Η διάταξη αυτή, που επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγορεύει το νόμο σε αποκλειστική πηγή θεμελιώσεως ή επαυξήσεως του αξιοποίνου. Κατά την αληθή δε έννοιά της, η διάταξη αυτή αποκλείει όχι μόνο την αναδρομική εφαρμογή των ποινικών νόμων, αλλά, πλην άλλων, και την καθοδηγούμενη απ' τους σκοπούς της έννομης τάξης τελολογική ερμηνεία τους, προκειμένου αυτή να χρησιμοποιηθεί για τη θεμελίωση την επαύξηση του αξιοποίνου. Η εν λόγω διάταξη, δημιούργημα της φιλοσοφικής σκέψης των χρόνων του Διαφωτισμού, αποτελεί θεμέλιο του ποινικού δόγματος και σκοπό έχει να διαφυλάξει την προσωπικότητα ως αυτοτελή αξία, από τους κινδύνους που συνεπάγεται η κατάχρηση της ποινικής εξουσίας της Πολιτείας. Εξαιτίας όμως των σκοπών που επιδιώκει, η αρχή αυτή εντοπίζεται στο χώρο του ποινικού δικαίου και δεν περιορίζει την εφαρμογή κανόνων του αστικού, και όταν ακόμα μέσω της ερμηνείας τους σκοπείται ο επαναπροσδιορισμός εννοιών,, που είναι κοινές στους δύο κλάδους του δικαίου (Ολ. ΑΠ 11/2005).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλομένη ότι με το να προσδώσει αναδρομικώς στην έννοια του ενδεχόμενου δόλου περιεχόμενο που δεν είχε κατά το χρόνο που ενήργησε ο αναιρεσείων, συνάγοντας το βουλητικό στοιχείο του δόλου του από το γνωσιολογικό, παραβίασε απευθείας τις ανωτέρω διατάξεις, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
3.- Κατά τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 937 ΑΚ, "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη". Εξάλλου, το άρθρο 286 ΠΚ, όπως είχε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 20 παρ. 5α' του ν. 2331/1995, όριζε ότι "όποιος κατά τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών".
Το έγκλημα αυτό είναι στιγμιαίο, συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως και ουσιαστικό. Τούτο σημαίνει ότι η αντικειμενική του υπόσταση περιλαμβάνει αφενός μεν ορισμένη ενέργεια και αφετέρου ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο, ενόψει της φύσεως του εγκλήματος ως συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, είναι η πρόκληση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου και όχι η πραγματοποίησή του.
Η τελευταία κείται εκτός της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 286 ΠΚ, γι' αυτό αν ο κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου που προκλήθηκε από αυτό πραγματωθεί, τότε τελείται το οικείο έγκλημα βλάβης με τη μορφή της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης. Τα εγκλήματα όμως βλάβης απορροφούν τα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως του ίδιου έννομου αγαθού.
Συνεπώς, αν από την κατάρρευση μιας πλημμελώς κατασκευασθείσης οικοδομής επέλθει ο θάνατος ή η σωματική βλάβη προσώπου, ο κατασκευαστής αυτής υπέχει ευθύνη μόνο για ανθρωποκτονία ή σωματική βλάβη αντιστοίχως, η οποία τελείται όχι με θετική πράξη, τουτέστιν με την εκτέλεση του οικοδομικού έργου κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων, αλλά με την παράλειψη αποτροπής του κινδύνου που προκλήθηκε από αυτό. Έτσι, μεταξύ των εγκλημάτων της παραβιάσεως των κανόνων της οικοδομικής και της ανθρωποκτονίας που συντελείται με τον ανωτέρω τρόπο υπάρχει φαινομένη συρροή, όπου η ανθρωποκτονία απορροφά το έγκλημα του άρθρου 286 και το καθιστά μη τιμωρητή προτέρα πράξη. Τέλος, από το άρθρο 17 ΠΚ προκύπτει ότι χρόνος τελέσεως των εγκλημάτων παραλείψεως είναι εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος όφειλε να ενεργήσει (Ολ. ΑΠ 11/2005). Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, ο χρόνος αυτός είναι το διάστημα που αρχίζει από την παράδοση του κτιρίου που κατασκευάσθηκε κατά παράβαση των κανόνων της οικοδομικής και τελειώνει στο χρονικό σημείο που αυτό κατέρρευσε, ήτοι στις 27.9.1999.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που μέμφεται την προσβαλλομένη ότι με το να τοποθετήσει την έναρξη της παραγραφής των αγωγικών απαιτήσεων της αναιρεσιβλήτου στο πιο πάνω χρονικό σημείο, δηλαδή στις 7.9.1999, αντί στα μέσα του μηνός Απριλίου 1979 και, ακολούθως, να απορρίψει ως αβάσιμη την εκ του άρθρου 937 ΑΚ ένσταση παραγραφής της αγωγής, παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος.
4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση έχει και εκείνος που κατά τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου παραβίασε με πρόθεση ή από αμέλεια τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της οικοδομικής.
Εξάλλου, το άρθρο 289 ΠΚ θεσπίζει λόγο εμπράκτου μετανοίας που εξαλείφει το αξιόποινο, ορίζοντας ότι στην περίπτωση του άρθρου 286 ο υπαίτιος απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν με την ελεύθερη θέλησή του αποτρέψει τον κίνδυνο ή με τη γρήγορη αναγγελία του προς τις αρχές δώσε αφορμή για την αποτροπή του. Από αυτό παρέπεται ότι ο νόμος υπολαμβάνει πως η αποτροπή του κινδύνου που δημιουργεί το αδίκημα του άρθρου 286 είναι πάντοτε εφικτή, ακόμα και όταν η αποκατάσταση του κτίσματος είναι ανέφικτη.
Τούτο δε γιατί η αποτροπή του κινδύνου μπορεί να συντελεσθεί όχι μόνο με τη συμπλήρωση των ελλείψεων και την αποκατάσταση των κακοτεχνιών του οικοδομήματος, αλλά και, όταν αυτή είναι αδύνατη ή ασύμφορη, με την αναγγελία του κινδύνου προς τις αρμόδιες αρχές για τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ή, ακόμα, και με την ενημέρωση των ίδιων των χρηστών.
Ως εκ τούτου, αφού η παρεμπόδιση του αποτελέσματος στη συγκεκριμένη περίπτωση λογίζεται και είναι πάντοτε δυνατή, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να παραθέσει τα μέτρα που ο εναγόμενος όφειλε να επιλέξει προς τούτο, αλλ' αρκεί η μνεία στην απόφαση των περιστατικών που ιδρύουν την υποχρέωση του εναγομένου σε πράξη και το γεγονός ότι αυτός την παρέλειψε (Ολ.
ΑΠ 11/2005).
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων, αφού παρέδωσε στη χρήση το πιο πάνω κτίριο που κατασκεύασε κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της οικοδομικής και κατά παρέκκλιση των οικοδομικών αδειών, εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε κίνδυνος για τη ζωή και την υγεία ανθρώπων, παρέλειψε να αποτρέψει την πραγματοποίηση του κινδύνου αυτού, καίτοι είχε προς τούτο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, η οποία πήγαζε από την προηγηθείσα ως άνω συμπεριφορά του.
Δέχθηκε επίσης ότι εξαιτίας των προεκτεθεισών παρεκκλίσεως μειώθηκε η στατική επάρκεια του κτιρίου, με αποτέλεσμα τούτο να καταρρεύσει κατά το σεισμό της 7.9.1999 και να θανατωθεί ο σύζυγος της αναιρεσίβλητης. Βάσει δε των περιστατικών αυτών, έκρινε τον αναιρεσείοντα υπαίτιο ανθρωποκτονίας, την οποία τέλεσε με την παράλειψή του να λάβει μέτρα αποτροπής του κινδύνου για τη ζωή του ανωτέρω προσώπου, που ο ίδιος κατά τα ανωτέρω είχε δημιουργήσει.
Τα περιστατικά αυτά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλομένη, στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 15 ΠΚ. Ως εκ τούτου, για την πληρότητα του αιτιολογικού της, δεν ήταν ανάγκη να παρατεθούν και τα συγκεκριμένα μέτρα που ο αναιρεσείων μπορούσε να επιλέξει για την αποτροπή του κινδύνου, τα δε μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση (δηλαδή η επέμβαση για την ενίσχυση του σκελετού του κτιρίου) δεν είναι τα μόνα πρόσφορα προς τούτο, ώστε να χρήζει ιδιαιτέρας αιτιολογήσεως τόσο η νομική δυνατότητα της εφαρμογής τους, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων όφειλε να αποκτήσει την κατοχή του κτιρίου για να τα εφαρμόσει, όσο και οι συγκεκριμένες οικοδομικές εργασίες που τα συγκροτούν.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, που καταλογίζει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 (και όχι 1) του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.
5.- Από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς όλες τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως μελετητού και επιβλέποντος το έργο, έλαβε υπόψη του και τα προσκομισθέντα από αυτόν δύο απολογητικά υπομνήματα με ημερομηνίες 20 και 22.12.2000 των Χ3 και Χ2 στον Ανακριτή Αθηνών.
Συνεπώς, ο περί του εναντίου τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
6.- Λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο υποπέσει σε σφάλμα αναγνώσεως του περιεχομένου του εγγράφου, όχι δε και όταν, μετά από ορθή ανάγνωσή του, προβαίνει σε εκτίμηση της αποδείξεως που προέρχεται από αυτό.
Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από ορθή ανάγνωση του σχετικού μέρους της υπ' αριθ. ..... οικοδομικής άδειας οδηγήθηκε στην κρίση ότι ο αναιρεσείων υπήρξε επιβλέπων μηχανικός της οικοδομής για την οποία αυτή εκδόθηκε, ο δε περί του εναντίου πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι κατά τούτο αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αιτιάται ότι κατά παραμόρφωση του περιεχομένου της υπ' αριθ. ..... αδείας το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων υπήρξε επιβλέπων μηχανικός και του κτίσματος για το οποίο αυτή εκδόθηκε, είναι αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε τέτοια παραδοχή.
7.- Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνίσταται στην εκ προθέσεως απόκλιση από τα εγκεκριμένα σχέδια και τις οικοδομικές άδειες, στην οποία προέβη κατά την επίβλεψη της οικοδομής, δηλαδή σε πράξεις και παραλείψεις που έλαβαν χώρα όχι κατά την εκπόνηση των μελετών του καταρρεύσαντος κτιρίου, αλλά κατά την διεύθυνση και εκτέλεση του οικοδομικού έργου, την οποία πράγματι είχε ο αναιρεσείων από κοινού με τον αποβιώσαντα πολιτικό μηχανικό Χ2.
Ενόψει των περιστατικών αυτών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλομένη, ο έκτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αιτιάται για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να επεκτείνει την εφαρμογή του άρθρου 286 ΠΚ και στον μελετητή του έργου, ενώ τούτο δεν συνεχωρείτο προ του νόμου 2331/1995, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, ενώ κατά το μέρος που μέμφεται την προσβαλλομένη για έλλειψη νομίμου βάσεως, εκ του ότι δεν αναφέρει αν ο αναιρεσείων, πέραν της αναφοράς του ως "επιβλέποντος" μηχανικού στις οικείες οικοδομικές άδειες, είχε και "εν τοις πράγμασι" τη διεύθυνση του έργου, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, αλλά και του συνεναχθέντος με αυτόν μηχανικού Χ4, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι οι εναγόμενοι αυτοί "είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσουν κατά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες, ώστε να μη προξενήσουν κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία ανθρώπων".
Διέλαβε δε ακόμα ότι η υποχρέωση αυτή απορρέει αφενός μεν από το άρθρο 286 ΠΚ, αφετέρου δε από τα άρθρα 1 του π.δ. 778/1980, 7 του ν. 1396/1983 και από τις διατάξεις του Κτιριοδομικού Κανονισμού που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 3046/304/30-1/3.2.1989 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Είναι όμως προφανές ότι οι ρυθμίσεις των νομοθετημάτων που τέθηκαν σε ισχύ κατά τα έτη 1980-1989 δεν έχουν εφαρμογή επί της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, η οποία περατώθηκε τον μήνα Απρίλιο 1979 και ελέγχεται μόνο μέσω της διατάξεως του άρθρου 286 ΠΚ, όπως είχε πριν την αντικατάστασή του με το νόμο 2331/1995.
Οι διατάξεις αυτές μνημονεύονται στην απόφαση γιατί θέτουν τα κριτήρια με τα οποία ελέγχεται η συμπεριφορά του συνεναχθέντος μηχανικού Χ4, οι ενέργειες του οποίου έλαβαν χώρα το έτος 1993. Ως εκ τούτου, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως που μέμφεται την προσβαλλομένη ότι με το να εφαρμόσει τις πιο πάνω διατάξεις και για τον αναιρεσείοντα παραβίασε αυτές απευθείας και εκ πλαγίου, είναι απορριπτέος προεχόντως γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
8.- Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή τα συμπεράσματα που συνάγονται κατά τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας εκ γνωστών πραγμάτων περί αγνώστων, ο δικαστής μπορεί να τα συναγάγει από οπουδήποτε, ακόμη και από έγγραφα άκυρα ή παράτυτα, αρκεί να έχει επιτραπεί η δια μαρτύρων απόδειξη και να μην αμφισβητείται το γεγονός, που συνιστά τη βάση του τεκμηρίου. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, ο όρκος του διαδίκου και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε το άρθρο 390 του ίδιου Κώδικα, γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη από αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλ' έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ. ΑΠ 11/2005, 111/81, 848/81). Για την ταυτότητα δε του λόγου, στην ίδια ρύθμιση υπόκεινται και οι γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων διορισμένων από τη Διοίκηση (Ολ. ΑΠ 11/2005).
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ όγδοος λόγος αναιρέσεως που καταλογίζει στην προσβαλλομένη ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει με το να συνεκτιμήσει την από μηνός Μαρτίου 2001 πορισματική έκθεση της Επιτροπής ειδικών επιστημόνων, την οποία το Υπουργείο ΠΕΧΩΔΕ συγκρότησε για τη διερεύνηση των αιτίων που προκάλεσαν την κατάρρευση της οικοδομής, αντί να διατάξει την απόδειξη αυτών με πραγματογνωμοσύνη, είναι αβάσιμος.
9.- Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1). Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παραβίαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολδ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ. ΑΠ 11/2005).
Εν προκειμένω, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλομένη για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1, 11 και 19 του ΚΠολΔ, στις οποίες φέρεται ότι υπέπεσε με το να αρνηθεί αναιτιολογήτως να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να διαγνώσει ότι η "συνυπογραφή του αναιρεσείοντος επί των οικοδομικών αδειών ... και ... εγένετο κατά παράκληση, δηλαδή για λόγους φορολογικούς και προς διευκόλυνση του συναδέλφου του Χ2" και, επομένως, η ανάμειξή του στην επίβλεψη του έργου δεν ήταν ουσιαστική. Ο λόγος αυτός, αιτιώμενος για τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος.
10.- Η υποχρέωση σεβασμού της περιουσίας που επιβάλλει το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αποσκοπεί στην αποτροπή της αδικαιολόγητης προσβολής της περιουσίας των προσώπων από πράξεις των οργάνων της Πολιτείας. Τέτοια όμως πράξη δεν είναι η απόφαση δικαστηρίου, εναντίον της οποίας διατυπώνεται η αιτίαση ότι κατά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης υπερέβη το μέτρο του ευλόγου που ορίζει το άρθρο 932 ΑΚ, καθόσον ο προσδιορισμός του συνιστά κρίση πραγμάτων, η οποία εκφέρεται ελευθέρως από το δικαστή και, ως τοιαύτη, δεν υπόκειται σε αναιρετικό (Ολ. ΑΠ 11/2005).
Συνεπώς, ο δέκατος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, που μέμφεται την προσβαλλομένη ότι με το να επιδικάσει εις βάρος του αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσιβλήτου υπερβολικά μεγάλη και, συνεπώς, όχι εύλογη, παραβίασε απ' ευθείας και εκ πλαγίου την ως άνω διάταξη, είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 675/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ