297/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated297/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικώτερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992).
Full text
Απόφαση 297 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 297/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Γ. του Ε., κατοίκου…, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Καλαμπόκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Μιχάκη ο οποίος ανακάλεσε την από 6-12-2005 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-1984 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 339/2000 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2000 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 18 Σεπτεμβρίου 2003 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας που έχει εξετάσει την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει σύμφωνα με τα άρθρ. 118 αρ. 4 και 566 § 1 του ίδιου Κώδικα, να αναφέρεται σ'αυτόν εκτός των άλλων ο κανόνας δικαίου του οποίου έγινε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτού και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των αποδεικνυόμενων ήδη πραγματικών γεγονότων με βάση τις οποίες θα ελεγχθεί το τυχόν σφάλμα σχετικά με την ως άνω παραβίαση.
Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση η από την άνω διάταξη αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι των διατάξεων του Αστικού Κώδικα των σχετικών με τους τίτλους κτήσεως της κυριότητας είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται σ'αυτόν τα προαναφερθέντα αναγκαία κατά το νόμο για το ορισμένο αυτού στοιχεία.- ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ.
η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νομική βάση και είναι γι'αυτό αναιρετέα όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελλλάσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικώτερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθήν εκτίμηση του περιεχομένου της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά επί του ουσιώδους ζητήματος της εκ μέρους των διαδίκων ασκήσεως πράξεων νομής επί του επιδίκου: Σε αντίθεση με τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) και τους δικαιοπαρόχους του που δεν αποδείχθηκε ότι άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, οι εναγόμενες (η μια των οποίων είναι ήδη αναιρεσίβλητη) και ο δικαιοπάροχος πατέρας τους άσκησαν τέτοιες πράξεις.
Έτσι ο πατέρας τους Κ. Κ. κατά το χρόνο του θανάτου του το έτος 1934 είχε στη νομή του ακίνητο δέκα στρεμμάτων που απετελείτο από δύο επί μέρους τεμάχια. Στο ένα είχε αποκτήσει τη νομή με το υπ' αριθμ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Εμμ. Παυλάκη σε εκτέλεση του οποίου του παραδόθηκε αυτή από τους τέως συγκυρίους και νομείς του και στο άλλο με το από 5-5-1928 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπόγραψε με τον προηγούμενο νομέα του Π.
Ι. Π.. Τα δύο αυτά τεμάχια ενώθηκαν και ήδη εμφανίζονταν ως μία ενιαία έκταση θαμνώδης, ακαλλιέργητη. Μετά το θάνατο του πατέρα τους οι δύο πρώτες εναγόμενες ως κληρονόμοι εκείνου εγκαταστάθηκαν στο ακίνητο αυτό και άρχισαν από τότε να το νέμονται καθεμία κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου, ασκώντας σ'αυτό διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, όπως επισκέψεις σ'αυτό συχνές, επιμέλεια για τα όριά του, βόσκηση των ζώων τους, μέχρι και το έτος 1983, όταν ο ενάγων κατέλαβε από το ακίνητο αυτό μισό περίπου στρέμμα, ισχυριζόμενος ότι είναι κύριος αυτού.
Οι εναγόμενες ζήτησαν τότε την προσωρινή ρύθμιση της νομής με αίτησή τους στο Ειρηνοδικείο Νεαπόλεως Λασηθίου, το οποίο με την υπ' αριθμ. 12/1983 απόφασή του αναγνώρισε αυτές προσωρινώς ως συννομείς του επιδίκου. Σύμφωνα με αυτά, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο τμήμα του ως άνω ακινήτου, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι τέτοιες πράξεις άσκησαν οι εναγόμενες, ο ενάγων δεν απόκτησε κυριότητα επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αλλά απόχτησαν αυτήν οι εναγόμενες με τον ίδιο πρωτότυπο τρόπο, την έκτακτη δηλαδή χρησικτησία, αφού νεμήθηκαν αυτό από το έτος 1934 μέχρι και την άσκηση της αγωγής το έτος 1984, επί χρόνο δηλαδή μεγαλύτερο της εικοσαετίας υπό την ισχύν του Αστικού Κώδικα και γιαυτό αφού απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της αντίθετης πρωτόδικης απόφασης εξαφάνισε αυτήν και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμη βάση αφού διέλαβε σ'αυτήν επί του ως άνω ουσιώδους ζητήματος πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος, μέρος τρίτο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, μέρος πρώτο, με τον οποίο προβάλλεται ελλείψη νόμιμης βάσης για ανεπαρκείς αιτιολογίες από το προαναφερθέν διανεμητήριο συμβόλαιο και το ιδιωτικό συμφωνητικό προκύπτει ότι αυτό το περιελθόν στον δικαιοπάροχο των εναγομένων ακίνητο είναι εκτάσεως "ενός μουζούρι", που αντιστοιχεί σε τέσσερα στρέμματα, και όχι δέκα στρεμμάτων, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ.
πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγματικών γεγονότων εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον δεύτερο, μέρος δεύτερο, λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δικ. και ειδικότερα γιατί εκείνο δεν έλαβε υπόψη του τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (αρχικής και συμπληρωματικής) που διέταξε το δικαστήριο της ουσίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από το ότι το Εφετείο αναφέρει ειδικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη του τις ως άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι εκείνο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ως άνω εκθέσεις.
ΕΠΕΙΔΗ, από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να αναφέρει, εξαιτίας σφάλματος περί την ανάγνωση, ως αναφερόμενα και να δεχθεί ως εκ του εγγράφου αποκλειστικώς ή κυρίως αποδεικνυόμενα πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προκύπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου του υπ' αριθμ. ... διανεμητηρίου συμβολαίου σε συνδυασμό με τα υπ' αριθμ. ..., ..., ... συμβόλαια, συνιστάμενη σε παράβλεψη της εκτάσεως ενός μόνον μουζουρίου του ακινήτου που περιήλθε στον δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης με το διαμενητήριο συμβόλαιο, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, από τον συσχετισμό του συμβολαίου αυτού με τα άλλα προκύπτει πως το ακίνητο του διανεμητηρίου συμβολαίου δεν ταυτίζεται με τα περιγραφόμενα σ' εκείνα ακίνητα.
Η πλημμέλεια αυτή, ως εκτίθεται, δεν συνιστά διαγνωστικό σφάλμα περί την ανάγνωση του εγγράφου, αλλά συναγωγή από αυτό το έγγραφο αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων και, γι' αυτό, ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. ΕΠΕΙΔΗ, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το αρθ. 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δικ.
είναι απαράδεκτος σύμφωνα με τον διαλαμβανόμενο στο άρθρ. 561 § 1 του ίδιου κώδικα κανόνα, καθόσον υπό την επίκληση της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικώς με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων όπως τέτοια πλήρους απόδειξης με ή χωρίς δυνατότητα ανταπόδειξης, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγματικών γεγονότων εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και την ομοίως ανέλεγκτη αξιολόγηση των αποδείξεων ως προς την αξιοπιστία τους και την αποδεικτική τους βαρύτητα.
ΕΠΕΙΔΗ, από τα άρθρα 522, 525, 535 παρ. 2 ΚΠολΔ - όπως το τελευταίο ίσχυε προς την τροποποιήσεως του με τον ν. 2915/2001 - και 559 α. 9 περ. α ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έχει απορρίψει την αγωγή ως αόριστη και η απόφασή του εξαφανίζεται κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος, το Εφετείο έχει την διακριτική ευχέρεια είτε να αναπέμψει την υπόθεση σ'εκείνο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είτε να την κρατήσει και να την δικάσει κατ' ουσίαν, οπότε υποκαθίσταται στη θέση εκείνου και έχει την εξουσία να εξετάσει την υποβληθείσα αίτηση παροχής έννομης προστασίας και να την απορρίψει ακόμη και ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, χωρίς να υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της επιδικάσεως μη αιτηθέντος, αν ο εφεσίβλητος εναγόμενος δεν υπέβαλε ειδικό αίτημα για την απόρριψη της αγωγής, αφού κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 9 περ.
α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι η απλή απόκρουση της υποβληθείσης αιτήσεως παροχής έννομης προστασίας. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων διατείνεται ως το δικάσαν Εφετείο, αφού εξαφάνισε κατόπιν δικής του έφεσης, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή του ως αόριστη, στη συνέχεια εξήτασε αυτήν και την απέρριψε ως κατ' ουσίας αβάσιμη, χωρίς να έχει υποβάλει η εφεσίβλητη - εναγομένη (τώρα αναιρεσίβλητη) στο Εφετείο αίτημα για την απόρριψη της αγωγής και ότι με την κρίση του αυτήν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του ότι επιδίκασε υπέρ εκείνης κάτι που δεν ζητήθηκε.
Επομένως ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό τα εκτιθέμενα δεν ιδρύεται η προτεινομένη αναιρετική πλημμέλεια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-10-2000 αίτηση αναιρέσεως του Σ. Γ. κατά της υπ' αριθμ. 339/2000 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.- ΚΑΙ.- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα ευρώ (1.170).-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ