296/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated296/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω εξειδίκευση του νομικού όρου "διάσταση" δεν είναι αναγκαία και, συγκεκριμένα ουδόλως απαιτείται η ειδική αναφορά του ψυχικού στοιχείου, ότι, δηλαδή, υφίσταται βούληση των διιστάμενων συζύγων να αποστούν της έννομης σχέσεως, αφού με τον όρο "διάσταση" νοείται, τόσο η φυσική, όσο και η ψυχική αποξένωση των συζύγων, με τη θέληση να μην έχουν κοινωνία βίου.
Full text
Απόφαση 296 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 296/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Ν. του Α., συζύγου Γ. Σ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αντιόνας Βελιου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ευγενίας Σούλα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/5/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5811/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3655/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ζωγράφου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/7/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15-7-2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3655/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 5811/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και απήγγειλε τη λύση του γάμου μεταξύ των διαδίκων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 495 εν τέλει ΚΠολΔ). Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τα άρθρα 218 παρ. 1 και 219 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ.1 ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι σε περίπτωση επικλήσεως εκ μέρους του ενάγοντος συζύγου δύο βάσεων του άρθρου 1439 ΑΚ, δυνάμει των οποίων αιτείται τη λύση του γάμου του και συγκεκριμένα λόγω ισχυρού κλονισμού από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου συζύγου, σύμφωνα με την παραγράφο 1, αλλά και λόγω ισχυρού κλονισμού, που τεκμαίρεται, λόγω διετούς διαστάσεώς τους, σύμφωνα με την παράγραφο 3, και ανεξάρτητα αν υπάρχει απλή σώρευση ή επικουρική, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο, με βάση την αρχή της εξουσίας διαθέσεως (άρθ. 106 ΚΠολΔ), να λάβει υπόψη τη σειρά προτεραιότητας, που υποδεικνύει ο ενάγων, αλλά μπορεί να ερευνήσει πρώτα τη βάση της διετούς διαστάσεως, ακόμη και αν υποβάλλεται επικουρικά.
Μόνον, αν αυτή δεν αποδεικνύεται, θα προχωρήσει στην έρευνα της κύριας βάσεως και τούτο διότι οι άνω βάσεις της αγωγής διαζυγίου αναπτύσσουν ισοδύναμη ενέργεια, καθόσον η αιτούμενη με αυτές διάπλαση, που είναι η λύση του γάμου και όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του, επέρχεται ήδη με την αποδοχή της μίας βάσεως, έστω και επικουρικής, ώστε να καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα της άλλης βάσεως λόγω ελλείψεως έννομου συμφέροντος του ενάγοντος, το οποίο δεν υφίσταται ούτε για την άσκηση εφέσεως ή και αναιρέσεως για το λόγο αυτό εκ μέρους του, αφού με την παραδοχή της επικουρικής βάσεως της αγωγής του και τη λύση του γάμου, που επιδίωκε με αυτή, θεωρείται ότι νίκησε (ΑΠ 818/2021, 315/2018, 20/2015, 470/2005), ενώ τέτοιο έννομο συμφέρον σαφώς δεν υφίσταται και στο πρόσωπο του εναγομένου (ή εναγομένης), στον οποίο αποδόθηκε με τη μη ερευνηθείσα βάση της αγωγής λόγος, που προκάλεσε ισχυρό κλονισμό του γάμου.
Ειδικότερα το ότι για την λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο βάσει των διατάξεων του άρθρου 1439 ΑΚ, αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, σημαίνει ότι στη δίκη διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα υπαιτιότητας (ΑΠ 1559/2021, 1828/2013). Για το ορισμένο δε της αγωγής διαζυγίου της στηριζόμενης σε διετή διάσταση αρκεί να αναφέρεται σ` αυτή, ότι οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση, η οποία διήρκησε επί δύο, τουλάχιστον, συναπτά έτη, υπολογιζόμενα αναδρομικά, από το χρόνο της πρώτης συζητήσεως.
Περαιτέρω εξειδίκευση του νομικού όρου "διάσταση" δεν είναι αναγκαία και, συγκεκριμένα ουδόλως απαιτείται η ειδική αναφορά του ψυχικού στοιχείου, ότι, δηλαδή, υφίσταται βούληση των διιστάμενων συζύγων να αποστούν της έννομης σχέσεως, αφού με τον όρο "διάσταση" νοείται, τόσο η φυσική, όσο και η ψυχική αποξένωση των συζύγων, με τη θέληση να μην έχουν κοινωνία βίου.
Η βούληση δε των συζύγων για οριστική διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί, πως αποτελεί στοιχείο της αγωγής, δεν είναι ανάγκη να αναφέρεται με πανηγυρική λεκτική διατύπωση, αλλ` αρκεί να προκύπτει με σαφήνεια, από το όλο περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 818/2021, 1962/2014, 1679/2014,1628/2012). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ.
α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ πρέπει να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 70/2013).
Η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για τη νομική επάρκεια της αγωγής ή της ενστάσεως, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τον νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ενστάσεως, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1679/2014, ΑΠ 1628/2012).
Εξάλλου, εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο ανωτέρω λόγος, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 995/2017, 713/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής διαζυγίου, που επισκοπείται παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε τη λύση του γάμου του με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα λόγω ισχυρού κλονισμού του για λόγο που αφορούσε το πρόσωπο της αναιρεσίβλητης αλλά και για τον λόγο ότι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από πέντε και πλέον έτη, ισχυριζόμενος συγκεκριμένα με τον δεύτερο προβαλλόμενο λόγο λύσης τα ακόλουθα: "Από πέντε χρόνια και πλέον ζούμε χωριστά, δεν κοιμόμαστε μαζί, δεν τρώμε μαζί, δεν έχουμε κοινή ζωή και έχει καταλυθεί κάθε έννοια συμβίωσης και σχέσης γάμου, από αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης.
Υπάρχει πλήρης ψυχική και σωματική απομάκρυνση χωρίς καμμία ελπίδα αποκατάστασης της συμβίωσης... Επειδή και από τη μακροχρόνια διάσταση τεκμαίρεται ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης και δεν υπάρχει ελπίδα αποκατάστασής της". Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι και όσον αφορά τη βάση της τη θεμελιούμενη σε τεκμαιρόμενο ισχυρό κλονισμό λόγω διετούς τουλάχιστον διάστασης πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα κατά το νόμο, από τις διατάξεις 1439 παρ. 3 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ στοιχεία, δεδομένου ότι αρκεί για το ορισμένο της η αναφορά ότι οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς τουλάχιστον επί δύο έτη χωρίς πιθανότητα και πρόθεση αποκατάστασης της έγγαμης συμβιώσεώς τους, βάσει της εκδηλούμενης από τα εκάστοτε παρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς τους, χωρίς να απαιτείται και για αυτό το στοιχείο πανηγυρική διατύπωση.
Σύμφωνα με αυτά, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 1439 ΑΚ και αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι διατάξεις του απαιτούν για τη θεμελίωση της αγωγής, δεχόμενο ότι η αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα είναι ορισμένη και ως προς τη βάση της τη στηριζόμενη στον τεκμαιρόμενο κλονισμό της έγγαμης συμβίωσης λόγω της τουλάχιστον διετούς διάστασης των διαδίκων, αφού σε αυτήν περιέχονται όλα τα απαιτούμενα από τις προαναφερθείσες διατάξεις στοιχεία, δηλαδή η ύπαρξη του γάμου μεταξύ των διαδίκων, η διετής τουλάχιστον διάσταση αυτών και η κοινή, βάσει των παρατιθέμενων περιστατικών, πρόθεσή τους για διακοπή της έγγαμης συμβιώσεώς τους, χωρίς ελπίδα αποκατάστασής της, το ορισμένο δε αυτής δεν επηρεάζεται από τη σώρευση στο ίδιο δικόγραφο και βάσεως από το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ και δη κλονισμού από λόγους που αφορούσαν την αναιρεσείουσα και η απόδοση υπαιτιότητας σε αυτήν (ακόμη και για τη διάσταση, που αποτελεί όμως κατά νόμο, ανεξαρτήτως των πρόσθετων ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου, αντικειμενικό λόγο ισχυρού κλονισμού του γάμου).
Επίσης το Εφετείο, ερευνώντας κατ'ουσίαν τη διαφορά και επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που απήγγειλε λύση του γάμου μεταξύ των διαδίκων λόγω της αποδειχθείσας υπερδιετούς διάστασής τους, δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τις διατάξεις του άρθρου 1439 ΑΚ με την κρίση του ότι η έρευνα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρώτα της (δεύτερης) σωρευόμενης βάσης της αγωγής, η οποία στηριζόταν στη διετή διάσταση των διαδίκων (η οποία εκτιμήθηκε ως επικουρική και όχι ως κυρίως σωρευόμενη βάση), και η ευδοκίμησή της επιφέρει την αιτούμενη λύση του γάμου, που ουσιαστικά αποτελεί και τη μόνη συνέπεια της απόφασης διαζυγίου υπό το καθεστώς του άρθρου 1439 ΑΚ (αφού από αυτήν δεν θα παραγόταν σε κάθε περίπτωση δεδικασμένο ως προς την υπαιτιότητα της εναγόμενης, ακόμη κι αν η λύση είχε απαγγελθεί κατά την παρ. 1 αυτού), με συνέπεια να παρέλκει η έρευνα της πρώτης βάσης της.
Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα δύο πρώτα σκέλη του, με τα οποία η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει, κατ'ορθή εκτίμησή του, στο Εφετείο πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι με την απόρριψη της έφεσής της και την επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή και απήγγειλε τη λύση του γάμου λόγω αντικειμενικού κλονισμού του εξαιτίας της υπερδιετούς διάστασης των διαδίκων, έγινε δεκτό μη περιλαμβανόμενο στο αγωγικό δικόγραφο αίτημα.
Και αυτό διότι, κατά τα προαναφερόμενα, η λύση του γάμου μεταξύ των διαδίκων αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής και το αίτημα απαγγελίας της λύσης του διατυπώθηκε στο αιτητικό της, επιστηριζόμενο από τα διαλαμβανόμενα στο ιστορικό της περιστατικά (μεταξύ των οποίων και η υπερδιετής διάσταση), ανεξαρτήτως αν σε αυτό ουσιαστικά σωρεύθηκε και αίτημα αναγνώρισης της λύσης του από λόγους που αφορούσαν την εναγόμενη, το οποίο δεν εξετάσθηκε κατά τα προεκτιθέμενα, αφού τα αγωγικά δικόγραφα με το συγκεκριμένο κάθε φορά περιεχόμενο και τα αιτήματά της εκτιμώνται από τα δικαστήρια ως ενιαίο σύνολο.
Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τα προαναφερόμενα, ιδρύεται ειδικότερα και όταν το δικαστήριο της ουσίας, για τη νομική θεμελίωση αυτοτελούς ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού που θεμελιώνει ένσταση, αξιώνει περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτούνται κατά το νόμο ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά και για το λόγο αυτό απορρίπτει τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο.
Εξάλλου, η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, έχει εφαρμογή και επί δικαιωμάτων που στηρίζονται σε διατάξεις δημοσίας τάξεως. Επομένως, εφαρμόζεται και επί άσκησης αγωγής διαζυγίου από το άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ λόγω τεκμαιρομένου κλονισμού της έγγαμης σχέσης από την διετή διάσταση των συζύγων.
Η ένσταση αυτή, προς απόκρουση της αγωγής διαζυγίου, μπορεί να στηριχθεί μόνο σε περιστατικά μεταγενέστερα της διάστασης, δηλαδή περιστατικά που αποτελούν συνέπειες της λύσης του γάμου με διαζύγιο, ενώ για τη θεμελίωσή της κατά νόμο δεν αρκούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος του εναγομένου ή και των τέκνων των συζύγων, οι οποίες άλλωστε επέρχονται σε κάθε περίπτωση από το διαζύγιο αυτό καθαυτό, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις αυτές να εκφεύγουν των συνηθισμένων και αυτονοήτων και να οδηγούν λόγω του εξαιρετικού τους χαρακτήρα και της σοβαρότητάς τους, στη δημιουργία κατάστασης προφανώς υπέρμετρα σκληρής για τον εναγόμενο σύζυγο ή και τα τέκνα, ώστε να επιβάλλεται για την αποτροπή τους η διατήρηση του γάμου (ΑΠ 1341/2022, 321/2021,294/2019, 1638/2013,1138/2012,1670/2011).
Η αναιρεσείουσα επικαλείται, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς της, ότι με την έφεσή της κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επανέφερε την προβληθείσα και στον πρώτο βαθμό προς απόκρουση της αγωγής του αντιδίκου της ένσταση, συνισταμένη, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, στο ότι η άσκηση του ασκούμενου με την αγωγή του δικαιώματος για λύση του γάμου τους, είναι καταχρηστική, διότι θα έχει δυσβάσταχτες συνέπειες για την ίδια, αφού μετά την έκδοση του διαζυγίου δεν θα έχει πλέον ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η κατάσταση της υγείας της, η ηλικία της και η έλλειψη οποιασδήποτε επαγγελματικής της εξειδίκευσης δεν της επιτρέπουν να εργασθεί και θα είναι ανασφάλιστη, στερούμενη τη δυνατότητα να προμηθευθεί τα φάρμακά της και να τύχει ιατρικής φροντίδας, δεδομένου ότι η κατάσταση της υγείας της είναι κλονισμένη.
Τα περιστατικά αυτά, όμως, που προέβαλε η αναιρεσείουσα, για την θεμελίωση της ένστασής της, και αληθή υποτιθέμενα, δεν εκφεύγουν των συνήθων και αυτονόητων επιπτώσεων από τη λύση του γάμου και δεν είναι αρκετά για τη δημιουργία κατάστασης υπέρμετρα σκληρής για αυτήν. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281ΑΚ και είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, κατ'ορθή εκτίμησή του, και όχι από το αναγραφόμενο στο αναιρετήριο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αφού ο σχετικός λόγος από τον αριθμό 19 μπορεί να στηρίξει πλημμέλειες ως προς τις αιτιολογίες της προαβαλλόμενης απόφασης μόνον όταν αυτή ερεύνησε κατ'ουσίαν ουσιώδη ισχυρισμό θεμελιωτικό της αγωγής ή ένστασης και δεν ιδρύεται, εάν η ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με όσα προκύπτουν από την παραδεκτή επισκόπηση των αποφάσεων του Πρωτοδικείου και του Εφετείου.
Μετά την απόρριψη όλων των λόγων της πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιότητάς τους ως συζύγων (άρθρο 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2019 αίτηση για αναίρεση της 3655/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ