Legislator Case Law & Legislation
296/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident damages, upholding lower court's discretion on mental distress compensation amounts.

Case Number 296/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by relatives of a deceased victim against a first-instance judgment reducing compensation for mental distress. The appellants argued the reduced sums violated the principle of proportionality, but the Court found the lower court's reasoning clear and within its discretionary limits. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 932 of the Civil Code and Article 25 of the Constitution; The Supreme Court may uphold a reduction in damages for mental distress if the lower court's reasoning is logical and the amount does not exceed customary limits for similar cases.

Keywords

AI generated
mental distress damages discretionary power principle of proportionality traffic accident liability civil appeal procedure legal costs allocation Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 25 of the Constitution
Article 559 paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 12/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
AP 548/2020
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to proper service of summons and substantive grounds regarding compensation amounts.
AP 418/2019
Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy court ruling on liquidation procedure and property management.
AP 1049/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
AP 1753/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
AP 1747/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
AP 242/2015
Supreme Court dismisses appeal on divorce judgment due to lack of procedural grounds and insufficient reasoning.
AI generated
821/2023
Supreme Court dismisses appeals against a first-instance judgment on pension compensation due to lack of new evidence.
666/2006
Supreme Court dismisses appeal on double insurance liability, ruling insurers must pay full amount to third parties.
1000/2013
Από τα άρθρα 286 εδ.
163/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-3-2002, 16-7-2002, 14-3-2003, 9-9-2002 και 10-9-2002 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2126/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1017/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Μαϊου 2006 αίτησή της.
1415/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στη συνέχεια, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 19/5/2006 αίτησής τους για αναίρεση της 527/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, ως προς τον 2ο των ως άνω αναιρεσιβλήτων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 296 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 296/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών – καλουσών: 1) Δ. Γ., συζ. Γ. Φ., 2) Μ. Φ. του Γ. και 3) Π. Κ. Φ., το γένος Γ. Κ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Δικαίο.

Των αναιρεσιβλήτων – καθ’ ων η κλήση: 1) Π. Α. Π., 2) Α. Σ. Δ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) εδρεύουσας στo Ηνωμένο Βασίλειο ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑIG EUROPE LIMITED», νομίμως εκπροσωπουμένης, που αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από την εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΑIG ΕΛΛΑΣ ΑΕ», νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08.10.2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και του Γ. Κ. Φ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 277/2016 οριστική (ως προς τις ήδη αναιρεσείουσες) του ίδιου Δικαστηρίου και 1798/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20.08.2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτους ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης επισπεύδουν οι αναιρεσείουσες με την από 20.09.2019 κλήση τους, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή τη παρούσης δικάσιμο, με την από 01.10.2019 πράξη της Προέδρου του Δ’ πολιτικού τμήματος. Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή τη παρούσης δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως Π.

Π. και Α. Δ.. Περαιτέρω στο από 30.09.2020 απευθυνόμενο στο παρόν δικαστήριο υπόμνημά τους οι επισπεύδουσες τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται επίδοση της ένδικης από 20.08.2017 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στη αρχή της παρούσης δικάσιμο προς τους προαναφερθέντες απολειπόμενους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αντιθέτως επικαλούνται μόνο τις υπ’ αυτών προσκομισθείσες υπ’ αρ.

…/24-7-2020 και .../24-7-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Αναστ. Παν. ΣΤΕΦΑΝΟΥ που αφορούν την επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση προς την νομίμως παρασταθείσα κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Κατά συνέπεια, αφού η κλήση για συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο δεν επιδόθηκε στους προαναφερθέντες απολειπόμενους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είναι απλοί ομόδικοι της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι μετ’ αυτής από αδικοπραξία, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους προαναφερθέντες απολειπόμενους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους .

Η κρινόμενη από 20.08.2017 και με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης 2204/1-3-2018 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης 180/1-3-2018 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ’ αριθμ. 1798/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ) κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).

[Β] Περαιτέρω και αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ’ άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι οι ενάγουσες (τώρα αναιρεσείουσες) άσκησαν κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων (από κοινού με τον έτερο ενάγοντα Γ. Φ. που δεν είναι διάδικος στην κατ’ έφεση δίκη, ούτε στην ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου δίκη), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 08.10.2014 και με αρ. κατ. Δικογρ. 5322/2014 αγωγή τους, ζητώντας να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος, στους ως άνω ενάγοντες, τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, για αποζημίωσή τους και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που από υπαιτιότητά τους προκάλεσαν οι εναγόμενοι κατά τα στην αγωγή αναλυτικά εκτιθέμενα και το οποίο είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του Κ. Φ., υιού της πρώτης των αναιρεσειουσών, αδελφού της δεύτερης τούτων και εγγονού της τρίτης εξ αυτών.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατ αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθμ. 277/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα, έγινε εν μέρει δεκτή η από 08.10.2014 και με αρ. κατ. Δικογρ. 5322/2014 αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους στην ενάγουσα Δ. Φ. το ποσό των 120.000 ευρώ, στην ενάγουσα Μ. Φ. το ποσό των 40.000 ευρώ, και στην ενάγουσα Π. Φ. το ποσό των 25.000 ευρώ.

Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου:

(I) οι εναγόμενοι και τώρα αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 27.07.2016 και με αρ. κατάθ. 501153/500143/2016 έφεσή τους, στρεφόμενη κατά των ως άνω εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών,

(II) οι ενάγουσες και τώρα αναιρεσείουσες άσκησαν την από 09.08.2016 και με αρ. κατάθ. 501730/500218/2016 έφεσή τους, στρεφόμενη κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Επί των ως άνω εφέσεων εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 1788/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά αλλά απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 09.08.2016 και με αρ. κατάθ. 501730/500218/2016 έφεση των εναγουσών και τώρα αναιρεσειουσών, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 27.07.2016 και με αρ. κατάθ. 501153/500143/2016 έφεση των εναγομένων και τώρα αναιρεσιβλήτων, εξαφανισε την εκκαλουμενη πρωτοδίκη απόφαση ως προς τις εκκαλούσες – ενάγουσες, διακράτησε την υπόθεση, και στην συνέχεια, δικάζοντας επί της ως άνω αγωγής, δέχθηκε εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την ως άνω αγωγή σύμφωνα με τα σε αυτήν οριζόμενα και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλλουν για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους στην ενάγουσα Δ. Φ. το ποσό των 80.000 ευρώ, στην ενάγουσα Μ. Φ. το ποσό των 30.000 ευρώ, και στην ενάγουσα Π. Φ. το ποσό των 20.000 ευρώ.

[Γ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας», ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης». Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται κατ’ αρχήν σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 944/2017).

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, Ολ.

ΑΠ 9/2015, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1136/2018). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο – παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

[Δ] Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, επικαλούμενοι τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείουσες, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του ΑΚ αποδίδουν στην πληττομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας στις αναιρεσείουσες – ως οικείους του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα θανάσιμα τραυματισθέντος οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλης μοτοσυκλέτας Κ. Φ. – ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης, τα μικρότερα των επιδικασθέντων υπό του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ποσά και ειδικότερα επιδικάζοντας: (α) στην αναρεσείουσα – ενάγουσα Δ. Φ., μητέρα του αποβιώσαντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα Κ. Φ., το συνολικό ποσό των 80.000 ευρώ, αντί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 120.000 ευρω, (β) στην αναιρεσείουσα – ενάγουσα Μ.

Φ., αδελφή του, το συνολικό ποσό των 30.000 ευρώ, αντί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 40.000 ευρώ, και (γ) στην αναρεσείουσα – ενάγουσα Π. Φ., γιαγιά του, το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ, αντί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 25.000 ευρώ, δεχόμενο (συνακόλουθα) ως κατ’ ουσία βάσιμο τον σχετικό τρίτο λόγο της υπό των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσας από 27.07.2016 έφεσης και στη συνέχεια δεχόμενο ως κατ’ ουσία βάσιμη την ως άνω έφεση τους και απορρίπτοντας (συνακόλουθα) ως κατ’ ουσία αβάσιμο τον μοναδικό λόγο της υπό των αναιρεσειουσών ασκηθείσας από 09.08.2016 έφεσης (με τον οποίο οι αναιρεσείουσες παραπονούνταν για την μη πλήρη αποδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής τους) και στην συνέχεια απορρίπτοντας ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ως άνω έφεση τους, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι κατά τρόπο αυθαίρετο και αναιτιολόγητο δέχθηκε ότι η αποζημίωση την οποία επιδίκασε στις αναιρεσείουσες τυγχάνει εύλογη, χωρίς όμως, παρά το ότι τα επικαλείται, να λάβει υπ’ όψη της το γεγονός ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαραίνει τον θανόντα συγγενή των αναιρεσειουσών, την ηλικία τούτου, αλλά και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των εμπλεκομένων μερών, ώστε, αφ’ ενός παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δη το άρθρο 932 ΑΚ και το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αφετέρου στέρησε την απόφασή του παντελώς αιτιολογίας και νομίμου βάσεως.

[Ε] Ως προς τον λόγο αυτό αναίρεσης πρέπει να τονιστούν τα εξής:

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 1798/2017 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα:

«| [...] Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας Κ. Φ. τραυματίστηκε θανάσιμα κατά το ένδικο ατύχημα, καθώς υπέστη μεταξύ άλλων αιμορραγικές διηθήσεις μαλακών μορίων μετωπιαίας χώρας, καθολική υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου, αιμοθώρακα άμφω, τραυματικές ρήξεις πνευμόνων άμφω, κατάγματα 2ης, 3ης και 4ης πλευρών άμφω, οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα, διατομή σπονδυλικής στήλης στην περιοχή του 4ου οσφυϊκού σπονδύλου, περινεφρικό αιμάτωμα, συντριπτικό κάταγμα στην περιοχή της ηβικής σύμφυσης (βλ.

την υπ’ αριθμόν …/2-9-2013 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας – νεκροτομής του Ιατροδικαστή Ν. Κ.). Κατά δε το συμπέρασμα του τελευταίου, ο θάνατος του Κ. Φ. επήλθε από βαριές κακώσεις θώρακος – εγκεφάλου – οστών πυέλου – κάτω άκρων. Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του ανωτέρω παθόντος στον θανάσιμο τραυματισμό του, για τον λόγο ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν έκανε χρήση προστατευτικού κράνους, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, ενόψει του ότι, αφενός μεν δεν αποδείχθηκε ότι δεν έφερε κράνος κατά τον χρόνο του θανάσιμου τραυματισμού του, αφετέρου δε, σε κάθε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι εν όψει των σωματικών βλαβών που υπέστη ο ανωτέρω, και κυρίως των βαρύτατων κακώσεων θώρακος και οστών πυέλου και κάτω άκρων, η χρήση προστατευτικού κράνους εκ μέρους του δεν θα ήταν ικανή να αποτρέψει τον θάνατο του.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της εφέσεως των εναγομένων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Επίσης, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο του θανάτου του ο Κ. Φ. ήταν ηλικίας 19 ετών, σπουδαστής, και διέμενε στο ... Αττικής μαζί με τους γονείς του, τη μεγαλύτερη αδελφή του και τη γιαγιά του από την πατρική γραμμή, με τους οποίους ζούσε αρμονικά.

Αποτελούσαν δε μια πολύ αγαπημένη οικογένεια, έχοντας αναπτύξει μεταξύ τους ισχυρούς δεσμούς αγάπης, στοργής και αφοσίωσης. Μετά δε από τον αιφνίδιο θάνατο του με τον παραπάνω εξαιρετικά βίαιο τρόπο, όλα τα ανωτέρω πρόσωπα υπέστησαν αβάσταχτο πόνο και ψυχική οδύνη, αποτιμώμενη σε εύλογη κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματική ικανοποίηση.

Επομένως, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο θανάσιμος τραυματισμός του Κ. Φ., την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας αυτού στην πρόκληση του ατυχήματος, το ιδιαίτερα νεαρό της ηλικίας στην οποία βρισκόταν ο θανών κατά τον χρόνο απώλειας της ζωής του, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, πλην της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, το μέγεθος της θλίψης και τον ψυχικό πόνο τον οποίο δοκίμασαν οι εκκαλούντες ενάγοντες από τον αιφνίδιο θάνατο ενός τόσο προσφιλούς τους προσώπου, η εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, ανέρχεται σε 80.000 ευρώ για τη μητέρα του Δ.

Φ., 30.000 ευρώ για την αδελφή του Μ. Φ. και 20.000 ευρώ για τη γιαγιά του Π. Φ. το γένος Γ. Κ..

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης ανέρχεται σε 120.000 ευρώ για τη μητέρα του, 40.000 ευρώ για την αδελφή του και 25.000 ευρώ για τη γιαγιά του, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά τον βάσιμο περί τούτου τρίτο και τελευταίο λόγο της εφέσεως των εναγομένων, απορριπτομένου του μοναδικού λόγου της εφέσεως των εναγόντων, με τον οποίο οι τελευταίοι παραπονούνται για τη μη πλήρη αποδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής τους.

Κατ’ ακολουθίαν, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς διερεύνηση, πρέπει:

(1) να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η από 09.08.2016 (αρ. κατ. 501730/500218/2016) έφεση των εναγόντων Δ. Φ., Μ. Φ. και Π. Φ., το γένος Γ. Κ., να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της παραβόλου στο δημόσιο ταμείο κατ’ άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. γ’ του ΚΠολΔ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, και να επιβληθεί σε βάρος των εκκαλούντων η δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, και

(2) να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η από 27.07.2016 (αρ. κατ. 501153/500143/2016) έφεση των εναγομένων, να διαταχθεί η επιστροφή στους εκκαλούντες του καταβληθέντος κατά την άσκηση αυτής παραβόλου (κατ’ άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 277/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους εκκαλούντες – ενάγοντες Δ. Φ., Μ. Φ. και Π. Φ., το γένος Γ. Κ..

Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί εκ νέου ως προς τους ως άνω ενάγοντες η από 08.10.2014 και με αριθμό κατάθεσης 5322/2014 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι έχουν υποχρέωση οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στην ενάγουσα Δ. Φ. το ποσό των 80.000 ευρώ, στην ενάγουσα Μ. Φ. το ποσό των 30.000 ευρώ και στην ενάγουσα Π. Φ. το γένος Γ. Κ. το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση […]|»

Με την προαναφερθείσα κρίση του, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους (α) στην αναιρεσείουσα – ενάγουσα Δ. Φ., μητέρα του αποβιώσαντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα Κ. Φ., το συνολικό ποσό των 80.000 ευρώ, αντί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 120.000 ευρω, (β) στην αναιρεσείουσα – ενάγουσα Μ.

Φ., αδελφή του αποβιώσαντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα Κ. Φ., το συνολικό ποσό των 30.000 ευρώ, αντί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 40.000 ευρώ, και (γ) στην αναιρεσείουσα – ενάγουσα Π. Φ., γιαγιά του αποβιώσαντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα Κ. Φ., το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ, αντί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 25.000 ευρώ, το Εφετείο αφενός (Α) δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υστερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, αφετέρου (Β) διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των επικαλούμενων υπό των αναιρεσειουσών διατάξεων των άρθρων 932 ΑΚ και 25 του Συντάγματος.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο προαναφερθείς μοναδικός, βασιζόμενος στους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης.

Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, οι αναιρεσείουσες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον πρώτο και την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Π. Α. Π. και Α. Σ. Δ..

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.08.2017 με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης 2204/1-3-2018 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης 180/1-3-2018 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ’ αριθμ. 1798/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ