296/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated296/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): εκκρεμής, αφού δεν περατώθηκε.... και άρα εξακολουθούν να ισχύουν οι συνέπειες της εκκρεμοδικίας από την άσκηση της αγωγής, αλλά και του οριστικού δεδικασμένου πού έχει παραχθεί από την 267/2009 απόφαση σχετικά με το συγκεκριμένο αίτημα του οποίου η ουσιαστική έννομη σχέση κρίθηκε.... Η ένδικη αγωγή αποτελεί επανάληψη της προηγούμενης και είναι δεσμευτική ως προς το δικονομικό θέμα της αοριστίας που δεν συμπληρώθηκε και είναι αόριστη".
Full text
Απόφαση 296 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 296/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. χήρας Α. Δ., 2.Κ. Δ. του Α., 3.Ι. Δ. του Α., 4.Α. Δ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Καμπέρη. Των αναιρεσίβλητων: 1.Α. χήρας Σ. Κ., το γένος Θ. Δ., 2.Α. Δ. του Α., κατοίκων ... οι οποίες εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Σφακιωτάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 59/2018 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την 17-1-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 17-1-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 59/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με αυτήν έγινε δεκτή η στρεφομένη κατά των ήδη αναιρεσειόντων αγωγή, αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου των ήδη αναιρεσιβλήτων και της αρχικώς πρώτης ενάγουσας Μ. χας Θ. Δ. (στη θέση της οποίας μετά το θάνατό της κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας δίκης έχει ήδη υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος της η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) και ακολούθως, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση των ήδη αναιρεσειόντων-εναγομένων κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια και επικυρώθηκε η τελευταία.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση του διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο τούτο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.
Εξάλλου το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., πλην όμως δεν αφορά τούτο τη δημόσια τάξη και, επομένως δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Άρειου Πάγου (Ολ.ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1709/2006 ). Ώστε για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη του δεδικασμένου, πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή, πρέπει ο αναιρεσείων για το ορισμένο του λόγου να εκθέτει ότι προς απόκρουση της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ένσταση περί δεδικασμένου, η οποία έχει ως ιστορική βάση το περιεχόμενο της τελεσίδικης απόφασης που προηγήθηκε και αίτημα την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης (Ολ.ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1709/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο από το αρθ. 559 παρ. 16 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχός τους Α. Δ. του Θ. δεν ήταν κύριος του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου (ώστε έτσι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν ήταν κληρονόμος του και συγκυρία κατά το αναφερόμενο 1,40625% ποσοστό) παραβιάζοντας το δεδικασμένο που απορρέει από την 267/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων μετά την παραίτηση των εναγόντων από την ασκηθείσα κατ'αυτής έφεσής τους με την οποία κρίθηκε παρεπιπτόντως το εν λόγω ζήτημα, κατά τα εκτιθέμενα, μετά από την απόρριψη προγενέστερης αγωγής των ιδίων εναγόντων-αναιρεσιβλήτων κατά των αυτών εναγομένων-αναιρεσειόντων με το ίδιο αντικείμενο και αίτημα, με επί πλέον σωρευόμενο αίτημα αποζημίωσης, που ως το μεν ίδιο αίτημα η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη, ως προς δε το σωρευόμενο αίτημα απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, τον δε ισχυρισμό περί δεδικασμένου προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και ενώπιον του δευτεροβαθμίου με λόγο έφεσης που απορρίφθηκε.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, καθόσον, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης ουδόλως προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός περί δεδικασμένου προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε ότι επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ενώ, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν αφορά στη δημόσια τάξη και, επομένως, δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Αντίθετα, με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις και με λόγο έφεσης, προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες (αβάσιμα βέβαια) ο ισχυρισμός (ένσταση) περί εκκρεμοδικίας ως προς την ένδικη αξίωση, και όχι δεδικασμένου, μετά την παραίτηση, όπως προεκτέθηκε, των αναιρεσιβλήτων από την έφεσή τους, αφού μάλιστα γίνεται αναφορά ότι μετά την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης "η δίκη σχετικά με την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας και του κληρονομικού δικαιώματος παραμένει
εκκρεμής, αφού δεν περατώθηκε.... και άρα εξακολουθούν να ισχύουν οι συνέπειες της εκκρεμοδικίας από την άσκηση της αγωγής, αλλά και του οριστικού δεδικασμένου πού έχει παραχθεί από την 267/2009 απόφαση σχετικά με το συγκεκριμένο αίτημα του οποίου η ουσιαστική έννομη σχέση κρίθηκε.... Η ένδικη αγωγή αποτελεί επανάληψη της προηγούμενης και είναι δεσμευτική ως προς το δικονομικό θέμα της αοριστίας που δεν συμπληρώθηκε και είναι αόριστη".
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 293/2016, ΑΠ 434/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη της κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους στο επίδικο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη του την 2746/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί αίτησης των αναιρεσιβλήτων περί συντηρητικής κατάσχεσης των αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων των αναιρεσειόντων για την εξασφάλιση αξίωσης των πρώτων από αποζημίωση, με την οποία κρίθηκε κατά πιθανολόγηση το ανωτέρω ζήτημα.
Όπως, όμως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και το προαναφερόμενο έγγραφο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή του με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ , όπως ισχύει και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-1-2019 αίτηση των Α. Δ. κλπ. για αναίρεση της 59/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποίαν ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ