296/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated296/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εν λόγω οικοδομή θα αποτελείτο:... Ο εναγόμενος, διαφωνώντας προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης υπέβαλε προς το Τ.Ε.Ε./Τ.Κ.Μ. την, από 3-9-2009, αίτησή του, που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 4.881/3- 9-2009, με περιεχόμενο (αυτολεξεί): "...Ζητώ την πειθαρχική δίωξη των συναδέλφων Γ. και Ι. Π. (ήτοι του ενάγοντος και του υιού του), καθώς και Δ.
Full text
Απόφαση 296 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 296/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ά. Ζ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γκεσούλη, ο οποίος ανακάλεσε την από15-9-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαντσίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22075/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1595/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-10-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κυριάκος Οικονόμου ανέγνωσε την από 9-10-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 457 παρ.4 ΚΠολΔ ο διάδικος κατά του οποίου προσκομίζονται φωτογραφικές αναπαραστάσεις, που θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα, έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει την γνησιότητά τους, οπότε εκείνος που τις επικαλείται και τις προσκομίζει οφείλει να την αποδείξει. Ο ισχυρισμός, όμως, ότι η προσκομιζόμενη φωτογραφία δεν εικονίζει κάποια συγκεκριμένη και κρίσιμη για τη δίκη πραγματική κατάσταση σε συγκεκριμένο χρόνο, δεν συνιστά αμφισβήτηση της γνησιότητάς της, αλλά αμφισβήτηση της αποδεικτικής αξίας της για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως περί του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου (ΑΠ 378/1997).
Κατά δε το άρθρο 270 παρ.2 εδαφ. α' και β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ.1 του Ν.4335/2015, "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394".
Τέλος, κατά το άρθρο 524 παρ.1 ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγρ. 2, 4, 6 του άρθρου 270 ΚΠολΔ. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επί εφέσεως κατ' αποφάσεως μονομελούς πρωτοδικείου δύνανται να ληφθούν υπ' όψη και να εκτιμηθούν ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση, η από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. α' ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη μη επιτρεπόμενο από τον νόμο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπ' όψη τις φωτογραφίες, τις οποίες προσκόμισε ο τότε εφεσίβλητος - νυν αναιρεσίβλητος, ισχυριζόμενος ότι αποτυπώνουν κοινόχρηστους χώρους της επίδικης οικοδομής, χωρίς όμως να αποδείξει τον χρόνο και τον τόπο που ελήφθησαν αυτές.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή συνιστά αμφισβήτηση της αποδεικτικής αξίας των φωτογραφιών εν σχέσει με το ερευνώμενο θέμα, η εκτίμηση της οποίας (αποδεικτικής αξίας) δεν ελέγχεται κατ` άρθρο 561 παρ.1 από τον Άρειο Πάγο( ΑΠ 1309/2011), εν πάση δε περιπτώσει αβάσιμος, καθ' όσον η έλλειψη αποδείξεως του χρόνου και του τόπου λήψεως τούτων δεν καθιστά τις προσκομισθείσες φωτογραφίες ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, εντεύθεν παραδεκτώς, κατ` άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ, τις έλαβε υπ' όψη το Εφετείο, καθ` όσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 393 ΚΠολΔ, διότι δεν προσκομίσθηκαν προς απόδειξη συμβάσεων ή συλλογικών πράξεων, Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω, με τους δεύτερο και έβδομο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι το Εφετείο προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου :
α) της από 3-9-2009 αιτήσεως τούτου προς το Τ.Ε.Ε./Τ.Κ.Μ. και του υπ' αριθ. πρωτ. 4881/82/14-09-2009 εγγράφου τού Πρόεδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Τ.Ε.Ε./Τ.Κ.Μ. και
β) της υπ' αριθμ. …2/13-1-1993 οικοδομικής αδείας της Διευθύνσεως Πολεοδομίας της Νομαρχίας ..., αντιστοίχως, η παραμόρφωση δε αυτή έχει τις ειδικότερα αναφερόμενες συνέπειες για την ουσία της υπόθεσης εις βάρος του. Με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 1595/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος και κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: '' ...Για την ως άνω ανέγερση εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 52/13-1-1993 οικοδομική άδεια της Διευθύνσεως Πολεοδομίας της Νομαρχίας ..., με μελετητή και επιβλέποντα των αρχιτεκτονικών σχεδίων τον εναγόμενο, που είναι αρχιτέκτονας μηχανικός.
Η εν λόγω οικοδομή θα αποτελείτο:... Ο εναγόμενος, διαφωνώντας προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης υπέβαλε προς το Τ.Ε.Ε./Τ.Κ.Μ. την, από 3-9-2009, αίτησή του, που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 4.881/3- 9-2009, με περιεχόμενο (αυτολεξεί): "...Ζητώ την πειθαρχική δίωξη των συναδέλφων Γ. και Ι. Π. (ήτοι του ενάγοντος και του υιού του), καθώς και Δ.
Λ. (ήτοι του πραγματογνώμονος), επειδή ενήργησαν κατ' εμού ενάντια στον κώδικα επαγγελματικής δεοντολογίας. Συγκεκριμένα οι δυο πρώτοι υπέβαλαν καταγγελίες στη Δνση Πολεοδομίας ..., στο Αστυνομικό Τμήμα ... και αλλού με ψευδή στοιχεία. Ο δε δεύτερος (εννοεί τρίτος) συνέταξε πραγματογνωμοσύνη κατόπιν αιτήματος μου, η οποία ήταν μεροληπτική, περιείχε λανθασμένα στοιχεία και στην ουσία δεν απαντούσε στο αίτημά μου, αλλά υποστήριζε τις θέσεις των αντιδίκων...".
Μετά την ανωτέρω αίτηση του εναγόμενου, συνήλθε το πειθαρχικό Συμβούλιο του Τ.Ε.Ε./Τ.Κ.Μ., ο Πρόεδρος του οποίου με το υπ' αριθμ. πρωτ. 4.881/82/14-09-2009 έγγραφό του απήγγειλε κατηγορία εις βάρος του ενάγοντος για το ότι, σύμφωνα με την, αμέσως ανωτέρω από 3-9-2009, αίτηση του εναγόμενου, η συμπεριφορά αυτού (ενάγοντος) δεν συνάδει με την ιδιότητα του μηχανικού, οι δε ενέργειές του ενδεχομένως να συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα, όρισε ως εισηγητή της υποθέσεως τον αρχιτέκτονα μηχανικό Ι.
Ζ. και με την υπ' αριθμ. πρωτ. 687/7/27-1-2010 πρόσκλησή του κάλεσε τον ενάγοντα να παρουσιαστεί την 10-2-1010 ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου. Εν τω μεταξύ ο εναγόμενος υπέβαλε στον ως άνω εισηγητή του πειθαρχικού συμβουλίου το, από 16-10-2009, επεξηγηματικό υπόμνημα στο οποίο ανέφερε ότι ο ενάγων τον εξαπάτησε και ότι τον εκβίαζε με καταγγελίες και μηνύσεις.
Ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων του πρότεινε να λάβει ως αντιπαροχή αντί του 4ου τον 5° όροφο, καθώς και την αποκλειστική χρήση του κτίσματος στην ταράτσα της οικοδομής και την αποκλειστική χρήση ενός τμήματος του ιδίου χώρου σε άμεση γειτνίαση με το κτίσμα του δώματος και μία ιδιόκτητη θέση σταθμεύσεως στην πυλωτή της οικοδομής, επάνω ακριβώς από τον, αντιστοίχου εμβαδού, χώρο στο υπόγειο.
Επίσης, ότι ο ενάγων είχε εξ αρχής σκοπό να μη του παραχωρήσει την αποκλειστική χρήση του τμήματος του δώματος, να τον εκδιώξει από το γραφείο στο δώμα και να αμφισβητήσει την ιδιοκτησία στην πυλωτή, γνωρίζοντας προγενέστερη (2 χρόνια πριν την υπογραφή του εργολαβικού) απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία υποβαθμίζει την ιδιοκτησία στην πυλωτή σε αποκλειστική χρήση και ότι οι μεθοδεύσεις του αυτές αποδείχθηκε ότι προέβλεπαν ακόμα και καταγγελίες για τις παρατυπίες που εκείνος (ο ενάγων) του πρότεινε να κάνει.
Επίσης στο ίδιο υπόμνημα ο εναγόμενος επανέλαβε όλα όσα ισχυρίσθηκε εις βάρος του ενάγοντος και στην ανωτέρω, από 12-6-2009, επιστολή του προς τον Πρόεδρο του Τ.Ε.Ε. και συγκεκριμένα ότι εκμεταλλευόμενος (ο ενάγων) την καλή του πίστη προχώρησε σε μεθοδεύσεις υφαρπαγής των ως άνω συμφωνηθέντων χώρων, οι οποίες συνίστανται αφενός στη μη σύνταξη εσωτερικού κανονισμού πολυκατοικίας βάσει του υπ' αριθμ. ...19/21-10- 1993 εργολαβικού συμβολαίου και αφετέρου στην σύνταξη οριστικών συμβολαίων προς τα μέλη της οικογενείας του, η οποία έλαβε χώρα αμέσως μετά την μεταβίβαση από τον εναγόμενο των ποσοστών του επί του οικοπέδου προς τον ενάγοντα, χωρίς ο τελευταίος να αναφέρει στα ως άνω συμβόλαια ότι του παραχωρεί την αποκλειστική χρήση του κτίσματος του δώματος και έτσι με τη μεθόδευση αυτή παρέμενε μόνον αυτός (ο ενάγων) υπόχρεος, παρέχοντας στην οικογένειά του τη δυνατότητα να διεκδικήσει και αυτή τη χρήση του γραφείου του στο δώμα.
Τέλος ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων και ο υιός του "...κατέθεσαν ψευδή στοιχεία και προσεταιρίστηκαν τους υπαλλήλους του Τ.Ε.Κ. της Πολεοδομίας, ωθώντας τους σε πλήθος παρατυπίες που είχαν ως αποτέλεσμα να μου επιβληθεί πρόστιμο στο αστρονομικό ποσό των περίπου 30.000 ευρώ". Μετά ταύτα το Πειθαρχικό Συμβούλιο με την υπ' αριθμ. 288/19- 02-2010 απόφασή του, έπαυσε την πειθαρχική δίωξη εις βάρος του ενάγοντος, λόγω του ότι είχε ήδη συνταξιοδοτηθεί και δεν ήταν πλέον τακτικό μέλος του Τ.Ε.Ε., ενώ δέχθηκε κατά πλειοψηφία ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε η προφορική συμφωνία των διαδίκων περί παραχωρήσεως στον εναγόμενο επί πλέον τμήματος στο δώμα σε άμεση γειτνίαση με το κτίσμα αυτού...''.
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν υπέπεσε, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, ορθώς διέγνωσε το περιεχόμενο τους, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στα ανωτέρω έγγραφα και αφού τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα οδηγήθηκε, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων εκτιμώντας και ερμηνεύοντας το περιεχόμενό τους, θεωρεί ορθό, εντεύθεν οι περί του αντιθέτου δεύτερος και έβδομος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1388/2018). Εξ άλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1262/2018).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Εν προκειμένω, με τους τρίτο , τέταρτο, πέμπτο, ένατο και δέκατο ( υπ' αριθ. 3,4,5,9 και 10) λόγους τής ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του λόγου αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι: '' ...3. Η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένως, χωρίς νόμιμη βάση, χωρίς καμία αιτιολογία ή με αντιφατικές αιτιολογίες ή με ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της Δίκης, ... δέχθηκε πως αποδείχθηκε ότι όλα όσα διέλαβα :
i. Στην από 19-3-2009, μήνυση μου ενώπιον του AT. ...-...,
ii. Στην επιστολή που απέστειλα προς το πρόεδρο του Τ.Ε.Ε./Τ.Κ.Μ.,
iii. Στην από 3-9-2009, αίτησή μου προς το Τ.Ε.Ε./Τ.Κ.Μ.,
iν. Στο από 16-10-2009, επεξηγηματικό υπόμνημα που υπέβαλα στον εισηγητή του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ι. Ζ., και
ν. στην από 29-9- 2010, αγωγή μου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ήταν γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την επαγγελματική υπόληψη του αναιρεσίβλητου. Επιπλέον δέχθηκε πως αποδείχθηκε ότι τα περισσότερα από αυτά ήταν και ψευδή και πως τα ισχυρίστηκα εν γνώσει της αναλήθειάς τους. Κατ' αρχήν, ουδόλως αποδείχθηκε η τελευταία αυτή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης πως αυτά που ισχυρίστηκα, τα ισχυρίστηκα εν γνώσει της αναλήθειάς τους Επιπρόσθετα, όλα όσα ισχυρίστηκα στα ανωτέρω έγγραφα, δεν ήταν ψευδή-αλλά αληθινά, αφού συγκεκριμένα :
i. Στην από 19-3-2009, μήνυση μου ενώπιον του AT. ... - ..., ανέφερα ...
ii. Στην επιστολή που απέστειλα προς το πρόεδρο του Τ.Ε.Ε./Τ.Κ.Μ ανέφερα ...
iii. Στην από 3-9-2009, αίτησή μου προς το Τ.Ε.Ε./Τ.Κ.Μ., ανέφερα ...
iν. Αναφορικά με το από 16-10-2009, επεξηγηματικό υπόμνημα που υπέβαλα στον εισηγητή του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ι. Ζ., ισχύουν τα ανωτέρω.
ν. στην από 29-9-2010 και υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 45.462/1-11 - 2010, αγωγή μου επίσης ανέφερα... 4. Αναφορικά με την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας μεταξύ εμού και του αντιδίκου, για την εκ μέρους μου αποκλειστική χρήση τμήματος του δώματος 20 τ.μ. περίπου ... καθώς και αποκλειστικής χρήσης εκ μέρους του αντιδίκου σε άλλο μέρος τμήματος του δώματος (επίσης) 20 τ.μ., η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε πως είναι ψευδής...
ενώ από το περιεχόμενο όλων των εγγράφων της διαδικασίας του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Τ.Ε.Ε./Τ.Κ.Μ. προκύπτει πως καίτοι αποδεικνύεται πως η οικοδομή αναγέρθηκε από τον εργολάβο / κατασκευαστή Γ. Παπαργυρίου με γνώμονα τις μεταξύ μας προφορικές συμφωνίες...5. Η προσβαλλόμενη απόφαση... δέχθηκε πως είναι ψευδές ...
πως ο αντίδικός μου ενήργησε εις βάρος μου σε αντίθεση προς τον Κώδικα επαγγελματικής δεοντολογίας, αφού από το περιεχόμενο του εγγράφου της σχετικής απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Τ.Ε.Ε./Τ.Κ.Μ. προκύπτει πως δεν επιβλήθηκε ποινή στον Γ.Παπαργυρίου...9.... δέχθηκε - ως επίρρωση της δήθεν εκ μέρους μου συκοφαντικής δυσφήμισης και άλλων παρανόμων πράξεων εις βάρος του αντιδίκου μου, πως κηρύχθηκα ένοχος και καταδικάστηκα για την τέλεση των αδικημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδούς αναφοράς στην αρχή και της συκοφαντικής δυσφημίσεως, και για παράβαση του άρθρου 232Α ΠΚ., ...Όπως αποδείχθηκε από τα εκ μέρους μου προσκομισθέντα έγγραφα κατά την εκδίκαση στην ουσία της σχετικής ένδικης διαφοράς μου με τον αντίδικο, έχω ασκήσει νόμιμα και εμπρόθεσμα έφεση κατά αμφοτέρων των ανωτέρω αποφάσεων...'' Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, ένατος και δέκατος λόγοι αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστοι, διότι σε αυτούς δεν επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναιρέσεως.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να αναφερθεί, ποιές ανεπάρκειες ή αντιφάσεις παρουσιάζουν οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.
Υπό δε την επίκληση των διατάξεων του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττει ουσιαστικά με τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι(άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται οι εξής αιτιάσεις: " Η προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μη αποδεχόμενη τη συνδρομή εν προκειμένω της περίπτωσης του άρθρου 367 παρ.1, εδ. γ' Π.Κ., και συγκεκριμένα πως όλες οι ενέργειές μου έγιναν για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων μου και για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος μου ή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον μου, αποδεχόμενη ...
πως συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 367 Π.Κ. (ήτοι πως δήθεν γνώριζα την αναλήθεια των δήθεν ψευδών γεγονότων). Οι ισχυρισμοί μου σε όλες τις αποδιδόμενες σε εμένα περιπτώσεις, καθώς επίσης και η γενική μου συμπεριφορά, υπήρξε καθόλα νόμιμη και λογική στο πλαίσιο της προσπάθειάς μου να αμυνθώ με όλα τα νόμιμα μέσα κατά των ενεργειών του αντιδίκου εναντίον μου.
Όλα δε όσα διέλαβα στα διάφορα έγγραφά μου που υπεβλήθησαν από εμένα στο πλαίσιο της ως άνω υποθέσεως αποτελούν γεγονότα τα οποία αποδεικνύονται με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία ως αληθινά. Επιπροσθέτως, όσα διατυπώθηκαν από εμένα κατά την αντιδικία μου με τον αναιρεσίβλητο, δε λέχθηκαν με σκοπό τη δυσφήμιση και προσβολή του τελευταίου, αλλά για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων μου και προς εξυπηρέτηση των αναγκών της ουσιαστικής και δικονομικής μου άμυνας.
Οι ισχυρισμοί μου λέχθηκαν κατά την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος μου και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και επομένως δεν κινήθηκα με σκοπό προσβολής οιουδήποτε...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως απαραδέκτως προβάλλεται (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) καθ' όσον, υπό την επίκληση της παραβιάσεως της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται ουσιαστικά η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια των διαθοθέντων περιστατικών.
Επομένως, ο λόγος αυτός της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεχθείσα πως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του (αναιρεσείοντος) πως δύναται να εκδοθεί άδεια εργασιών μικρής κλίμακος (δυνάμει της υπ' αρ. πρωτ. Οικ. 5219/3-2-2004 απόφασης της Υφυπουργού Περ. Χωρ.& Δημ. Έργων), επειδή παραβιάζονται βασικές πολεοδομικές διατάξεις. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι η διατύπωση περί του αβασίμου του ανωτέρω ισχυρισμού δεν αποτελεί παραδοχή αυτής, κατόπιν ερμηνείας διατάξεων και διατυπώσεως δικανικής κρίσεως, αλλά περιεχόμενο της παρατιθεμένης στην απόφαση από 15-7-2009 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων από τον αναιρεσείοντα παραβόλων, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-10-2015 αίτηση του Ά. Ζ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1595/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή των κατατεθέντων από τον αναιρεσείοντα παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ