296/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 296 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated296/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 296 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 296 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 296/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Η. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τριάντη.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Δ. του Π., συζ. Χ. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τόλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2005/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 925/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/6/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 3/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 178 AK, "δικαιοπραξία, που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κριτήριο τον προσδιορισμό των χρηστών ηθών, που είναι έννοια αξιολογική, υποκείμενη σε μεταβολές, που απηχούν όχι υποκειμενικές περί ηθικής αντιλήψεις, είναι το συναίσθημα, που έχει για την ηθική, σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, ο κατά γενική αντίληψη χρηστός, σώφρων και υγιώς σκεπτόμενος κοινωνικός άνθρωπος .Εξάλλου, για την κρίση περί αντιθέσεως διατάξεως τελευταίας βουλήσεως προς τα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διατάξεως, τα αίτια, που κίνησαν το διαθέτη, ο σκοπός, τον οποίο αυτός επιδιώκει και γενικώς το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών, που συνοδεύουν τη διάταξη. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 2, 1712 ΑΚ προκύπτει ότι το δίκαιο αναγνωρίζει και στο χώρο του κληρονομικού δικαίου την αρχή της ελευθερίας της βουλήσεως, έκφραση της οποίας συνιστά το δικαίωμα του προσώπου να ρυθμίζει, κατά τη βούληση του, την τύχη της περιουσίας του, για το χρόνο μετά το θάνατο του, με τους περιορισμούς φυσικά των διατάξεων της νόμιμης μοίρας και το φραγμό της διατάξεως του άρθρου 178 ΑΚ. Με βάση τις αρχές αυτές, η εγκατάσταση με διαθήκη προσώπου, με το οποίο ο διαθέτης διατηρούσε εξώγαμες ερωτικές σχέσεις, δεν ενέχει καθ' εαυτή περιεχόμενο αντικείμενο στα χρηστά ήθη. Εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση η τελευταία διάταξη, από τον τρόπο με τον οποίο έγινε και τις περιστάσεις που τη συνοδεύουν, συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρονήσεως έναντι προσώπων της νόμιμης οικογένειας του διαθέτη, που καλούνται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, όπως είναι τα παιδιά του.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Ο διαθέτης είχε διαζευχθεί από τη σύζυγο του και μητέρα της ενάγουσας, Β. Η. το γένος Κ. και Ε. Μ. και διατηρούσε ερωτική σχέση με την εναγομένη για χρονικό διάστημα 11 ετών περίπου και μέχρι το έτος 1999, οπότε και χώρισαν. Η διάλυση της ερωτικής σχέσης προέκυψε ότι οφείλεται στο γεγονός ότι η εναγομένη συνήψε ερωτικό δεσμό με τρίτο πρόσωπο, με το οποίο και συνήψε δεύτερο γάμο, ενώ ο θανών μετά τη διάλυση του δεσμού του με την εναγομένη δημιούργησε διάφορες ερωτικές σχέσεις και κατά το χρόνο του θανάτου με τη Β. Μ.. Η επίδικη διαθήκη καταρτίστηκε την 16-4-1996 κατά το διάστημα δηλαδή της ύπαρξης του ερωτικού δεσμού με την εναγομένη. Ο θανών θέλοντας να ανταμείψει την εναγομένη για την ευχάριστη συμβίωση, την οικογενειακή θαλπωρή που βρήκε στο δεσμό τους και για την ηθική και ψυχική συμπαράσταση, την τίμησε με τη διαθήκη του καθιστώντας την κληρονόμο στα αναφερόμενα ακίνητα. Εξάλλου ρητά ο εκλιπών αναφέρει για την εναγομένη στη διαθήκη του τα προαναφερόμενα "...τη γυναίκα με την οποία ζω και με βοηθάει και με στηρίζει στις δουλειές μου...". Κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης η ενάγουσα ήταν 16 ετών και διέμενε με τη μητέρα της. Ο θανών με τη άνω διαθήκη περιόρισε τις απαιτήσεις της κόρης του στην κληρονομιά στο ελάχιστο νόμιμο δικαίωμα και της κατέλιπε τα ανωτέρω αναφερόμενα ακίνητα. Από κανένα στοιχείο δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη εκμεταλλεύτηκε τη συναισθηματική εξάρτηση του πατέρα της από αυτή, έτσι ώστε να τον πείσει με ψυχολογική βία και με το φόβο διάλυσης του ερωτικού τους δεσμού, να συντάξει την επίδικη διαθήκη. Άλλωστε ο θανών ήταν επιχειρηματίας με εμπειρία ζωής και με ερωτικούς δεσμούς και δεν θα μπορούσε να επηρεαστεί στη βούληση του για τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης από το ερωτικό του πάθος. Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν αβίαστα από τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης, Ζ. Δ. και Δ. Χ., οι οποίες, έχοντας ιδία αντίληψη, καταθέτουν σαφώς για τις σχέσεις της τελευταίας με το διαθέτη και δεν ανατρέπονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίδικη διαθήκη δεν είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, κατά την έννοια αυτών που εκτέθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη.
Περαιτέρω δε η ανωτέρω διάταξη τελευταίας βούλησης δεν αποτελεί αδικαιολόγητη περιφρόνηση προς την ενάγουσα, διότι εν τέλει καταλείφθηκαν σ' αυτήν τα προαναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία η βάση της αγωγής περί ακυρότητας της ως άνω διαθήκης λόγω αντίθεσης των διατάξεων της στα χρηστά ήθη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178 Α.Κ. και επομένως ο περί του εναντίον πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Οι λοιπές περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ του Κ.Πολ.Δ. υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 7-11-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, την οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκόμισε για την απόδειξη των αγωγικών της ισχυρισμών.
Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα" και από όλο το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι τούτο για το σχηματισμό της κρίσης του, στην οποία τελικώς κατέληξε, κατά τα προεκτιθέμενα, έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλες τις υπόλοιπες αποδείξεις και το προαναφερόμενο έγγραφο και επομένως ο εξεταζόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2014 αίτηση της Ε. Η. για αναίρεση της 925/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ