296/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 296 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 296/2014
Legislator headnote
AI generated296/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 296 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 296/2014
Full text
Απόφαση 296 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 296/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. α) Χ. Α. του Σ., ) Δ. Α. του Σ., κατοίκων ..., 2. Ρ. Π. του Η., συζ. Ν. Π., κατοίκου ..., 3.Κ. συζ. Φ.-Β. Κ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 4. Γ. Σ. του Λ., 5. Της Ανώνυμης Βιομηχανικής και Εμπορικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΝΑΙΤΕΡ - Ανώνυμη Εμπορική Εταιρία Παιχνιδιών" και τον διακριτικό τίτλο "ΣΝΑΙΤΕΡ ΑΕ" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, 6. Π. Α. του Κ. κατοίκου ..., οι οποίοι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Κουκιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το Νομάρχη και ήδη αντιπεριφερειάρχη Πιερίας και το Γενικό Γραμματέα Κεντρικής Μακεδονίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του ΝΣΚ Γεώργιο Καρακώστα,με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: α) με αριθ.κατάθ.2345/10-6-1998 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων β) την με αριθ. κατάθ. 1628/16-4-1998 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου, καθώς και την από 7-12-1998 αίτηση παρέμβαση και ανταίτηση, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:421/1999 μη οριστική και 2273/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη με την από 12-12-2000 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1048/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη και η 1408/2006 απόφαση που αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 560/2009 μη οριστική και η 381/2012 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-11-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 16-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 262/21-11-2012 αίτηση, διώκεται η αναίρεση της 381/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που προσδιόρισε τιμή μονάδος επί των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων σε τιμές κατώτερες εκείνων που είχαν αυτοί ζητήσει. Ειδικότερα: Με την από 10-6-98 αίτησή, οι αιτούντες, ήδη αναιρεσείοντες, δικαιούχοι αποζημιώσεως λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που κηρύχθηκε με την 1090096/5978/0010/21-8-96 κοινή απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών και Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, ζήτησαν 1) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των σ'αυτήν αναφερομένων ακινήτων και των επικειμένων, 2) καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για την μείωση της αξίας των κτισμάτων που υπάρχουν επί των εναπομείναντων μετά την απαλλοτρίωση ακινήτων ως και ιδιαίτερης αποζημίωσης για την μείωση της αξίας των κτισμάτων που υπάρχουν επί των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση ακινήτων, 3) τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απώλεια εισοδημάτων των ασκουμένων επιχειρήσεων επί των ακινήτων ΚΠ 5 ΚΠ 6 ΚΠ 16 και προσδιοριστούν τα έξοδα μετεγκατάστασης επιχειρήσεως μαρμάρων που υπάρχει επί του ακινήτου ΚΠ 18. Επί των αιτήσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 421/99 μη οριστική απόφαση και η 2273/00 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και καθορίστηκαν τιμές αποζημίωσης μικρότερες εκείνων που είχαν ζητήσει οι αιτούντες . Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αναίρεση εκ μέρους των καθών και εκδόθηκε η 1406/06 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η οριστική απόφαση. Μετά την νέα συζήτηση της υπόθεσης εκδόθηκε αρχικά η 560/09 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνη επί της αξίας των απαλλοτριωθέντων τμημάτων με κρίσιμη ημερομηνία την 7-12-98. Μετά την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης η υπόθεση εισήχθη προς εκδίκαση και το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την 381/2012 απόφασή του, αφού ανακάλεσε την μη οριστική διάταξη της 560/09 αποφάσεως, ως προς τον χρόνο υπολογισμού της αξίας των απαλλοτριωθέντων, σε εκείνον της 15-12-2008 και προσδιόρισε αυτές (αξίες) σε ποσά μικρότερα εκείνων που είχαν ζητήσει οι αναιρεσείοντες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999).Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες, αποκλειστικά ,στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η κρίση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο των άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Από την ένορκη εξέταση των μαρτύρων των αιτούντων - καλούντων, και της 16ης καλούσας, που εξετάστηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στις 15.12.2008, στο ακροατήριο και περιέχονται στα πρακτικά της με αριθμ. 560/2009 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, από τη με αριθμ. 77/2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με τη με αριθμ. 560/2009 απόφαση του Δικαστηρίου πραγματογνώμονα και τη συμπληρωματική με αριθμ. 78/2010 έκθεση του ίδιου πραγματογνώμονα, μόνο κατά τις διατάξεις αυτής για τις οποίες δεν ανακλήθηκε η μη οριστική απόφαση, την από 27.10.2011 τεχνική έκθεση του ορισθέντος από το Ελληνικό Δημόσιο τεχνικού συμβούλου Σ. Γ., κατά το αυτό ως άνω μέρος, από όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αυτοί, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες εκθέσεις, (πραγματογνωμοσύνης και τεχνική), κατά το ανακληθέν μέρος αυτών, και όλες οι προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους λοιπές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και τεχνικές εκθέσεις, χωρίς όμως η παραπάνω ή παρακάτω ρητή αναφορά ορισμένων εξ αυτών να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα απ αυτούς έγγραφα, για τα οποία δε γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που όμως όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης (''...), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τα προσβαλλόμενα κεφάλαια αυτής (ΚΠ 5α, 11, 13, 16, 19, 21) : Με την κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομικών και Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση του τμήματος Πλαταμώνα- Κατερίνης της Εθνικής οδού ΝΟ1, τμήμα Σιδηροδρομικός Σταθμός Λιτοχώρου Κατερίνης, υποτμήμα χ.θ.25+250.00 μέχρι χ.θ. 26±800.00, έκταση συνολικού εμβαδού 62.538 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Νομού Πιερίας και εικονίζεται στον από μηνός Ιουλίου 1997 Κτηματολογικό Πίνακα και στο συνοδεύον αυτόν κτηματολογικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Λ., τα οποία έχει θεωρήσει ο προϊστάμενος ΤΥΔΚ Κατερίνης, Μ. Μ., στις 14.8.1997. Τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα βρίσκονται στην κτηματική περιοχή της πόλης Κατερίνης, στις τοπ0θεσίες "...", "..." και "...", κοντά την πόλη της Κατερίνης, και απέχει από τα όρια του σχεδίου της πόλης 400 μ.. Τα ακίνητα προέρχονται από κληροτεμάχια της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Κατερίνης, η περιοχή είναι εύφορη με αρδεύσεις και δυναμικές καλλιέργειες. Αρκετό χρόνια, όμως, πριν την κήρυξη της ανωτέρω απαλλοτρίωσης, η περιοχή των απαλλοτριούμενων, εκατέρωθεν της εθνικής οδού Κατερίνης - Λιτοχώρου άλλαξε χαρακτήρα και παρουσίασε εμπορική και βιομηχανική ανάπτυξη. Με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ΒΔ/τος 23.10.1959, "περί μέτρων τινών δια την ασφάλεια της υπεραστικής συγκοινωνίας", όπως τροποποιήθηκε με το Β.Δ/γμα 9/1965, ορίστηκε ως ελάχιστη απόσταση τα 40 μ. από τον άξονα της εθνικής οδού για την ανέγερση οικοδομών. Με το Π.Δ/γμα 347/1993 η γραμμή δόμησης στο βασικό εθνικό οδικό δίκτυο ορίστηκε σε 60 μ. από τον άξονα της εθνικής οδού και όχι λιγότερο των 40 μ. από το όριο της, και εξακολούθησε να ισχύει και μετά την έκδοση του Π.Δ/τος 109/08, και, σε περίπτωση ύπαρξης κατασκευασμένου παράπλευρου (SR), ορίστηκε και απόσταση 20 μ. από τον άξονα αυτού, ενώ με τις διατάξεις του ΒΔ/τος 465/9.7.1970, όπως τροποποιήθηκε, για τη σύνδεση με τον παράπλευρο, του οποίου το πλάτος υπερβαίνει τα 6 μ., απαιτείται η δημιουργία κόμβου τύπου "Γ". 'Ολα τα απαλλοτριούμενα, πριν την απαλλοτρίωση, ήταν μη οικοδομήσιμα, διότι μετά τα 40 μέτρα από το αρχικό όριο απαλλοτρίωσης και τα 15 μέτρα από το πίσω όριο άλλης απαλλοτρίωσης του Ο.Σ.Ε., καθώς το βάθος των γηπέδων• ανέρχεται μέχρι 60 μέτρα. Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώνονται και τα ακίνητα: ΚΠ 5α (επί τους οποίους) προέβαλαν δικαίωμα κυριότητας οι πρώτος και δεύτερος των ήδη αναιρεσειόντων), ΚΠ 11 (επί του οποίου προέβαλε δικαίωμα κυριότητας η δεύτερη των αναιρεσειόντων) ΚΠ 13 (επί του οποίου προέβαλε δικαίωμα κυριότητας η τρίτη των αναιρεσειόντων) ΚΠ 16 (επί του οποίου προέβαλε δικαίωμα κυριότητας ο τέταρτος των αναιρεσειόντων) ΚΠ 19 (επί του οποίου προέβαλε δικαίωμα κυριότητας η πέμπτη) και ΚΠ 21 (επί του οποίου προέβαλε δικαίωμα κυριότητας ο έκτος των αναιρεσειόντων). Η αρχική έκταση του ΚΠ 5α, που απεικονίζεται με στοιχεία ΘΒΓΔΑΗΘ στο τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Π. είχε συνολικό εμβαδό 5.831,36 τ.μ. και, μετά την απαλλοτρίωση του τμήματος με στοιχεία ΘΒΑΗΘ του ιδίου ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος, εμβαδού 2.138,04 τ.μ., απέμεινε το τμήμα με στοιχεία ΒΓΔΑΒ, εμβαδού 3.693,32 τ.μ.. Πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 24.5.1985. Μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε έκταση 3.693,32 τ.μ., που είναι μεν άρτια, πλην όμως πριν την επίδικη απαλλοτρίωση, από το έτος 1993, με την εφαρμογή της απόστασης των 60 μ. από τον άξονα, είχε καταστεί μη οικοδομήσιμο. Με την απαλλοτρίωση το όριο του ακινήτου προς το δρόμο μετατοπίστηκε κατά 16 μ., περίπου, προς τα πίσω. Δημιουργήθηκε ο παράπλευρος δρόμος, μεταξύ της απροσπέλαστης και υπερυψωμένης, κατά 2,5 μ., εθνικής οδού. Η πρόσβαση που είχε το ακίνητο πριν την απαλλοτρίωση στην εθνική οδό ήταν ανεξέλεγκτη. Το κτίριο που υπάρχει στο εναπομείναν, εκτός απαλλοτρίωση, τμήμα ,κατασκευάστηκε μετά το 1975 και πριν από το 1984. Το κτίριο είναι μακρόστενο, παράλληλο προς το υφιστάμενο και διαμορφωμένο παράπλευρο δρόμο, και αποτελείται από ισόγειο και υπόγειο. Το ισόγειο τμήμα έχει εμβαδό 788 τ.μ. και το υπόγειο 780 τ.μ. Ειδικότερα, είναι σαν δύο ανεξάρτητα κτίρια σε επαφή, από υπόγειο 540 τ.μ. και ισόγειο 540 τ.μ., με πέντε καταστήματα, από το οποίο το ένα κατάστημα, εμβαδού 50 τ.μ. χρησιμοποιούνταν ως πρατήριο υγρών καυσίμων, και από υπόγειο 240 τ.μ., (όπου υπήρχε το συνεργείο επισκευής λεωφορείων ΚΤΕΛ), και ισόγειο 248 τ.μ., όπου υπήρχε το εστιατόριο με το διακριτικά τίτλο "Αλέξανδρος". Με τη με αριθμ. 2273/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε ότι το κτίριο καταστήματος υγρών καυσίμων, εμβαδού 50 τ.μ., λόγω στέρησης του προαύλιου χώρου του, ο οποίος είναι απαραίτητος για την εγκατάσταση των αποθηκών υγρών καυσίμων και των αντλιών, υπέστη σημαντική υποτίμηση της αξίας του καταστήματος, ανερχόμενη σε 50%, και καθορίστηκε ως σχετική αποζημίωση, με κρίσιμο χρόνο την 2.10.1997, το ποσό των 3.250.000 δρχ. και ήδη 9.537,78 ευρώ ήτοι 190,75 ευρώ ανά τ.μ.. το υπόγειο των 240 τ.μ.. το ισόγειο των 248, το υπόγειο των 540 τ.μ. και το ισόγειο των 490 τ.μ. (540-50), στερείται του αύλειου χώρου, στον οποίο υπήρχαν οι υπαίθριες κατασκευές και εγκαταστάσεις των δραστηριοτήτων που ασκούνταν στους παραπάνω χώρους, για τις οποίες, όμως, καθορίστηκε αποζημίωση με τη με αριθμ. 2273/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Τα κτίρια παρέμειναν στο σύνολό τους στην αρχική τους μορφή και υπάρχει δυνατότητα να λειτουργήσουν με άλλες χρήσεις, συνήθεις για την περιοχή, όπως συνεργεία, αποθήκες κ.λπ., που δεν απαιτούν πρόσωπο στην εθνική οδό. Τα δύο υπόγεια δεν μπορούν να θεωρηθούν απαραίτητα παραρτήματα του εστιατορίου και του πρατηρίου υγρών καυσίμων, τα οποία μετεγκαταστάθηκαν. Αυτά έχουν καλή πρόσβαση στον παράπλευρο και επικοινωνία από την πίσω αυλή στο ίδιο υψόμετρο, μπορούν να έχουν, είτε, ανεξάρτητη, είτε δευτερεύουσα χρήση ως προς το ισόγειο και να λειτουργήσουν αυτόνομα στα πλαίσια ανάπτυξης της περιοχής. Το γεγονός ότι το κτίριο είναι 2,5 μ. χαμηλότερα του αυτοκινητόδρομου, δε μειώνει σημαντικά την αξία των επίδικων κτιρίων. Διαθέτουν ασφαλή είσοδο πρόσβασης δια του παράπλευρου δρόμου στην εθνική οδό. Η αξία κατασκευής, παρόμοιας κατάστασης, κτιρίου, στις 15.12.2008, και, ειδικότερα, των υπογείων 780 τ.μ. (240 τ.μ. και 540 τμ.) ανέρχεται στο ποσό των 46.800,00 ευρώ και των ισογείων 738 τ.μ. ανέρχεται στο ποσό των 98.000,00 ευρώ, ήτοι συνολικό 144.800,00 ευρώ. Ενόψει των προαναφερθέντων, από την απαλλοτρίωση και το έργ0 αυτής η μείωση της αξίας των επίδικων κτιρίων του ΚΠ 5α ανέρχεται σε 12%, ήτοι σε 17.376,00 ευρώ. ..... Επιπροσθέτως, με τη με αριθμ. 2273/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος τμήματος του ΚΠ 5α στο ποσό των 8.500 δρχ. λαμβάνοντας υπόψη για τον καθορισμό της ανωτέρω τιμής και τις προσόδ0υς αυτού, από την εκμετάλλευση της ανωτέρω επιχείρησης, ενώ για το όμορο τμήμα του ΚΠ 5β, εφαπτόμενο και αυτό πριν την απαλλοτρίωση με την εθνική οδό, και στο οποίο δεν ασκούνταν εμπορική δραστηριότητα, καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας στο ποσό των 8.000 δρχ. ανά τ.μ. Η αρχική έκταση του ΚΠ 11 πριν την απαλλοτρίωση απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ά. Π., με στοιχεία ΗΘΖΑΒΓΗ, συνολικού εμβαδού 1.532,46 τ.μ.. Μετά την απαλλοτρίωση τμήματος με στοιχεία ΘΑΔΗΘ, εμβαδού 754,83 τ.μ., απέμεινε έκταση με στοιχεία ΑΒΓΔΑ του ιδίου ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος. Το αρχικό γήπεδο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και εκδόθηκε η με αριθμ. 281/1985 άδεια για την ανέγερση ισόγειας κατοικίας με υπόγειο, συνολικού εμβαδού 143,30 + 73,70= 219,00 τ.μ., σε απόσταση 40 μ. από τον άξονα, με πρόσωπο και πρόσβαση στην εθνική οδό. Αντί των προβλεπομένων στην άδεια, κατασκευάστηκαν υπόγειο 35 τ.μ., ισόγειο 75 τ.μ., ανώγειο 160 τ.μ., σοφίτα 40 τ.μ. και σκεπασμένη βεράντα 40 τ.μ.. Το κτίριο είναι καλής κατασκευής, το όριο απαλλοτρίωσης φθάνει κοντά στα σκαλοπάτια της σκάλας εισόδου, ενώ πριν την απαλλοτρίωση επιβλήθηκε η αύξηση των 40 μ. σε 60 μ.. Το κτίριο έχει πρόσβαση στον παράπλευρο δρόμο. Λόγω της νόμιμης χρήσης αυτού ως κατοικίας δε χρειάζεται προβολή στην εθνική οδό , ωφελείται από άποψη ασφάλειας ,έναντι τρίτων, διερχόμενων από την εθνική οδό και τυγχάνει ασφαλούς πρόσβασης στον αυτοκινητόδρομο, με την παράπλευρο, ενώ μειώθηκε η υφιστάμενη πρότερον ηχορύπανση, αφού απέχει μεγαλύτερη απόσταση από την εθνική οδό. Βέβαια, η κατοικία στερήθηκε τμήματος του αύλειου χώρου της, χωρίς όμως να αναιρείται η καλή λειτουργία της κατοικίας. Η αξία κατασκευής του κτιρίου της κατοικίας, παρόμοιας κατάστασης, στις 15.10.2008, ανέρχεται σε 100.000,00 ευρώ. Ενόψει των προαναφερθέντων η μείωση της αξίας του εξαιτίας της απαλλοτρίωσης και του έργου αυτής ανέρχεται σε 7%, ήτοι 7.000,00 ευρώ. Η ΚΠ 13 ιδιοκτησία, συνολικού εμβαδού 828,16 τ.μ., με στοιχεία ΗΑΒΓΔΕΣΗ του τοπογραφικού διαγράμματος του ιδίου ως άνω αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, μετά την απαλλοτρίωση έκτασης 289,72 τ.μ., με στοιχεία ΗΛΕΖΗ, απέμεινε 538,44 τ.μ., και απεικονίζεται με στοιχεία ΑΒΓΔΕΑ. Στο εναπομείναν τμήμα υπάρχει διώροφη κατοικία, (ισόγεια πυλωτή, 160 τ.μ. και όροφο κατοικία, 160 τ.μ.), με στέγη, πρόσφατης κατασκευής. Το κτίριο παρέμεινε στο σύνολό του, στην αρχική μορφή, εκτός από το κλιμακοστάσιο της εισόδου, που έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει με καλές συνθήκες. Το γεγονός ότι ο αυτοκινητόδρομος είναι, πλέον, υπερυψωμένος κατά 2,50 μ. δεν επηρεάζει την αξία του κτιρίου, το οποίο δε συνδέονταν νόμιμα άμεσα με την εθνική οδό άλλωστε, λόγω της νόμιμης χρήσης αυτού ως κατοικίας δε χρειάζεται προβολή στην εθνική οδό, ωφελείται από άποψη ασφάλειας έναντι τρίτων διερχόμενων από την εθνική οδό και τυγχάνει ασφαλούς πρόσβασης στον αυτοκινητόδρομο, με την παράπλευρο οδό, πλάτους 7 μ., ενώ μειώθηκε η υφιστάμενη πρότερον ηχορύπανση, αφού απέχει μεγαλύτερη απόσταση από την εθνική οδό. Βέβαια, το κτίριο στερήθηκε τμήματος του αύλειου χώρου, στο οποίο αποβλέπουν παρόμοιες κατοικίες. Η αξία κατασκευής του κτιρίου της κατοικίας, παρόμοιας κατάστασης, στις 15.10.2008, ανέρχεται σε 90.000,00 ευρώ. Ενόψει των προαναφερθέντων η μείωση της αξίας του εξαιτίας της απαλλοτρίωσης και του έργου αυτής ανέρχεται σε 10%, ήτοι 9.000,00 ευρώ. Η ιδιοκτησία ΚΠ 16, συνολικού εμβαδού 3.031‚55 τ.μ., με στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΝΞΟΑ του τοπογραφικού διαγράμματος του ιδίου ως άνω αγρονόμου τοπογράφου - μηχανικού, μετά την απαλλοτρίωση έκτασης 1.955,64 τ.μ., με στοιχεία ΒΜΛΚΙΕΖΝΞΟΑΒ, απέμεινε 1.075,91 τ.μ., και απεικονίζεται με στοιχεία ΒΓΔΕΙΚΛΜΒ. Πριν την απαλλοτρίωση το αρχικό ακίνητο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ ήδη έχει καλύψει όλη τη δόμηση. Στο εναπομείναν τμήμα υφίσταται κτίριο που αποτελείται από διώροφο υπόγειο, εμβαδού το καθένα 300 τ.μ., από ισόγειο εμβαδού 300 τ.μ., στο οποίο στεγάζονταν και λειτουργούσε το πρατήριο υγρών καυσίμων της ΜΟΒΙL και το καφέ - εστιατόριο "Ολυμπος" και τον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, εμβαδού 300 τ.μ. ημιτελή (σκελετός, τούβλα - σοβάδες). Δύο πλευρές του κτιρίου στην πρόσοψη είναι πάνω στο όριο απαλλοτρίωσης και η Θέση τους αυτή, μετά την απαλλοτρίωση, κατέστη μη σύννομη. Έτσι, η λειτουργία του κτιρίου μπορεί να γίνει από τις πλαϊνές όψεις του. Με τη με αριθμ. 2273/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε για το ισόγειο κτίσμα τιμή μονάδας αποζημίωσης το ποσό 8.400.000 δρχ., λόγω της σημαντικής μείωσης της από 12.000.000 δρχ. αξίας του, με κρίσιμο χρόνο την 2.10.1997. Το κτίριο μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος συνεργείου και όχι μόνο αποθήκης. Ήδη, το κτίριο ανακαινίστηκε στα όρια του αρχικού κτιρίου και σ αυτό λειτουργεί επαγγελματικός χώρος εμπορίας και σέρβις αυτοκινήτων. Πριν την απαλλοτρίωση το κτίριο είχε μη νόμιμη πρόσβαση απευθείας στην εθνική οδό, καθώς, από το έτος 1959, απαιτούνταν η πρόσβαση να γίνεται μέσω κόμβου, και δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις δημιουργίας του. Μετά την απαλλοτρίωση Το κτίριο δεν έχει πλέον την προηγούμενη μη νόμιμη πρόσβαση στην κλειστή, πλέον, εθνική οδό. Το κτίριο εξυπηρετείται, όπως και προηγουμένως, ήτοι "άτυπα" με την παράπλευρο οδό, στην οποία δε μπορεί να αποκτήσει νόμιμη πρόσβαση διότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις δημιουργίας κόμβου Γ". Η αξία κατασκευής παρόμοιας κατάστασης και ποιότητας των υπογείων και του πρώτου ορόφου, στις 15.10.2008, και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ως άνω ανακαίνιση, ανέρχεται σε 32.000,00 ευρώ για τα υπόγεια και σε 20.000,00 ευρώ για τον πρώτο όροφο, ήτοι συνολικά 52.000,00 ευρώ. ........Η ιδιοκτησία ΚΠ 19 έχει έκταση 12.789 τ.μ., πριν την απαλλοτρίωση ήταν εκτός σχεδίου και ζώνης οικισμού, άρτιο και οικοδομήσιμο, με όριο απαλλοτρίωσης εθνικής οδού μήκους 210,51 μ.. Απαλλοτριώθηκε έκταση 3.636 τ.μ. και απέμεινε 9.153 τ.μ., με όριο απαλλοτρίωσης εθνικής οδού μήκους 215, 90 μ. Με την με αριθμ. 2273/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης 8.500 δρχ. ανά τ.μ.. Στο εναπομείναν, μετά την απαλλοτρίωση Τμήμα υπήρχε κτίριο, με ειδική χρήση "εργοστασίου επεξεργασίας καπνών σε φύλλα, που ανεγέρθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της εκτός σχεδίου δόμησης για ειδικά κτίρια, όπως ίσχυαν στις 17.10.1978, χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας, με το Π.Δ/γμα 23.10.1928, όπως τροποποιήθηκε. Η σύνδεση της εγκατάστασης επιτρέπονταν μόνο μέσω της αγροτικής οδού, με την είσοδο να κατασκευάζεται σε βάθος 30 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης της τότε υπάρχουσας εθνικής οδού. Ήδη, από το έτος 1993, ήτοι πριν την απαλλοτρίωση η γραμμή δόμησης από την εθνική οδό ανήλθε σε 60 μέτρα από τον άξονα αυτής και 40 μέτρα από το όριό της. Έτσι, μέρος του κτιρίου βρίσκονταν μέσα στη ζώνη απαγόρευσης δόμησης. Μετά την απαλλοτρίωση η σύνδεση της εγκατάστασης εξακολουθεί να επιτρέπεται μέσω της αυτής παραπάνω αγροτικής οδού. Οι υφιστάμενες κτιριακές εγκαταστάσεις αποτελούνται από τα κτίρια Α και Β σε επαφή μεταξύ τους. Το κτίριο Α - γραφείων: είναι τριώροφο, αποτελούμενο από το αρχικό κτίριο και την προσθήκη β ορόφου, που κατασκευάστηκαν με βάση τις οικοδομικές άδειες 1162/1977 και 535/1978, αντίστοιχα, βρίσκονται στο βορινό μέρος του γηπέδου, αριστερά, όπως βλέπει κάποιος από την Εθνική Οδό και έχουν συνολικά γενικές διαστάσεις 12,80 π χ 21,50 .m . Το κτίριο χρησιμοποιείται ως χώρος γραφείων και η προσθήκη σε αυτό, στον 2° όροφο, ως αποθήκη, (κατοικία κατά την άδεια), με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, με επικάλυψη από αμιαντολαμαρίνες. Αποτελείται από υπόγειο όροφο εμβαδού 178.60 τ.μ. με χρήση αποθήκης - αρχείου, εκτός οικοδομικής άδειας, ισόγειο όροφο ο οποίος κατά Τμήμα εμβαδού 142,90 τ.μ. αποτελεί ελεύθερο υπόστυλο χώρο (πυλωτή) και κατά τμήμα εμβαδού 35,70 τ.μ. αποτελεί την κεντρική είσοδο στο κτίριο, με το χώρο υποδοχής και το εσωτερικό κλιμακοστάσιο επικοινωνίας των ορόφων, πρώτο όροφο εμβαδού 178,60 τ.μ., ο οποίος αποτελείται από υποδοχή, και γραφεία, δεύτερο όροφο εμβαδού 178,60 τ.μ., ο οποίος αποτελείται από δύο δωμάτια, σαλόνι, κουζίνα, διάδρομο και λουτρό, και χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός χώρος και είναι εκτός οικοδομικής άδειας. Το κτίριο Β - χώρος παραγωγής: Το αρχικό κτίριο και η προσθήκη του β' ορόφου, που κατασκευάστηκαν με βάση τις οικοδομικές άδειες 1162/1977 και 535/1978, αντίστοιχα, βρίσκονται στο βορινό μέρος του γηπέδου, σε επαφή και σε συνέχεια του κτιρίου "Α", δεξιά, όπως βλέπει κάποιος από την Εθνική Οδό και έχουν συνολικά γενικές διαστάσεις 75,50 π-ιχ 21.50 π-ι. Το κτίριο χρησιμοποιείται ως χώρος αποθήκης - έκθεσης και η νόμιμη χρήση του είναι αυτή της επεξεργασίας και αποθήκευσης φύλλων καπνού. Ο φέρων οργανισμός είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα και το κτίριο με στέγη από αμιαντολαμαρίνες. Το κτίριο αποτελείται από: υπόγειο όροφο εμβαδού 1.661‚00 τ.μ. με χρήση αποθήκης, χωρίς πόρτες και παράθυρα και διατρέχεται από δύο σειρές υποστυλωμάτων σε ορθογωνική κάναβο διαστάσεων 6,00 μ Χ 6.00 m κι έχει ελεύθερο ύψος 3,00 μ. - ισόγειο όροφο εμβαδού 1.699,92 τ.μ., ο οποίος αποτελεί αποθηκευτικό χώρο και διατρέχεται από δύο σειρές υποστυλωμάτων σε ορθογωνική κάναβο διαστάσεων 6,00 mΧ 6.00 m και έχει ελεύθερο ύψος 3,00 μ.. --πρώτο όροφο εμβαδού 1699,90 τ.μ., ο οποίος κατά τμήμα εμβαδού 322,50 τ.μ., περίπου, αποτελεί χώρο έκθεσης (σε συνέχεια του κτιρίου των γραφείων) και κατά Τμήμα εμβαδού 1.377,40 τ.μ. περίπ0υ απ0τελεί αποθηκευτικό χώρο. 0 όροφος διατρέχεται από δύο σειρές υποστυλωμάτων σε ορθογωνική κάναβο διαστάσεων 6,00 μ Χ 6.00 μ και έχει ελεύθερο ύψος 3,00μ-. --β όροφο εμβαδ0ύ 1699,90 τ.μ., ο οποίος αποτελείται από έναν ενιαίο Χώρο που διατρέχεται από δύο σειρές υποστυλωμάτων παράλληλα και κοντά στο μήκος των μεγάλων πλευρών του και χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός χώρος. Η κατακόρυφη επικοινωνία του κτιρίου επιτυγχάνεται με ένα κλιμακοστάσιο στη γωνία του, χωρίς επικάλυψη. Εξωτερικά του κτιρίου και στο πρόσωπό του στην εθνική οδό υπάρχει ράμπα φορτοεκφόρτωσης προϊόντων ύψους 1,50 μ.. Η κατάσταση του κτιρίου είναι καλή, με ρωγμές από καθίζηση. Το κτίριο είχε κτιστεί νομίμως σε απόσταση 15 μ. από το όριο της σιδηροδρομικής γραμμής και 40 μ. από τον άξονα της εθνικής οδού, η οποία ήταν διπλής κατεύθυνσης, με διαχωριστική γραμμή στον άξονα. Η απόσταση των 40 μ. αυξήθηκε, από το έτος 1993, πριν την απαλλοτρίωση σε 60 μ. από τον άξονα. Έτσι, το κτίριο και πριν την επίδικη απαλλοτρίωση βρίσκονταν σε απόσταση 48 μ. από το νέο άξονα της εθνικής οδού, η οποία είναι κλειστή, υπερυψωμένη, κατασκευασμένη με δύο ανεξάρτητους κλάδους, και 13 μ. από τον άξονα της παράπλευρης οδού, στην οποία συμβάλλει ο αγροτικός δρόμος στο νότιο πρόσωπο του γηπέδου. Στο ακίνητο δεν μπορούσε και πριν από την κατασκευή του να γίνει νόμιμη αλλαγή χρήσης του, λόγω της ειδικής κατασκευής του αλλά και επειδή από έτος 1993 ίσχυε η προαναφερθείσα ζώνη των 60 μ.. Η αναβάθμιση της εθνικής οδού και η δημιουργία της παράπλευρης οδού αύξησε, πλην όμως ,όχι ουσιωδώς, την ηχορύπανση και τους κραδασμούς στο κτίριο από τα διερχόμενα αυτοκίνητα, καθώς προϋπήρχαν και της απαλλοτρίωσης και του έργου αυτής. Η προσέγγιση των αυτοκινήτων γίνεται μέσω της αγροτικής οδού στην παράπλευρη οδό, και η τελευταία είναι βυθισμένη, κατά 2,5 μ., λόγω σύνδεσής της, με κόμβο, με την απέναντι παράπλευρο οδό, ενώ η αερογέφυρα επισκιάζει, όχι σημαντικώς, τη θέα του κτιρίου. Για την προσέγγιση αυτή του κτιρίου διανύεται μεγαλύτερη από την προηγούμενη απόσταση. Νόμιμη άμεση πρόσβαση στην εθνική οδό δεν είχε ούτε πριν την απαλλοτρίωση. Μετά την απαλλοτρίωση περιορίζεται μεν ο χώρος στάθμευσης του κτιρίου, και υποδοχής των αυτοκινήτων τροφοδοσίας της επιχείρησης, πλην όμως, δεν καθίσταται αδύνατη η λειτουργία και η χρησιμότητα του κτιρίου. Η ίδρυση ή έστω μεταφορά του εμπορικού καταστήματος παιχνιδιών στην πόλη της Κατερίνης δε συνδέεται αιτιωδώς με την απαλλοτρίωση και το έργο αυτής, αλλά με την αλλαγή πλάνων της ιδιοκτήτριας εταιρίας, ενώ δεν προσκομίστηκε αλλά ούτε έγινε επίκληση αλλαγής της ειδικής χρήσης του ως άνω κτιρίου. Η αξία του κτιρίου, στις 15.12.2008, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η τουλάχιστον ύψους 107.000,00 ευρώ προ 20ετίας εργασίες ανακατασκευής αυτού, ανέρχεται στο ποσό των 450.000,00 ευρώ. Ενόψει των προαναφερθέντων, από την απαλλοτρίωση και το έργο αυτής το κτίριο υπέστη μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 4%, ήτοι κατά το ποσό 18.000,00 ευρώ. Η ιδιοκτησία ΚΠ 21, συνολικού εμβαδού 5.080,22 τ.μ., με στοιχεία ΖΟΞΖ του τοπογραφικού διαγράμματος του ιδίου ως άνω αγρονόμου τοπογράφου - μηχανικού, μετά την απαλλοτρίωση έκτασης 2.700,47 τ.μ., με στοιχεία ΠΓΜΛΚΘΝΞΟΠ, απέμεινε έκταση 2.379,75 τ.μ., και απεικονίζεται με στοιχεία ΠΓΜΛΚΘΝΗΖΕΠ. Το αρχικό ακίνητο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και το υφίστάμεν0 κτίριο είναι νόμιμα κτισμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις για βιομηχανικό κτίρια. Το απομένον τμήμα κατέστη πλέον μη οικοδομήσιμο, έχει καλύψει όμως τους μεγαλύτερους συντελεστές δόμησης, και ύψους για την εκτός σχεδίου δόμηση. Πριν την απαλλοτρίωση είχε πρόσβαση στην εθνική οδό δια αγροτικής οδού, μετά την απαλλοτρίωση καθώς και μη επίδικη συμπληρωματική απαλλοτρίωση, έχει ασφαλή πρόσβαση μέσω του δικτύου παραπλεύρων οδών. Στο εναπομείναν τμήμα υπάρχει ισόγειο κτίριο με επαγγελματική χρήση αντιπροσωπείας και συνεργείου ΟΡΕL, εμβαδού 705 τ.μ.. Το τμήμα του κτιρίου, και μάλιστα με τριγωνικό Τμήμα ΜΛΚ, διαστάσεων 10,0 μ - 7,65μ - 12,59 μ., δηλ. 76,50 τ.μ., δε μπορεί θεωρητικά να χρησιμοποιηθεί διότι έχει αποκοπεί η προσέγγιση του από τις πλευρές ΜΛ και ΛΚ, ενώ η πρόσοψη του κτιρίου απέχει 7 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης. Η αξία κατασκευής παρόμοιας κατάστασης κτίσματος, στις 15.10.2008, ανέρχεται σε 100.000,00 ευρώ. Ενόψει των προαναφερθέντων η μείωση της αξίας του εξαιτίας της απαλλοτρίωσης και του έργου αυτής ανέρχεται σε 20%, ήτοι 20.000,00 ευρώ. Το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, καθώς αποδείχθηκαν πλήρως όλα τα απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά για την επίλυση της προκείμενης διαφοράς. Ενόψει των παραπάνω, με τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογισθεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση λόγω της εξαγγελίας της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου, με κρίσιμο χρόνο την 15.12.2008, κατά τον οποίο εκδόθηκε η με αριθμ. 560/2009 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, ανέρχεται η ιδιαίτερη αποζημίωση: για το κτίριο στο εναπομείναν Τμήμα του ΚΠ 5α, πλην του αναφερόμενου παραπάνω ισόγειου καταστήματος εμβαδού 50 τ.μ., στο ποσό των σε 17.376,00 ευρώ, για το κτίριο στο εναπομείναν τμήμα του ΚΠ 11 στο ποσό των 7.000,00 ευρώ, για το κτίριο στο εναπομείναν τμήμα του ΚΠ 13 στο ποσό των 9.000,00 ευρώ, για το κτίριο στο εναπομείναν τμήμα του ΚΠ 16, πλην του ισόγειου του κτιρίου, στο ποσό των 5.200,00 ευρώ, για το κτίριο στο ΚΠ 19 στο ποσό των 18.000,00 ευρώ, και για το κτίριο στο ΚΠ 21 στο ποσό των 20.000,00 ευρώ, και, συνεπώς, πρέπει γίνουν εν μέρει δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες οι αιτήσεις και η παρέμβαση...". Από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι υπάρχει σαφής και πλήρης αιτιολογία ως προς τους λόγους που οδήγησαν το δικαστήριο στον καθορισμό της συγκεκριμένης για κάθε ακίνητο αξίας των ακινήτων που εναπόμειναν μετά την απαλλοτρίωση χωρίς να απαιτείται παράθεση ιδιαίτερης αιτιολογίας που να επεξηγεί το λόγο της αντίθεσης του αποδεικτικού πορίσματος προς όσα ορίζονται με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αφού και η πραγματογνωμοσύνη συνεκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Ο αναιρεσείων υπολαμβάνει ότι το δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο, εφόσον διέταξε την πραγματογνωμοσύνη να δεχθεί και το πόρισμά της, πράγμα το οποίο είναι αβάσιμο, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 387 ΚΠολΔικ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό του άρθρου 340 του ίδιου κώδικα η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ` άρθρο 386 και δεν έχει αυξημένη δύναμη, σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ώστε να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και συνεπώς η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης που να είναι και αντίθετη με το πόρισμα της. Η σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 ΚΠολΔικ, ως αναγομένη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 879/2009, ΑΠ 1225/2009, ΑΠ 2017/2009). Εξάλλου , ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για παράβαση της διατάξεως του αρθ.559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ ,διότι δεν συμπεριέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς τον καθορισμό της αξίας των ακινήτων των αιτούντων και ειδικότερα διότι δεν αιτιολόγησε την αντίθεσή της με την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί είναι διάταξη δικονομικού δικαίου, αλλά ούτε και με τη διάταξη του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου, αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 682/2011). Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι` αυτά. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 ΚΠολΔικ συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδεχθεί. Ο όρος "πράγματα" στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου ήτοι όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται από ποιά αποδεικτικά στοιχεία το δικαστήριο άντλησε την απόδειξη γι αυτά. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 258/2010). Καμμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη, ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά, από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση ή το πρακτικό αυτοψίας (359), η γνωμοδότηση των πραγ/ων (383), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ.2, 339). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008), ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 240/2011, ΑΠ 251/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση ,οι εκ της προεκτεθείσας διάταξης του αριθμ. 9, 10, 11 του άρθρου 559 πλημμέλειες που, κατ' εκτίμηση των εκτιθεμένων στην αίτηση αναιρέσεως, συνίστανται στο ότι το δικαστήριο με την προσβαλομένη απόφασή του αν και ανακάλεσε την 560/09 μη οριστική απόφαση του, ως προς τον χρόνο που θεωρήθηκε ως ο κρίσιμος για τον προσδιορισμό της αξίας των κτισμάτων, (ήτοι η 15-12-98), και όρισε ως χρόνο με βάση τον οποίο θα υπολογιστεί η αξία των την 15-12 -2008, εν τούτοις, δεν διέταξε νέα πραγματογνωμοσύνη, ώστε να αποφανθεί ο πραγματογνώμων με βάση την νέα ημεροχρονολογία για την αξία των ακινήτων με αποτέλεσμα να υποπέσει στις άνω πλημμέλειες και ιδία , του αριθμ 9, διότι δεν απήντησε στο αίτημα διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης , του αριθμ 10 διότι αρνήθηκε να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη με κρίσιμο χρονικό σημείο την 15-12-08 και έλαβε υπόψη του εκείνη που είχε ως χρονικό σημείο την 15-12-98 και τέλος του αρθ. 11 διότι έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν διατάχθηκαν ήτοι την πραγματογνωμοσύνη με την εσφαλμένη κρίσιμη ημερομηνία. Και οι λόγοι, όμως, αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ειδικότερα ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν απάντησε στην αίτηση για διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, δοθέντος του ότι από την επισκόπηση της απόφασης προκύπτει ότι εξήτασε και ερεύνησε το σχετικό αίτημα, το οποίο αρνητικά αξιολόγησε. Επίσης, απορριπτέος είναι και ο έτερος λόγος εκ του αριθμ 10 διότι από τις διατάξεις των άρθρων 368, 386 και 388 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή η συμπλήρωση της γενομένης, από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες ανήκει στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1013κ/2010, ΑΠ 552/2009) εφόσον δεν δέχεται ότι πρόκειται για ζήτημα που απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ενώ η πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε λήφθηκε υπόψη και εκτιμήθηκε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα . Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες δηλ. για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 1622/2010, ΑΠ 1239/2009 σχετ. Ολ.ΑΠ 8/2005). Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τα οποία πρέπει να καθορίζονται ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς (ΑΠ 1652/2009). Ειδικότερα η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι, όμως, όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 9-13/2005). Επομένως και η πλημμέλεια της διατάξεως του αρθ. 559 παρ 1 εδ 2 Κ.Πολ.Δ. η οποία αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση (381/2012) με τον τρίτο και τέταρτο λόγο αναίρεσης διότι παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας που αφορούν την αυξητική τάση της αξίας των ακινήτων κατά την περίοδο 1998 μέχρι το 2008 και όρισε μικρότερες αξίες από εκείνες που ίσχυαν πρέπει να απορριφθεί αφού η αποδιδομένη πλημμέλεια δεν ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης και πλήττει στην πραγματικότητα την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου . Αλλά και ο τέταρτος λόγος με τον οποίο επικαλείται πλημμέλεια εκ του αρθ. 559 αρθ.1 Κ.Πολ Δ διότι θεώρησε ως κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της τιμής μονάδος την 7-12-98 και όχι την 5-12-08 (σελίς 37 της αίτησης αναιρέσεως) πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως διότι ως κρίσιμος χρόνος ορίστηκε με την πιο πάνω απόφαση ακριβώς η 5-12-2008 αφού ανακλήθηκε η μη οριστική απόφαση που είχε ορίσει ως τέτοιο την 7-12-98. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων. Κατ` ακολουθίαν ο σχετικός πέμπτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης από το Εφετείο του περιεχομένου της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το Δικαστήριο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος .
Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ.ΑΠ 13/1995) Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η αιτίαση ότι έχει αντιφατικές διατάξεις, αφού ανακαλεί εν μέρει την μη οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και δή μόνο κατά τον χρόνο προσδιορισμού της αξίας των κτισμάτων ενώ διατηρεί τις διατάξεις για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Πλην, όμως, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού πλημμέλεια της απόφασης εκ της διατάξεως του άνω άρθρου θα υπήρχε μόνο σε περίπτωση ύπαρξης αντίφασης στο διατακτικό της και μάλιστα, κατά τρόπο, που να μη είναι δυνατή η εκτέλεση της πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη υπόθεση αφού η ανάκληση της απόφασης κατά το χρονικό σημείο προσδιορισμού της αποζημίωσης αναφέρεται στο αιτιολογικό της. Με βάση όλα τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης της 381/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου που δεν κατέθεσε προτάσεις (183 Κ.Πολ.Δ), διαταχθεί η εισαγωγή ενός εκ των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο ταμείο και αποδοθούν τα υπόλοιπα (6 στον αριθμό) ως πλεοναστικώς κατατεθέντα .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 262/21-11-2012 αίτηση αναίρεσης της 381/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή ενός εκ των παραβόλων που κατατέθηκαν ήτοι του με αριθμό 6372198 στο δημόσιο ταμείο και την απόδοση των υπολοίπων υπό αριθμούς 6372199, 6372200, 6372201, 6372202, 6372203, 6372204 διπλοτύπων είσπραξης στους αναιρεσείοντες .-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1800)μ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ