Legislator Case Law & Legislation
296/2007 AI generated

296/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 296/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 296 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 296/2007

Legislator headnote

AI generated

296/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 296 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 296/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 296 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 296/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χαρλαύτη.

Της αναιρεσίβλητης : ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γερακιό, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3699/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6500/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Απριλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 7 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο ποινικής υπεύθυνος υπό τους όρους του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 και, άρα, αυτοτελώς υπόχρεος σε αποζημίωση κατά τα άρθρα 71 εδ. β', 914, 297 και 298 ΑΚ είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο την εξέδωσε είτε υπό την ιδιότητα του καταστατικού οργάνου του νομικού προσώπου, είτε έχοντας τη σχετική εξουσία αντιπροσωπεύσεώς του, είτε εμφανιζόμενο ότι έχει την ανωτέρω ιδιότητα ή εξουσία. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων εξέδωσε τις επίδικες τραπεζικές επιταγές από το λογαριασμό της εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΕ" και στο όνομά της, όντας ο πραγματικός διαχειριστής και ασκώντας τη διοίκησή της, εμφανιζόμενος άλλωστε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με τις ιδιότητες αυτές. Επίσης, δέχθηκε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον ως άνω λογαριασμό, το γεγονός δε αυτό εγνώριζε ο εναγόμενος, αφού αυτός διαχειριζόταν πράγματι τις εταιρικές υποθέσεις. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση το οφειλόμενο υπόλοιπο από τα ποσά των επιταγών, ανερχόμενο σε 10.400.000 δραχμές. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 79 του ν. 5960/1933 και 71 εδ. β', 297, 298 και 914 του ΑΚ, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1, 3 και 4 του άρθρου 147 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν. 2915/2001, στη διάρκεια των δικαστικών διακοπών αναστέλλονται οι προθεσμίες που έχουν ταχθεί για τη διεξαγωγή των αποδείξεων, εκτός αν αυτή (διεξαγωγή) άρχισε πριν από την έναρξη των διακοπών, οπότε συνεχίζεται και κατά τη διάρκειά τους, πλην του διαστήματος από 1 έως 31 Αυγούστου. Εξάλλου, η έναρξη της μαρτυρικής αποδείξεως συμπίπτει με την όρκιση και την έναρξη καταθέσεως του μάρτυρα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως δέχεται ο αναιρεσείων, με την 939/1996 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιβλήθηκε στην αντίδικό του το βάρος να αποδείξει τα κρίσιμα για την διάγνωση της υποθέσεως πραγματικά περιστατικά εντός ενενήντα ημερών από την επίδοσή της. Η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε την 5/6/1997 και η όρκιση και έναρξη της καταθέσεως του μάρτυρα της αντιδίκου του έγινε την 4/11/1997.

Συνεπώς, κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, αν αφαιρεθεί ο χρόνος των δικαστικών διακοπών (1.7 έως 15.9.1997), δεν είχε παρέλθει η ταχθείσα προθεσμία των ενενήντα ημερών και δεν είχε επέλθει έκπτωση του δικαιώματος της ενάγουσας να εξετάσει μάρτυρες. Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον σχετικό περί εκπτώσεως ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και λαμβάνοντας υπόψη την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 πλημμέλεια της λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου που δεν επιτρέπει ο νόμος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-4-2005 αίτηση του .... για αναίρεση της 6500/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εξ εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ