Legislator Case Law & Legislation
296/2006 AI generated

296/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 296/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τους λόγους αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται απ'αυτόν σε ποιόν από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να προκύπτουν απ'αυτούς οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προβαλλομένη απόφαση.

Legislator headnote

AI generated

296/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά κατ'αρχήν ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός από αυτά χωριστά.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 296 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 296/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Β. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φραγκάκη.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργάκη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Μαρτίου 1988 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Μαρίας χήρας Βασιλείου Βασιλειάδη, το γένος Παναγιώτη Δρεκόλια, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/1989,104/1995 μη οριτικές,47/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2003 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-2-2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 17 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τους λόγους αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται απ'αυτόν σε ποιόν από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να προκύπτουν απ'αυτούς οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προβαλλομένη απόφαση.

Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως που αντιφάσκουν μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 1802/1984 Δνη 26,48). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν έλαβε υπόψη το υπ'αριθ. 3760540/456-6/9-12-1981 έγγραφο του ΟΣΕ, το οποίο αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη των ισχυρισμών του, ενώ με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αντιφατικοί διότι δεν είναι νοητό το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη το παραπάνω έγγραφο και παράλληλα να παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτού.

2. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά κατ'αρχήν ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός από αυτά χωριστά.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, την έκθεση της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα στο δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως αναφερόμενα έγγραφα, δηλαδή α) το υπ'άριθ. ...

χρεωστικό συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Ανδριτσαίνης Γεωργίου Φάσσα, β) την υπ'αριθ. ... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού κλητήρα σο Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας Α. Λ., γ) τα ακριβή αντίγραφο από τα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αυλώνος, δ) τα υπ'αριθ.5/1989, 582 α/1998, 581 α/1998 και 583 α/1997 πιστοποιητικά των μεταγραφοφυλάκων Αυλώνας και ε) το υπ'αριθ. 451/20-2-1984 έγγραφο της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

3. Επειδή, ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 12 του αριθ. 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που δεσμευτικά γι'αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία εκτιμώντας ελεύθερα, όπως κατ'αρχήν έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως επικουρικά και για την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το υπ'αριθ. 376054/456-6/9-12-1981 έγγραφο του ΟΣΕ, που αναφέρθηκε στον προηγούμενο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το έγγραφο αυτό, ως δημόσιο άλλως ως ιδιωτικό, αποτελεί πλήρη απόδειξη για τον ισχυρισμό, που προβλήθηκε από αυτόν, ότι η παλαιά εθνική οδός που συνέδεε την Κυπαρισσία με τον Πύργο δεν διερχόταν κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής παράλληλα, δεξιά ή αριστερά της, σε ιδιοκτησία του ΟΣΕ, προελθούσα από απαλλοτρίωση ιδιωτικών εκτάσεων, αλλά δυτικά αυτής και σε αρκετή απόσταση- κατά μέσο όρο 60 μέτρων - από τις γραμμές, εντός της οποίας περιλαμβάνονται ιδιοκτησία αναμφισβήτητα δική του, η επίδικη, και βορειοδυτικά σε μικρή έκταση ακίνητο κληρονόμων Δ.

Μ., τον ισχυρισμό του δε αυτόν το Εφετείο δεν δέχθηκε ως αληθινό, παρόλο που τον επιβεβαιώνει το ανωτέρω έγγραφο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι το παραπάνω έγγραφο που είναι ιδιωτικό και όχι δημόσιο, κατά το κρίσιμο μέρος του, εκτιμάται ελεύθερα μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η ίδια πλημμέλεια, διότι εκτίμησε για άμεση απόδειξη τις μαρτυρικές καταθέσεις, που περιέχονται στις υπ'αριθ.... και ... εισηγητικές εκθέσεις, τις οποίες έπρεπε να εκτιμήσει μόνο για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, διότι ήταν ημιτελείς, αφού, όπως προκύπτει από τις παραπάνω εισηγητικές εκθέσεις όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων είχαν περαιωθεί, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στο τέλος της καθεμιάς απ'αυτές δεν αναγράφεται η φράση "άλλο τι δεν έχω να προσθέσω".

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό. 'Όμως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου θέματος.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο, α) του χάρτη που συντάχθηκε από την Τοπογραφική Υπηρεσία της Γαλλικής Αποστολής κατά τα έτη 1828, 1831, β) του χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, με κλίμακα 1:5000 αναφορικά με τη θέση του επιδίκου, των γραμμών του Ο.Σ.Ε.

και της νέας Εθνικής Οδού. 'Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα στα παραπάνω έγγραφα, αλλά απλώς συνεκτίμησε αυτά μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει τα έγγραφα αυτά, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

5. Επειδή, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ενώ παρέλειψε να λάβει τα κρίσιμα έγγραφα που αναφέρθηκαν στον πρώτο λόγο αναιρέσεως και παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων που σε ανύποπτο χρόνο είχαν συνταχθεί από τους αρμόδιους και αμερόληπτους λειτουργούς της διοίκησης, με βάση τα στοιχεία που υπήρχαν στις υπηρεσίες τους, έδωσε ιδιαίτερη σημασία και στηρίχθηκε κατ'αποκλειστικότητα στην από 4-1-1997 έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου Α.

Μ., που ήταν ημιτελής, και την από 31-10-1981 έκθεση του Γενικού Διευθυντή Δασών Γ. Κ., που στην καλύτερη περίπτωση μόνο ως τεκμήρια θα μπορούσαν να εκτιμηθούν, οι οποίοι, ταγμένοι να υπερασπίσουν τα συμφέροντα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, μεροληπτικά ερμήνευσαν τα στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους και συνέταξαν τις σχετικές εκθέσεις, έθεσε στο περιθώριο και αγνόησε το πόρισμα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, που είχε διατάξει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και την από Δεκεμβρίου 1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Κ.

Κ., την οποία αυτός (αναιρεσείων) προσκόμισε, και ότι κατά τον τρόπο αυτό εκτιμώντας το Εφετείο τις αποδείξεις, στέρησε από αυτόν τη δυνατότητα να υποστηρίξει την κατάθεσή του και έτσι παραβίασε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης και υπέπεσε στην από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο κανόνας του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, κατά το μέρος του που επιτάσσει να μη γίνονται από το δικαστήριο σφάλματα σε σχέση με την αποδεικτική διαδικασία και εντεύθεν να καθίσταται η δίκη μη δίκαιη, είναι κανόνας όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου και συνεπώς η παραβίασή του δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αφορά μόνο παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου.- 6. Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται και όταν δεν προκύπτουν σαφώς γενικώτερα επαρκώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τέτοιος, όμως λόγος δεν ιδρύεται για ανεπάρκεια αιτιολογιών στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση αυτών, αν το εξαγόμενο από αυτές πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Συνεπώς ο πέμπτος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, ενόψει του ότι αναφέρεται στην εκτίμηση αποδεικτικού μέσου, ήτοι της ως άνω έκθεσης, ενώ, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το από τις αποδείξεις εξαγόμενο πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Φεβρουαρίου 2004 αίτηση του Ν. Β. για αναίρεση της υπ'αριθ. 297/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις εκ τριακοσίων τριάντα (330) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ