Supreme Court dismisses appeal on joint theft conviction due to lack of specific reasoning and procedural flaws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for joint theft, ruling the appeal inadmissible and the substantive arguments baseless. The court found the lower court's decision sufficiently reasoned regarding the appellant's alibi, noting contradictions in witness testimony and the falsification of photo timestamps. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure; Article 510, paragraph 1, items D and E of the Code of Criminal Procedure: An appeal based on lack of specific and exhaustive reasoning is inadmissible if the first-instance judgment provides clear and complete justification for its findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 295 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 295/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη-Εισηγήτρια, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Σκάρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μπιτσαξή, για αναίρεση της απόφασης 249/2024 του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Χ. Π. του Κ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαγγανιάρη.
Το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.3.2024 (αριθ.73/2024) αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 14.3.2024 (αριθ.73/2024 αίτηση του Π. Δ. του Δ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 249/2024 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 26.2.2024 με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της κλοπής από κοινού και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 ΚΠοινΔ είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 362, και 367 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφου, που δεν αναγνώστηκε για τον σχηματισμό της κρίσης του, για την ενοχή ή την αθωότητα ή την επιβλητέα ποινή στον κατηγορούμενο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ.
δ' ΚΠοινΔ), η οποία ιδρύει τον αναφερόμενο στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 42/2023). Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το έγγραφο αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι διαδικαστικό έγγραφο ή αναφέρεται απλώς ιστορικά ή διηγηματικά στο αιτιολογικό της απόφασης ή το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1190/2019, ΑΠ 316/2015).
Ειδικότερα προκειμένου για ψηφιακό δίσκο, που συνιστά έγγραφο κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ.1γ εδ. β του Π.Κ. και εκ των πραγμάτων δεν είναι δυνατή η ανάγνωσή του, αυτός επισκοπείται από όλους τους παράγοντες της δίκης, με την προβολή του στην οθόνη σχετικού υπολογιστή. Πρέπει, όμως, η επισκόπηση αυτή να γίνει προς όλους γενικώς τους παράγοντες της δίκης και κυρίως προς τον κατηγορούμενο, γιατί, αν από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο ανωτέρω ψηφιακός δίσκος επισκοπήθηκε από ορισμένους μόνο παράγοντες της δίκης και παρόλα αυτά λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι έτσι ο κατηγορούμενος στερείται του από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος σχολιασμού του αποδεικτικού αυτού μέσου και παράλληλα παραβιάζεται η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ενοχή του αναιρεσείοντος δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα έγγραφα τα εξής έγγραφα: α)την υπ'αριθμόν ...-2021 συμπληρωματική υποβλητική αναφορά του Τμήματος Κρατικής Ασφαλείας της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Δυτικής Αττικής με την οποία υποβλήθηκε στο Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και την Εισαγγελία Πρωτοδικών, με την οποία κατά τα αναφερόμενα στο έγγραφο αυτό υπεβλήθη "το καταγεγραμμένο εικονοσκοπικό υλικό από το κλειστό κύκλωμα εικονοσκόπησης του επί του 19ου χλμ επί της Ν.Ε.Ο Αθηνών Λαμίας στην Ερυθραία Αττικής πρατηρίου υγρών καυσίμων "ΕΚΟ ΒΡ" β)την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ...-2021 αίτησή του με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί αντίγραφο του ως άνω υποβληθέντος εικονοσκοπικού υλικού.
Επιπλέον δε ότι παραβιάσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ καθόσον το εν λόγω βιντεοσκοπικό υλικό δεν αποτέλεσε αναγνωστέο έγγραφο.
Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος προέβη στην επισκόπηση του βιντεοληπτικού υλικού, το οποίο είχε αποτυπωθεί στις κάμερες του πρατηρίου υγρών καυσίμων και έλαβαν γνώση του περιεχομένου του όλοι οι παράγοντες της δίκης. Τα δε έγγραφα που ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν αναγνώσθηκαν ήταν διαδικαστικά έγγραφα και δεν αφορούσαν το ουσιαστικό περιεχόμενο της απόφασης.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς όλα τα σκέλη του και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η έλλειψη ακροάσεως κατά το 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά το 171 παρ. 2 ΚΠΔ στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος κατά το άρθρο 362 παρ. 1 του ίδιου κώδικα υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας ή που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας.
Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως η από το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ και 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και επί πλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής τούτου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο υπό τούτου της προσφυγής ή παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ σε συνδ. με άρθρα 171 παρ. 2 και 362 του ίδιου Κώδικα με την αιτίαση ότι ενώ ζήτησε την ανάγνωση καταλόγου εγγράφων κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προς υπεράσπισή του, το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφασίσει επί του αιτήματός του και τελικά δεν αναγνώσθηκαν τα εξής εν λόγω έγγραφα:
Σχετικά 1 έως 14 : Έγχαρτη αποτύπωση από το USB που αποτελεί ακριβές αντίγραφο της δισκέτας (CD) με το βιντεοληπτικό υλικό, που βρίσκεται στη δικογραφία.
Σχετικό 15: Την από 5-1-2021 και με αριθμό πρωτοκόλλου 3009/14/354/ΙΓ/7-1-2021 αίτηση του κατηγορούμενου προς την Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Δυτικής Αττικής, με την οποία ζητείται να χορηγηθεί αντίγραφο του βιντεοληπτικού υλικού.
Σχετικό 16: Το από 14-1-2021 απαντητικό έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Δυτικής Αττικής σε απάντηση της άνω αιτήσεως με το οποίο ενημερώνουν ότι το σχετικό εικονοσκοπικό υλικό υπεβλήθη κατόπιν του αιτήματος του κατηγορουμένου στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Σχετικό 17: Αίτημα της Φ. Κ. (μητέρας του κατηγορούμενου) προς την ΟΛΥΜΠΙΑ ΟΔΟ για χορήγηση βεβαίωσης διέλευσης του ... αυτοκινήτου της κατά τις ημερομηνίες 24-6-2016 προς το ρεύμα για Πάτρα και 26-6-2016 προς το ρεύμα για Αθήνα.
Σχετικό 18: Την υπ' αριθ. 5866/2020 ένορκη βεβαίωση του Α. Δ. Σχετικό 19: Την υπ' αριθ. 2703/2020 ένορκη βεβαίωση του Μ. Σ. Σχετικό 20: Την υπ' αριθ. 2704/2020 ένορκη βεβαίωση του Η. Λ.
Σχετικό 21: Τις ευρισκόμενες στη δικογραφία 6 φωτογραφίες εκτυπωμένες από το κινητό τηλέφωνο, στο οποίες αποτυπώνονται διάφορες στιγμές από το Σαββατοκύριακο κατά οποίο βρίσκονταν ο κατηγορούμενος με τον αδελφό του και τους φίλους του στο εξοχικό στο Λόγγο Αιγίου Σχετικό 22: Την από 28-4-2016 έκθεση εξέτασης του κατηγορουμένου αμέσως μετά την σύλληψή του, με την οποία ο ίδιος δηλώνει ότι επιθυμεί να εξεταστεί αμέσως.
Σχετικό 23: Την από 8-9-2016 έκθεση απόδοσης της κατασχεθείσας μοτοσυκλέτας του κατηγορούμενου.
Σχετικό: 24: Την από 28-6-2016 έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης του κινητού τηλεφώνου του κατηγορουμένου.
Σχετικό 25: την από 25-6-2016 και με αναγραφόμενη ώρα 04.31 απόδειξη του πρατηρίου βενζίνης ποσού 5 ευρώ.
Σχετικό 26: Την από 22-9-2020 αγωγή του μηνυτή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όπου αναφέρει ως ώρα διάπραξης της κλοπής την 04.15.
Σχετικό 27: Την υπ' αριθ. 1/2020 ένορκη βεβαίωση στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής του μηνυτή του μάρτυρά του- εξαδέλφου του Θ. Β. που αναφέρει ως ώρα διάπραξης της κλοπής την 04.00 Σχετικό 28: Την από 10-2-2017 βεβαίωση της εταιρίας ARCADIA , από την οποία προκύπτει η ιδιότητα του Πλοιάρχου Γ του κατηγορούμενου.
Σχετικό 29: Βεβαίωση εγγραφής και διάκρισης ως αθλητή της ξιφασκίας του κατηγορούμενου και σχετικά διπλώματα.
Σχετικό 30: Το απολυτήριο πτυχίο από το ΕΠΑΛ Αχαρνών Σχετικό 31: Βεβαίωση του πιστοποιητικού Αγγλικής Γλώσσης του Μίτσιγκαν.
Σχετικό 32: Πιστοποιητικό σπουδών της Σχολής Πλοιάρχων.
Σχετικό 33: Δελτίο Ταυτότητας Αξιωματικού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας Σχετικά 33, 34, 35 : Αντίγραφα από τα Ε9 του Π. Δ., του πατέρα του Δ. Δ. και της μητέρας του Φ. Κ. Σχετικό 36: Τα πρακτικά της υπ' αριθ. 4645/2019 πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, όπου , μεταξύ άλλων, ο μάρτυρας Μ. Π. καταθέτει ότι "οι ύποπτοι ήταν διαφορετικοί. Το πρόσωπο και ο σωματότυπος ήταν χαρακτηριστικοί. Με γένεια μελαχρινός. Τους είπα 95% είναι αυτός".
Σχετικό 37: Εκκαθαριστικό φορολογικού έτους 2017 και βεβαίωση αποδοχών, εκ των οποίων αποδεικνύεται ότι τα εισοδήματα του Π. Δ. ανέρχονταν στο ποσό των 31.070 € Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης τα οποία δεν αμφισβητούνται ως προς την ακρίβεια και πιστότητά τους εφόσον δεν έχουν προσβληθεί για πλαστότητα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν υπέβαλε τέτοιο αίτημα προς το Δικαστήριο και συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 86 του ν. 4855/2021 και με το άρθρο 58 του ν. 5090/2024 Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή η πράξη τελέστηκε με διάρρηξη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, μη ανήκον κατά κυριότητα σ' αυτόν, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα.
Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα, και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο, με τον σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεώς του, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε τελικά, όπως και το κίνητρο της κλοπής. Στην έννοια δε της κατοχής περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του.
Η έννοια δηλαδή της κατοχής εκφράζει μια φυσική εξουσίαση κάποιου προσώπου σε σχέση με ένα πράγμα που ανήκει στο ίδιο ή σε άλλο πρόσωπο. Εδώ η κατοχή δεν ενδιαφέρει ως περιεχόμενο προστατευόμενου δικαιώματος, αλλά ως παρακολούθημα της ιδιοκτησίας, η οποία και αποτελεί το προστατευόμενο έννομο αγαθό.
Επομένως στην καταδικαστική για κλοπή απόφαση δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να κατονομάζεται και το πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρισκόταν το πράγμα που αφαιρέθηκε, αρκεί τούτο να προσδιορίζεται ως τρίτο έναντι του φερόμενου ως δράστη της κλοπής, δεδομένου ότι με τον ορισμό της κατοχής οριοθετείται η κλοπή από την υπεξαίρεση.
Η αφαίρεση δε απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής της και εφόσον αυτή δεν χαρακτηρίστηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος αυτού και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που παράνομα αφαιρέθηκε.
Μόνον αν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας αυτοτελής ισχυρισμός, ότι το αντικείμενο της κλοπής είναι μικρής αξίας, που οδηγεί σύμφωνα με το άρθρο 377 του ίδιου Κώδικα, στην επιεική μεταχείριση του δράστη, ανακύπτει υποχρέωση ειδικής αιτιολόγησης, κατά τα κατωτέρω, της κρίσεως του δικαστηρίου, αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ή όχι μικρής αξίας.
Το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία έστω και για ελάχιστο χρόνο. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ', του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα. οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.
Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους αποδείχθηκαν τα εξής: "Ότι ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί με άλλο άγνωστο πρόσωπο στο Πολυδένδρι Αττικής την 26.6.2016.
Εκεί, περί ώρα 03:30 το πρωί, από κοινού με το άγνωστο αυτό πρόσωπο, αφαίρεσαν, με σκοπό να την ιδιοποιηθούν παράνομα, από την κατοχή του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας Χ. Π. του Κ., την με στοιχεία κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα κυριότητάς του, εργοστασίου κατασκευής SUZUKI τύπου GSXR, με κινητήρα 1000 cm3 - Κ8, χρώματος μαύρου, η οποία διέθετε ζάντες και ψαλίδι χρώματος νίκελ, την οποία ο κύριος αυτής είχε σταθμεύσει στο χώρο της πυλωτής κάτω από την οικία όπου διαμένει στο Καπανδρίτι, θέτοντας τον κινητήρα της σε λειτουργία με την βοήθεια καλωδίων τα οποία ανεύρε ο κύριος της στο σημείο όπου την είχε εναποθέσει - με την αφαιρεθείσα μοτοσικλέτα να διαθέτει στη δεξαμενή καυσίμων της, παρά ελάχιστη ποσότητα βενζίνης όπως ο κύριος της κατάθεσε - με σκοπό να απομακρυνθούν το ταχύτερο.
Αμέσως μετά την αφαίρεση της μοτοσικλέτας, ο κατηγορούμενος, με τον άγνωστο συνεργό του, μετέβησαν στο πλησιέστερο την ώρα εκείνη πρατήριο υγρών καυσίμων που ήταν ανοιχτό και βρίσκεται στο 19° χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης (ΣΕΑ Βαρυμπόμπης) στο ρεύμα πορείας προς Αθήνα. Εκεί ο κατηγορούμενος, χωρίς να διακόψει την λειτουργία του κινητήρα της μοτοσικλέτας, κατάφερε, με άγνωστο τρόπο, λογικά, σπάζοντας την κλειδαριά του, να ανοίξει το ντεπόζιτο το οποίο, κανονικά, δεν ανοίγει παρά μόνο με το κλειδί το οποίο εκείνος δεν διέθετε, πλην όμως προς παραπλάνηση του υπαλλήλου του πρατηρίου και για να μην κινήσει περαιτέρω υποψίες, είχε άλλο άσχετο κλειδί στην μίζα, εφόσον όπως ισχύει και στα κλειδιά των θυρών, είναι εφικτό να θέσει κανείς ένα κλειδί στην μίζα το οποίο απλώς και μόνο να μπαίνει χωρίς και να είναι και το κατάλληλο για την θέση του κινητήρα σε λειτουργία.
Ήταν δε τέτοια η ανάγκη του κατηγορουμένου και του άγνωστου συνεργού του να απομακρυνθεί περαιτέρω από τον τόπο του εγκλήματος, που ζήτησαν από τον υπάλληλο του πρατηρίου Π. Μ. να βάλουν καύσιμα αξίας μόλις τριών ευρώ και, εφόσον εκείνος τους είπε ότι το μηχάνημα αυτόματου πωλητή δεχόταν μόνο χαρτονομίσματα, εκείνος ζήτησε, από τον άγνωστο συνεργό του, χαρτονόμισμα αξίας πέντε ευρώ, το μικρότερης δυνατής αξίας δηλαδή, εφόσον αυτό που τους ενδιέφερε τη στιγμή εκείνη, ήταν να ανεφοδιαστεί με καύσιμα το ταχύτερο η μοτοσικλέτα και να αποχωρήσουν, στοιχεία πολύ κρίσιμα, όπως και κατωτέρω θα αναφερθεί.
Ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας, παράλληλα, ξύπνησε από τον θόρυβο που έκαμαν κατά την προσπάθεια αφαίρεσης της μηχανής οι δράστες και του κινητήρα της και αντιλήφθηκε την αφαίρεσή της, κινητοποιώντας συγγενείς και φίλους που έμεναν στην ίδια γειτονιά και που κατά συγκυρία ήσαν ξύπνιοι την ώρα εκείνη, για να καταδιώξουν τους δράστες.
Έτσι υπολόγισαν τα πλησιέστερα πρατήρια υγρών καυσίμων που την ώρα εκείνη θα ήταν ανοιχτά, εφόσον εκ των πραγμάτων θα έπρεπε να προστρέξουν σε κάποιο από αυτά οι άγνωστοι δράστες, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ένα εκ των οποίων ήταν και αυτό στο οποίο ο κατηγορούμενος ανεφοδίασε με καύσιμα τηv αφαιρεθείσα μοτοσικλέτα.
Εκεί, λοιπόν, προσήλθαν ο υποστηρίζων την κατηγορία με τον εξάδελφο του Θ. Β. που είναι αστυνομικός και ρώτησαν τον ανωτέρω μάρτυρα ο οποίος τους επιβεβαίωσε τα ανωτέρω, οπότε και διέκοψαν την καταδίωξη ότι δηλαδή, προ δεκαλέπτου, ο δράστης με τον άγνωστο συνεργό του, είχαν προσέλθει στο συγκεκριμένο πρατήριο με την εν λόγω μοτοσικλέτα και την ανεφοδίασαν με βενζίνη όπως αναφέρθηκε και τους παρέδωσε και το σχετικό απόκομμα απόδειξης.
Στη συνέχεια, το πρωί της ιδίας, ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας υπέβαλε έγκληση κατά των αγνώστων, τη στιγμή εκείνη, δραστών που είχαν αφαιρέσει την μοτοσικλέτα του, καταθέτοντας σχετικά στο AT Καπανδριτίου και δύο ημέρες μετά, κλήθηκε τηλεφωνικά από αστυνομικό του AT Αιγάλεω όπου ερωτήθηκε αν η εν λόγω μοτοσικλέτα είναι δική του όπου και προσκόμισε την άδεια κυκλοφορίας της.
Αφού, λοιπόν, είχε ξεκινήσει, κατά τα ανωτέρω, η αυτεπάγγελτη προανάκριση, δύο ημέρες αργότερα, την 28.6.2016, κλήθηκε από την ίδια αστυνομική Αρχή, ο μάρτυρας Π. Μ., προκειμένου να αναγνωρίσει, από τέσσερις υπόπτους, το πρόσωπο που είχε προβεί στην αφαίρεση της εν λόγω μοτοσικλέτας. Με βάση, λοιπόν, την σχετική από 28.6.2016 έκθεση αναγνωρίσεως, ο ανωτέρω μάρτυρας, αφού παρατήρησε μετά προσοχής τα υπό αναγνώριση τέσσερα ύποπτα πρόσωπα, αναγνώρισε, με απόλυτη βεβαιότητα, τον κατηγορούμενο, ως οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας που είχε, κατά ανωτέρω, αφαιρεθεί.
Πολύ κρίσιμο είναι, στο σημείο αυτό, ότι το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός αυτό, λόγω της χρονικής εγγύτητας με την αφαίρεση της ένδικης μοτοσικλέτας (δύο μόνο ημέρες μετά). Παράλληλα, ο ίδιος μάρτυρας, κατά την ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατάθεση του, την 22.10.2019, τρία και πλέον έτη μετά την κλοπή, αναγνώρισε, με πολύ μεγάλη πιθανότητα, αγγίζουσα την βεβαιότητα, σε ποσοστό δηλαδή 95%, τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που επέβαινε στην μηχανή και είχε μεταβεί στο πρατήριο όπου εργαζόταν, κατά τα ανωτέρω.
Βέβαια, ο ίδιος μάρτυρας, κατά την σημερινή του εξέταση, ανέφερε ότι δεν μπορεί να είναι απόλυτα βέβαιος για το ίδιο θέμα, πράγμα εντελώς φυσιολογικό, εφόσον από την τέλεση της πράξης (26.6.2016) μέχρι την εκδίκασή της σε δεύτερο βαθμό (18.01.2024), έχει διαδράμει χρονικό διάστημα σχεδόν εφτά ετών και έξι μηνών και είναι, επίσης λογικό ότι, μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, εκτός της μνήμης του ανθρώπου που εξασθενεί, τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του προσώπου είναι δυνατόν να έχουν διαφοροποιηθεί ένεκα διαφόρων λόγων /σωματικό βάρος, γένια, σπίλοι (ελιές), θερινό μαύρισμα, ρυτίδες κλπ.
Από την άλλη, επίσης, ο ίδιος μάρτυρας ανέφερε ότι πιθανόν να φορούσε κόκκινη βερμούδα και λευκή κοντομάνική μπλούζα το πρόσωπο που επέβαινε στην μοτοσικλέτα, χωρίς όμως να είναι και απόλυτα σίγουρος, ως προς αυτό, εφόσον, πράγματι, από την επισκόπηση του βιντεοληπτικού υλικού, προκύπτει ότι κάθε άλλο παρά τέτοιο ένδυμα έφερε το πρόσωπο που οδηγούσε το βράδυ εκείνο την κλεμμένη μοτοσικλέτα και προσήλθε στο πρατήριο, αυτό, πλην όμως, πολύ περισσότερο κρίσιμο είναι το γεγονός, ότι αναγνώρισε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω και δη με απόλυτη βεβαιότητα.
Προς επίρρωση των ανωτέρω, λεκτέα και τα κάτωθι: κατά πρώτον, με βάση όσα ο υποστηρίζων την κατηγορία ανέφερε, 2-3 μέρες, πριν το γεγονός της κλοπής, έλαβε χώρα το εξής περιστατικό : είδε μια λευκή μηχανή να ανεβοκατεβαίνει μονίμως, όπως επί λέξει δις ανέφερε και τόνισε, έξω από το σπίτι του και ότι, σε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος από το σπίτι με τη μηχανή του, είδε τον κατηγορούμενο να σταματάει με θράσος, όπως ανέφερε, να ακινητοποιεί την μοτοσικλέτα του και να κοιτάζονται για ένα λεπτό, σταμάτησε στη μέση του δρόμου και ότι δεν προχώρησε ούτε από τη μια μεριά του δρόμου, ούτε από την άλλη, αποχωρώντας, από το σημείο, πρώτος ο υποστηρίζων την κατηγορία.
Ως προς αυτό το θέμα, ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας υπήρξε απόλυτα βέβαιος, ταυτίζοντας τον άνθρωπο που εκείνη την ημέρα συνάντησε με τον τρόπο που αναφέρθηκε με τον κατηγορούμενο, στοιχείο που δείχνει ότι ο κατηγορούμενος είχε στοχοποιήσει την μοτοσικλέτα. Συναφώς, δεν προέκυψε καμία προηγούμενη σχέση, συνεννόηση έχθρα κλπ, μεταξύ του μάρτυρα Π.
Μ. και του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας ούτε δε και με τον κατηγορούμενο ή με τον αδερφό του. Παράλληλα, η πλευρά του κατηγορουμένου επιχείρησε να αποσείσει την κατηγορία, με την προβολή άλλοθι και, ειδικότερα, με τον ισχυρισμό ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, βρισκόταν με τον αδελφό του, Α. Δ., στο εξοχικό της οικογένειας στο Λόγγο Αιγίου.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός δεν πιθανολογήθηκε καν βάσιμος, λόγω της σωρείας των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσαν οι μάρτυρες της υπεράσπισης με περισσότερο εξόφθαλμη εκείνη της μητέρας του κατηγορουμένου η οποία, εξεταζόμενη για το λόγο της μετάβασης των υιών της στο εξοχικό της οικογένειας την ημέρα εκείνη, ανέφερε ότι, λόγω πτώσης της τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος οφειλόμενη σε έργα που γίνονταν στην περιοχή ενεργοποιούταν ο συναγερμός, ενώ ο μάρτυρας Α.
Δ., ερωτηθείς, για το λόγο της μετάβασης των αδερφών στο εξοχικό, προέβαλε αποκλειστικά την αναψυχή. Είναι, επίσης, πολύ κρίσιμο ότι ούτε ο κατηγορούμενος ούτε και ο αδερφός του εξεταζόμενοι προανακριτικά προέβαλαν τέτοιον ισχυρισμό, ενώ, το πρώτον, τον προέβαλαν στο ακροατήριο, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό.
Ωσαύτως, θα ήταν λίαν εύκολο να υποστηρίξουν και κατά βάση ο κατηγορούμενος, το υποτιθέμενο άλλοθι τους, μέσω αλληλογραφίας με την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας της οποίας είναι συνδρομητές απ' όπου θα προέκυπτε η ενεργοποίηση των αντίστοιχων κεραιών του δικτύου κινητής τηλεφωνίας, στα μέρη στα οποία θα είχαν πραγματοποιηθεί κλήσεις από εκείνον ή προς εκείνον.
Η προσπάθεια δε αλλοίωσης του χρόνου λήψης φωτογραφιών, ληφθεισών, στην πραγματικότητα, σε χρόνο άσχετο με τον κρίσιμο, προκειμένου να φαίνεται ότι δήθεν έχουν ληφθεί στο εξοχικό τους στο Αίγιο, με την παρουσία εκεί των αδελφών Δ., όπως η προσπάθεια αυτή αλλοίωσης αποδείχθηκε, αποδομεί περαιτέρω τον ισχυρισμό αυτόν.
Αντίθετα, όπως κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας, ο κατηγορούμενος είχε ήδη απενεργοποιήσει το κινητό του τηλέφωνο όταν έγινε η σύλληψη του λίγες μέρες μετά την κλοπή. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί και ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον κρίσιμο χρόνο (Ιούνιος 2016), δεν είχε άξια λόγου εισοδήματα που να του επιτρέπουν να προμηθευτεί και ακόμα μία επιπλέον (πέραν αυτής που είχε ήδη) μοτοσικλέτα αξίας, περί τις 10.000,00 ευρώ, προκειμένου να ικανοποιήσει το πάθος του για τα συγκεκριμένα δίτροχα, εφόσον, όπως ο ίδιος ανέφερε, το τελευταίο, πριν τον κρίσιμο χρόνο, ταξίδι του, όντας ναυτολογημένος, το είχε πραγματοποιήσει το 2013, ναυτολογηθείς έκτοτε το 2017, ενώ το εκκαθαριστικό του σημείωμα που προσκομίστηκε απεικονίζει τα ετήσια εισοδήματά του έτους 2017 (ύψους του 31.070,96 ευρώ) και όχι του 2016 που, εν προκειμένω, ενδιαφέρει.
Ως εκ τούτου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".
Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο κατά πλειοψηφία για την αξιόποινη πράξη της κλοπής με το ακόλουθο διατακτικό: "Στο Πολυδένδρι Αττικής στις 26/06/2016 από κοινού με άγνωστο δράστη αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένο κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο μετά από συναπόφαση με άγνωστο άτομο τα στοιχεία ταυτότητας του οποίου δεν εξακριβώθηκαν μέχρι σήμερα, αφού εισήλθε εντός του προαυλίου χώρου της οικίας του εγκαλούντος Χ.
Π. του Κ., που βρίσκεται επί της οδού ... στο Πολυδένδρι, αφαίρεσε από την κατοχή του την υπ'αριθμ. Κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του, μάρκας SUZUKI GSXR 1000 κυβικά - Κ8, χρώματος μαύρου, η οποία διέθετε ζάντες και ψαλίδι χρώματος νίκελ, με σκοπό να την ιδιοποιηθεί παράνομα." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 51, 53, 61, 63, 79, 372 παρ. 1 α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται με πληρότητα και σαφήνεια ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε από κοινού με άλλο άγνωστο άτομο από την κατοχή του υποστηρίζοντος την κατηγορία τη δίκυκλη μοτοσυκλέττα κυριότητας του με σκοπό να την ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αιτίαση ότι το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε αγνώστου ταυτότητος βιντεοληπτικό υλικό είναι αβάσιμη καθόσον το εν λόγω βιντεοληπτικό υλικό ήταν αυτό που είχε αποτυπωθεί από τις κάμερες του πρατηρίου υγρών καυσίμων, ζητήθηκε η επισκόπησή του από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου και επισκοπήθηκε από όλους τους παράγοντες της δίκης.
Η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την δικανική του κρίση περί ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου σε αντιφατικές καταθέσεις του ουσιώδους μάρτυρος κατηγορίας Π. Μ. είναι αβάσιμη καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφή και πλήρη αιτιολογία αναλύει τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις του ουσιώδους αυτού μάρτυρος κατηγορίας σχετικά με την αναγνώριση του προσώπου του κατηγορουμένου διαλαμβάνοντας τις παραδοχές ότι ο εν λόγω μάρτυρας στην από 28.6.2016 έκθεση αναγνωρίσεως, αναγνώρισε με απόλυτη βεβαιότητα τον κατηγορούμενο ως οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέττας.
Κατά την ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατάθεσή του στις 22.10.2019 τρία και πλέον έτη μετά την κλοπή αναγνώρισε με πολλή μεγάλη πιθανότητα, αγγίζουσα τη βεβαιότητα, σε ποσοστό δηλαδή 95% τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που επέβαινε στη μηχανή και είχε μεταβεί στο πρατήριο, όπου εργαζόταν. Ο ίδιος μάρτυρας κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου εξέτασή του ανέφερε ότι δεν μπορεί να είναι απόλυτα βέβαιος για το ίδιο θέμα πράγμα εντελώς φυσιολογικό, εφόσον από την τέλεση της πράξης 26.6.2016 μέχρι την εκδίκαση της σε δεύτερο βαθμό 18.1.2024 έχει διαδράμει χρονικό διάστημα σχεδόν επτά ετών και έξι μηνών και είναι επίσης λογικό ότι, μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, εκτός της μνήμης του ανθρώπου που εξασθενεί, τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του προσώπου είναι δυνατόν να έχουν διαφοροποιηθεί ένεκα διαφόρων λόγων (σωματικό βάρος, γένια, σπίλοι (ελιές), θερινό μαύρισμα, ρυτίδες κλπ).
Επίσης η αιτίαση ότι αναιτιολόγητα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το άλλοθι που προέβαλε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προς αντίκρουση της κατηγορίας είναι αβάσιμη καθόσον με σαφή και πλήρη αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο βρισκόταν με τον αδελφό του Α.
Δ. στο εξοχικό της οικογένειας στο Λογγό Αιγίου, διαλαμβάνοντας από την αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων υπεράσπισης τις ακόλουθες σαφείς παραδοχές και ειδικότερα 1)ότι αυτοί υπέπεσαν σε σωρεία αντιφάσεων με περισσότερο εξόφθαλμη εκείνη της μητέρας του κατηγορουμένου, η οποία εξεταζόμενη για το λόγο μετάβασης των υιών της στο εξοχικό της οικογένειας την ημέρα εκείνη, ανέφερε ότι, λόγω της πτώσης της τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος οφειλόμενη σε έργα που γίνονταν στην περιοχή ενεργοποιούταν ο συναγερμός, ενώ ο μάρτυρας Α.
Δ. ερωτηθείς για το λόγο μετάβασης των αδελφών στο εξοχικό, προέβαλε αποκλειστικά την αναψυχή. 2)ότι τον ισχυρισμό αυτό τον προέβαλαν το πρώτον ο κατηγορούμενος και ο αδελφός του στο ακροατήριο, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, ενώ προανακριτικά δεν προέβαλαν τέτοιο ισχυρισμό και 3)ότι η προσπάθεια αλλοίωσης του χρόνου λήψης φωτογραφιών, ληφθεισών στην πραγματικότητα, σε χρόνο άσχετο με τον κρίσιμο προκειμένου να φαίνεται ότι έχουν ληφθεί στο εξοχικό στο Αίγιο, με την παρουσία εκεί των αδελφών Δ.
αποδομεί περισσότερο τον ισχυρισμό αυτό. Επίσης, όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες αυτός διατυπώνει πλημμέλειες αναφερόμενες σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών, που κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και παραπόνων περί ασαφών και ελλιπών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των εις βάρος του παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες και ως εκ τούτου απορριπτέες, διότι με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.3.2024 (με αριθμό 73/2024) αίτηση του Π. Δ. του Δ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 249/2024 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ