Legislator Case Law & Legislation
295/2022 AI generated

Supreme Court annuls arbitration award for exceeding jurisdiction over unrelated railway construction claims.

Case Number 295/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a lower court's dismissal of its claim to annul an arbitration award. The State argued that the arbitrators exceeded their jurisdiction by ruling on railway construction claims unrelated to the submarine construction contracts covered by the arbitration clause. The court agreed, finding the claims lacked any connection to the underlying agreements and thus annulled the specific portion of the award regarding the disputed claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 614 et seq. of the Code of Civil Procedure; Arbitration awards exceeding the scope of the arbitration agreement are void regarding the excess matters. The court must annul the specific portion of the award concerning claims falling outside the arbitrators' jurisdiction.

Keywords

AI generated
arbitration jurisdiction exceeding mandate annulment of award arbitration clause scope of dispute ICC arbitration civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 2 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 295 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 295/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Εθνικής Άμυνας, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ουρανία Μενδρινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ελληνικής εταιρίας με την επωνυμία ".... ("...")", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) λιβανέζικης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Βηρυτό Λιβάνου και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξουσίους δικηγόρους της Θεοδώρα Μονοχάρτζη και Αικατερίνη Ράπτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.και η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξουσίους δικηγόρους της Αλεξάνδρα Μητσοκάλη και Ηλιάνα Πασχαλίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 1897/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-6-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιες της δεύτερης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 6-6-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. 1897/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 21-12-2017 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, με αίτημα την ακύρωση της από 29-9-2017 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που συγκροτήθηκε στην Αθήνα στα πλαίσια διεθνούς εμπορικής διαιτησίας κατά τον Κανονισμό Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC), στην υπόθεση με στοιχεία ICC case no. 18675/GZ/MHM/AGF/ZF/AYZ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 2 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της εκλογής τους.

Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του Κ.Πολ.Δ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοση της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες στο άρθρο 896 Κ.Πολ.Δ., προϋποθέσεις, (εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 Κ.Πολ.Δ.) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατ' άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ.

β' Κ.Πολ.Δ. Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωση τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής απόφασης, μέσω κυρίως της αγωγής ακύρωσης κατ' άρθρο 897 επ.

ΚΠολΔ (επί εσωτερικής διαιτησίας) και κατ' άρθρο 34 Ν. 2735/1999 (επί διεθνούς διαιτησίας). Έτσι, κατά το εδάφ. 6 του άρθρου 897 Κ.Πολ.Δ: " Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση... αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη". Κατά την έννοια του εδαφίου αυτού, ως διατάξεις δημόσιας τάξης, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως (και) επί εσωτερικής διαιτησίας, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης, συγκροτούν δηλαδή τη δημόσια τάξη, υπό έννοια προσομοιάζουσα προς εκείνη του άρθρου 33 ΑΚ (Ολ ΑΠ 14/2015, πρβλ.

και ΟλΑΠ 4/2012, Ολ ΑΠ 15/2000). Η παραβίαση, άρα, κανόνων αναγκαστικού δικαίου τεθέντων πρωτίστως προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, εκφεύγει του ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου. Εξ άλλου, δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την παραπάνω έννοια και δεν θεμελιώνεται συνεπώς ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, εκτός αν από την υλοποίηση (εκτέλεση) της απόφασης θα εδημιουργείτο κατάσταση αντίθετη προς τις ως άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης.

Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1, 2 εδαφ. β', ββ' του Ν. 2735/1999 "Διεθνής Εμπορική Διαιτησία", με τον οποίο εισήχθη στην Ελληνική έννομη τάξη ο πρότυπος Νόμος UNCITRAL, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται ύστερα από αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, προκειμένου για διεθνείς διαιτησίες (που διεξάγονται στην Ελλάδα), "κρίνει αυτεπαγγέλτως αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη προς τη διεθνή δημόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 του Αστικού Κώδικα".

Υπό την αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, ως τέτοιες διατάξεις (δημόσιας τάξης), νοούνται όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), θα προέκυπτε το άτοπο να ελέγχεται η διαιτητική απόφαση για παραβίαση οποιασδήποτε διάταξης αναγκαστικού δικαίου (από τις οποίες υπάρχει πληθώρα στο δίκαιο των συναλλαγών), ουσιαστικώς δηλαδή να επανεκδικάζεται η υπόθεση και να περιάγεται η διαιτητική διαδικασία σε απλό διαδικαστικό προστάδιο της πολιτικής δίκης, πράγμα που θα αντιστρατευόταν ευθέως στη σχετική προς τη φύση της αρχή της μη αναθεώρησης της ουσίας της διαιτητικής απόφασης.

Επί πλέον θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη διαφορετική μεταχείριση των διαιτητικών αποφάσεων, ανάλογα με το αν πρόκειται για ημεδαπή διαιτητική απόφαση (άρθρ. 897 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ), ή αλλοδαπή - διεθνή (άρθρ. 903, 905, 906 Κ.Πολ.Δ), ακόμη και στα πλαίσια όμοιας διαφοράς. Και τούτο διότι, ενόψει των προεκτεθέντων, οι αποφάσεις που αφορούν εσωτερικές διαιτησίες θα κρίνονταν, επί της ουσίας, για παράβαση οποιουδήποτε κανόνα αναγκαστικού δικαίου, ενώ, οι αντίστοιχες διεθνείς μόνο αν παραβίαζαν τους κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης.

Τούτο προδήλως δεν θα ήταν ορθό, καθόσον θα συνιστούσε διαφορετική μεταχείριση (αυστηρότερο έλεγχο) των ημεδαπών διαιτητικών αποφάσεων έναντι των διεθνών, ενώ ο θεσμός της διαιτησίας, όπως και η εξουσία των διαιτητών είναι ίδια, είτε πρόκειται για ημεδαπή διαιτητική απόφαση, είτε για διεθνή - αλλοδαπή (ΟλΑΠ 14/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 περ. α', γγ' Ν. 2735/1999 (που εφαρμόζεται εν προκειμένω, επειδή η διεξαχθείσα διαιτησία είναι διεθνής), η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, αν αυτή αφορά διαφορά, που δεν εμπίπτει στη συμφωνία της διαιτησίας ή περιέχει διατάξεις, που υπερβαίνουν τα όρια της συμφωνίας.

Κατά την αναλόγου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 897 παρ. 4 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγος ακύρωσης διαιτητικής απόφασης υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο, το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία ή κείται πέραν αυτής, όχι δε και εκείνη κατά την οποία την απόφασή τους για την παραδοχή ή την απόρριψη αιτήματος που τους έχει υποβληθεί στηρίζουν όχι στα πραγματικά περιστατικά στα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν, αλλά σε άλλα, που μολονότι δεν προτάθηκαν, ωστόσο προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό που τους υποβλήθηκε, χωρίς πάντως να καταφύγουν στις ιδιωτικές τους γνώσεις (ΟλΑΠ 13/1995).

Για την κρίση, δηλαδή, αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι, αποφασιστικά είναι τα όρια που θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης-προσφυγής στη διαιτησία. Δεν αποτελεί, όμως, υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης ή η κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό δικαστήριο κατά την παραδοχή ή απόρριψη των σχετικών αξιώσεων των διαδίκων, που συνομολόγησαν τη συμφωνία της διαιτησίας και από την κατ' ακολουθίαν αυτής εσφαλμένη ουσιαστική κρίση (ΑΠ 98/2016, ΑΠ 40/2010).

Επίσης, κατά το άρθρο 18 του Ν. 2735/1999, "Κατά τη διαιτητική διαδικασία τηρείται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των μερών. Κάθε μέρος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του και να προσκομίσει τις αποδείξεις του". Με τη διάταξη αυτή, που περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εναρμονισμένο με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που ορίζει, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια, επιβάλλεται η τήρηση, κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, των αρχών της ισότητας και της ακρόασης των διαδίκων.

Ειδικότερα, η πρώτη από τις αρχές αυτές πραγματώνεται, όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά σε σχέση με τους λοιπούς ιδιαίτερα δικαιώματα και δεν απαλλάσσεται από επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις σε δικονομικό επίπεδο, ενώ η δεύτερη αρχή, δηλαδή της ακρόασης, που θεμελιώνεται και στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, εξασφαλίζεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας, αφενός μεν να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και να υποβάλλουν τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά τους μέσα, ύστερα από σχετική προς αυτούς κλήτευση των διαιτητών, αφετέρου δε να πληροφορηθούν και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα των αντιδίκων τους (Ολ.ΑΠ 13/1995, ΑΠ 40/2010, ΑΠ 1807/2014).

Από αυτά παρέπεται, ότι υποχρέωση κλήτευσης και ακρόασης των διαδίκων υπάρχει μόνο κατά τις συνεδριάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου, κατά τις οποίες συζητείται η διαφορά και κατά τις οποίες οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους, να προσκομίσουν τα αποδεικτικά τους μέσα και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς των αντιδίκων τους, αφού μόνο τότε η παράβαση της αρχής της εκατέρωθεν ακρόασης μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, να άγει δηλαδή τo διαιτητικό δικαστήριο σε διαφορετική κρίση επί της διαφοράς, εκ του λόγου ότι δεν ακροάστηκε του ετέρου διαδίκου (ΑΠ 821/2017, AΠ 1441/2000).

Εξάλλου, η ανεξαρτησία του διαιτητή που απορρέει από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως τρίτου κριτή, ο οποίος παραμένει πάνω από τους διισταμένους διαδίκους και τους αντιτιθέμενους ισχυρισμούς τους, επιβάλλεται να τηρείται, όχι μόνο απέναντι στους διαδίκους, αλλά και απέναντι στο πραγματικό υλικό το οποίο τίθεται υπόψη του και πρόκειται να κριθεί απ'αυτόν.

Με το εν λόγω υλικό πρέπει να έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά υπό τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως διαιτητή, με τρόπο που να αποκλείει τον επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σ' αυτό. Απόρροια της ανεξαρτησίας του αυτής απέναντι στο πραγματικό υλικό της διαφοράς αποτελεί και η απαγόρευση να χρησιμοποιεί τις ιδιωτικές του γνώσεις κατά την κρίση της διαφοράς, διότι δεν συμβιβάζεται με τη δικαιοδοτική του ιδιότητα.

Πράγματι, στην αντίθετη περίπτωση, ο διαιτητής αποβάλλει την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, μεταβάλλεται σε μάρτυρα στην κρινόμενη απ' αυτόν υπόθεση και θεμελιώνει την απόφασή του και σε στοιχεία που ο ίδιος συνέλεξε ιδιωτικώς. Έτσι, οι πηγές των γνώσεών του αποβαίνουν απρόσιτες και ανέλεγκτες, ως προς τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αποκλείοντας την ίση επιρροή των διαδίκων στο περιεχόμενο και την εξέλιξη της διαδικασίας.

Συνεπώς, ενεργεί με τρόπο ασυμβίβαστο προς την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, παραβιάζοντας την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που πηγάζει αμέσως από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα και την αρχή της ακρόασης και των δύο πλευρών. Η περίπτωση όμως αυτή δεν εξομοιώνεται με εκείνη στην οποία ο διαιτητής, προκειμένου να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, αντλεί από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και από το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισαν οι ίδιοι οι διάδικοι, πραγματικά κατά την ανέλεγκτη κρίση του περιστατικά, τα οποία αυτοί δεν επικαλέστηκαν ρητά.

Πράγματι, σ' αυτή την περίπτωση, ο διαιτητής έρχεται σε επαφή με το αποδεικτικό υλικό και τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων για πρώτη φορά υπό την δικαιοδοτική του ιδιότητα, χωρίς να μπορεί να γίνει λόγος για επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σ' αυτό ή για χρησιμοποίηση των ιδιωτικών του γνώσεων κατά την κρίση της διαφοράς ή πραγματικών στοιχείων που συνέλεξε ο ίδιος (ΑΠ 40/2010).

Περαιτέρω, οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, που καθιερώνονται περιοριστικά με τη διάταξη του άρθρου 34 Ν. 2735/1999 (όπως αντίστοιχα και με τη διάταξη του άρθρου 897 του Κ.Πολ.Δ) ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι' αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ (Ολ ΑΠ 14/2015, ΑΠ 888/2019).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).

Α. Λόγοι ακύρωσης σχετικά με την έλλειψη δικαιοδοσίας και τη μη νόμιμη συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου.

Με την από 21-12-2017 αγωγή ακύρωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το αναιρεσείον επικαλέστηκε με τους δύο πρώτους λόγους ακύρωσης, την έλλειψη δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου, επειδή η επίδικη διαφορά δεν εμπίπτει στη συμφωνία της διαιτησίας, τη μη νόμιμη συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου και την παράβαση της αρχής της ακρόασης και της διεθνούς δημόσιας τάξης.

Συγκεκριμένα, το αναιρεσείον ισχυρίστηκε ότι στην κρινόμενη υπόθεση το Ελληνικό Δημόσιο από τη μία πλευρά και οι αντισυμβαλλόμενοί του στην Εκτελεστική Συμφωνία (ΕΣ) από την άλλη, ήτοι οι εταιρείες ..., ..., ... και ... συμφώνησαν ότι οι διαφορές μεταξύ τους που προκύπτουν ή συνδέονται με τη σύμβαση θα επιλύονται με προσφυγή στο διαιτητικό δικαστήριο.

Ότι τα μέρη της επίδικης σύμβασης συμφώνησαν σε μία πολυμερή διαιτησία, όπου όλα τα μέρη που υπέγραψαν την Εκτελεστική Συμφωνία θα συμμετείχαν σε μία ενιαία διαιτητική διαδικασία και ότι οι εταιρείες ..., ..., ... και ... πρέπει να ενάγουν ή να ενάγονται από κοινού και να διορίζουν από κοινού διαιτητή. Ότι με τη διαιτητική ρήτρα τα μέρη αποδέχθηκαν ότι στην περίπτωση των ως άνω εταιρειών συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ομοδικίας (απλής ή αναγκαστικής) και για το λόγο αυτό η επίδικη διαιτητική ρήτρα δεν καλύπτει την περίπτωση που μία ή κάποιες μόνο από τις συμβαλλόμενες εταιρείες επιζητεί την επίλυση διαφορών με το Ελληνικό Δημόσιο, διότι η σαφής πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών ήταν η από κοινού υπαγωγή στη διαιτητική διαδικασία των συμβαλλόμενων εταιρειών ..., ..., ...

και ... έναντι του Ελληνικού Δημοσίου είτε ως εναγόντων είτε ως εναγομένων, προκειμένου το δεδικασμένο να ισχύει για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη στην Εκτελεστική Συμφωνία. Ότι, όμως, στην εξεταζόμενη περίπτωση, μόνο δύο εταιρείες προσέφυγαν στο Διαιτητικό Δικαστήριο και όχι όλες οι ανωτέρω συμβληθείσες εταιρείες.

Επίσης, με την αγωγή ακύρωσης το Ελληνικό Δημόσιο επικαλέστηκε ως λόγους ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης την κακή συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ισχυριζόμενο ειδικότερα ότι τα μέρη καθόρισαν κατά τρόπο σαφή τη διαδικασία ορισμού των μελών του διαιτητικού δικαστηρίου και συγκεκριμένα ότι ο ένας διαιτητής διορίζεται από το Ελληνικό Δημόσιο και ο έτερος από κοινού από τις εταιρείες ..., ..., ...

και ... και επειδή η διαιτητική ρήτρα αντανακλά τις ανάγκες που αυτή εξυπηρετεί, αφού τα ρυθμιζόμενα με την Εκτελεστική Συμφωνία ζητήματα αφορούν στο σύνολο των εταιρειών που την υπέγραψαν, ήταν υποχρεωμένες οι εν λόγω εταιρείες να διορίσουν από κοινού το διαιτητή και σε περίπτωση διαφωνίας τους να ζητήσουν από το δικαστήριο του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 2735/1999, δηλαδή από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εκπληρωθούν οι επιταγές της διαιτητικής ρήτρας σχετικά με τον ορισμό του διαιτητή από την πλευρά τους.

Ότι, επομένως, το Διαιτητικό Δικαστήριο όφειλε να κρίνει αυτεπαγγέλτως ότι η μη τήρηση από πλευράς των προσφευγουσών της διαδικασίας διορισμού του διαιτητή τους, που συμφωνήθηκε στη διαιτητική ρήτρα, σε συνδυασμό με τη μη συμμετοχή των λοιπών εταιρειών στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση, έχει ως συνέπεια, η διαφορά που υποβλήθηκε προς κρίση από το Διαιτητικό Δικαστήριο να μην καλύπτεται από τη διαιτητική συμφωνία.

Ισχυρίστηκε επίσης το αναιρεσείον με την αγωγή του σχετικά με τη μη νόμιμη συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ότι η διαιτητική διαδικασία ήταν εξ υπαρχής άκυρη, αφού ο διορισμός του διαιτητή των προσφευγουσών καθηγητή A. έγινε κατά παράβαση της συμφωνίας διαιτησίας, καθώς αυτός δεν διορίστηκε σύμφωνα με το γράμμα της ρήτρας του άρθρου ΣΤ (12) της ΕΣ και την υποχρεωτική διαδικασία που προβλέπεται σ' αυτήν και ότι επί πλέον, αυτός δεν διορίστηκε από κοινού από τις εταιρείες ..., ..., ...

και ..., αλλά μόνο από την ..., ο δε διορισμός αυτός εγκρίθηκε απλώς από τις εταιρείες του ομίλου .... Ότι για το λόγο αυτό το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν είχε συγκροτηθεί νομίμως και εσφαλμένα απέρριψε τη σχετική ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι το γεγονός αυτό συνιστά παράλληλα και προσβολή της δημόσιας τάξης κατά την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ, λόγω παράβασης θεμελιωδών αρχών και κανόνων του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου και του θεμελιώδους αξιώματος pacta sunt servant, της ελευθερίας των συμβάσεων, καθώς και της συμφωνίας των μερών ως προς το συγκεκριμένο τρόπο που θα επιλύσουν τις διαφορές τους και θα συγκροτήσουν τη διαιτησία τους.

Ισχυρίστηκε, επίσης, το αναιρεσείον με την αγωγή του ότι είναι εσφαλμένη η κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου ότι η συνυπογραφή της Πράξης Πλαισίου (... of ...) ισοδυναμεί με παραίτηση του Ελληνικού Δημοσίου από τη σχετική ένσταση, επειδή, προκειμένου η Πράξη Πλαισίου να ισοδυναμεί με παραίτηση, το μέρος που παραιτείται πρέπει να γνωρίζει επακριβώς και να έχει αντίληψη του εννόμου δικαιώματος από το οποίο παραιτείται ενώ τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφει το Διαιτητικό Δικαστήριο στην απόφασή του δεν είναι επαρκή και αναγκαία ώστε να ισοδυναμούν με παραίτηση εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, αφού η πλημμέλεια στη συγκρότηση του Δικαστηρίου θα μπορούσε να είχε διορθωθεί σε απώτερο χρόνο με την εκ των υστέρων επικύρωση του διορισμού του A.

από την ..., ... και τη ..., γεγονός που αγνοούσε το Ελληνικό Δημόσιο. Τέλος, το αναιρεσείον επικαλέστηκε με την αγωγή του στέρηση του δικαιώματος ακρόασής του, αφού η ανωτέρω κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου βασίζεται σε επιχειρήματα που δεν είχαν προβληθεί από κανέναν από τους διαδίκους σε κανένα στάδιο της δίκης και ότι έτσι, δεν είχε τη δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του επί των σχετικών ζητημάτων και να αντικρούσει τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου.

Επί των λόγων αυτών ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού παρέθεσε τις παραδοχές του Διαιτητικού Δικαστηρίου επί των συγκεκριμένων ζητημάτων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Εκ των ανωτέρω παραδοχών προκύπτει ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τη διαιτητική ρήτρα της Εκτελεστικής Συμφωνίας, σε συνδυασμό και με τους κανόνες του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, δεν αποφάνθηκε επί αντικειμένου, που κείται εκτός της διαιτητικής ρήτρας.

Τουναντίον, έκρινε εντός του πλαισίου της ρήτρας αυτής. Τυχόν εσφαλμένη ερμηνεία του συμβατικού όρου της Εκτελεστικής Συμφωνίας δεν συνιστά λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης. Επί πλέον, από το περιεχόμενο της ρήτρας διαιτησίας στην Εκτελεστική Συμφωνία (το κείμενο της οποίας, σημειωτέον, παρατίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο τμήμα της όπου παρατίθενται οι παραδοχές του Διαιτητικού Δικαστηρίου), ερμηνεύοντάς την όπως απαιτεί η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αλλά αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων (άρθρ. 173 και 200 ΑΚ) προκύπτει ότι η ρήτρα αυτή δεν επιβάλλει να ασκείται από κοινού από τις εταιρείες ..., ...

και ... οποιαδήποτε διαιτητική αξίωση κατά της Ελλάδος και δεν ιδρύει αναγκαία ομοδικία, αφού η πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών ήταν οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει ή συνδέεται με τη συμφωνία θα επιλύεται με διαδικασία διαιτησίας και στις πολυπρόσωπες ενοχικές σχέσεις το κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να έχει διαφορετικά συμφέροντα και να επιθυμεί ή όχι να προσφύγει σε μηχανισμό διαιτησίας.

Ούτε προκύπτει οποιαδήποτε πρόθεση των μερών, όταν συμφώνησαν τη ρήτρα διαιτησίας, να απαγορεύεται η άσκηση ατομικών συμβατικών δικαιωμάτων από τις αντισυμβαλλόμενες του Ελληνικού Δημοσίου στην Εκτελεστική Συμφωνία εταιρείες ..., ... και .... Έπειτα, οι συμβαλλόμενες αυτές εταιρείες θα διόριζαν από κοινού έναν διαιτητή, μόνον όταν αυτές ενεργούσαν ως διάδικοι στη διαιτητική διαδικασία, ενώ εάν συμμετείχε στη διαδικασία αυτή μόνο μία ή δύο από αυτές, τότε μόνο αυτές θα διόριζαν διαιτητή, γεγονός που προβλεπόταν και στα άρθρα 12.14 και 12.6 των Κανόνων του ΔΕΕ, στους οποίους είχαν προσχωρήσει όλα τα συμβαλλόμενα μέρη με την επίμαχη ρήτρα διαιτησίας, εκ των οποίων, το πρώτο κατοχύρωνε τη γενική αρχή ότι "κάθε μέρος στη διαφορά οφείλει να διορίσει ένα διαιτητή" και το δεύτερο θέσπιζε τον κανόνα ότι εάν υπήρχαν περισσότεροι αιτούντες ή περισσότεροι καθ' ων, οι αιτούντες ή οι καθ' ων αυτοί θα υποδείκνυαν από κοινού έναν διαιτητή προς επικύρωση από την Γενική Γραμματεία του ΔΕΕ.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση αφορά διαφορά που εμπίπτει στη συμφωνία διαιτησίας και η συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου ήταν σύμφωνη με τη συμφωνία των μερών. Περαιτέρω, η αιτίαση του ενάγοντος ότι το γεγονός της μη νόμιμης συγκρότησης του Διαιτητικού Δικαστηρίου συνιστά και προσβολή της δημόσιας τάξης υπό την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ, κρίνεται απορριπτέα, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 33 ΑΚ, ως διατάξεις δημόσιας τάξης, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπιστεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής δημόσιας τάξης.

Αντίθετα, δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την παραπάνω έννοια και δεν θεμελιώνεται συνεπώς ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν η διαιτητική απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο ή συμβατικούς όρους, όπως υπολαμβάνει το ενάγον με τους λόγους ακύρωσης, εκτός αν από την υλοποίηση (εκτέλεση) της απόφασης θα εδημιουργείτο κατάσταση αντίθετη προς τις ως άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης, κάτι που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

Η μη νόμιμη συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου αποτελεί εξ άλλου αυτοτελή λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης και δεν μπορεί να ενέχει και προσβολή της δημόσιας τάξης".

Με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους αναίρεσης, ενιαία κρινόμενους, το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι η διαιτητική απόφαση αφορά διαφορά που δεν εμπίπτει στη συμφωνία της διαιτησίας, καθώς και ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε νόμιμα, παραβιάζοντας το άρθρο 34 παρ. 2 περ.

α', γγ' και δδ' Ν. 2735/1999. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η διαιτητική απόφαση αφορά διαφορά που δεν εμπίπτει στη συμφωνία της διαιτησίας, καθώς, μόνο από κοινού όλες οι εταιρείες που υπέγραψαν τη Σύμβαση Πλαίσιο και την Εκτελεστική Συμφωνία μπορούσαν να ενάγουν ή να εναχθούν, ενώ στην προκειμένη περίπτωση άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου μόνο οι αναιρεσίβλητες εταιρείες και όχι όλες οι εταιρείες που υπέγραψαν τις ανωτέρω συμφωνίες.

Ότι, επίσης, εφόσον μόνο από κοινού όλες οι πιο πάνω εταιρείες μπορούσαν να ενάγουν ή να εναχθούν, μόνο από κοινού οι εταιρείες αυτές μπορούσαν να ορίσουν ένα διαιτητή, ενώ στην προκειμένη περίπτωση ο καθηγητής A. διορίστηκε μόνο από τις αναιρεσίβλητες εταιρείες και όχι από όλες τις εταιρείες που υπέγραψαν τις ανωτέρω συμφωνίες.

Ωστόσο, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, δεδομένου ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές του, κατέληξε στην απόρριψη των ισχυρισμών αυτών, προβαίνοντας σε ερμηνεία της ρήτρας διαιτησίας με βάση τις διατάξεις των άρθρων 179 και 200 ΑΚ, με τους αναιρετικούς δε αυτούς λόγους δεν προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, καθώς και ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, με την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς. Με το δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η μη νόμιμη συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου συνιστά παράλληλα και προσβολή της δημόσιας τάξης με την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ, λόγω παράβασης θεμελιωδών αρχών και κανόνων του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του θεμελιώδους αξιώματος του pacta sunt servanda, της ελευθερίας των συμβάσεων, καθώς και της συμφωνίας των μερών ως προς το συγκεκριμένο τρόπο που θα επιλύσουν τις διαφορές τους και θα συγκροτήσουν τη διαιτησία τους.

Με βάση τα περιστατικά αυτά και επικαλούμενο παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας με τις πιο πάνω παραδοχές του τον ισχυρισμό αυτό περί προσβολής της δημόσιας τάξης λόγω μη νόμιμης συγκρότησης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 περ.

β', ββ' Ν. 2735/1999. O λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος. Και τούτο διότι προϋποθέτει ότι τα μέρη που υπέγραψαν τη διαιτητική ρήτρα συμφώνησαν ότι μόνο από κοινού μπορούν να ενάγουν ή να εναχθούν ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου και μόνο από κοινού να ορίσουν ένα διαιτητή, γεγονός όμως που, μετά από ερμηνεία της σχετικής ρήτρας, δεν έγινε δεκτό από το Εφετείο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Για το ορισμένο των λόγων αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 887/2019, ΑΠ 153/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 Ν. 3086/2002 και 2 παρ. 1 περ. β' ΠΔ 238/2003 έκρινε ότι η συνυπογραφή της Πράξης Πλαισίου (... of ...) ισοδυναμεί με παραίτηση του Ελληνικού Δημοσίου από την ένσταση μη νόμιμης συγκρότησης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, καθώς η παραίτηση του Ελληνικού Δημοσίου από οποιοδήποτε δικαίωμά του είναι πάντοτε ρητή και μπορεί να γίνει μόνο με την τήρηση της διαδικασίας που ορίζεται στις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν την έκδοση προηγούμενης γνωμοδότησης του αρμόδιου τμήματος του ΝΣΚ, η διαδικασία δε αυτή δεν τηρήθηκε στην εξεταζόμενη υπόθεση.

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος. Και τούτο διότι στο αναιρετήριο, πέραν των ανωτέρω ισχυρισμών, δεν εκτίθενται καθόλου οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί μη νόμιμης συγκρότησης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αγωγής του αναιρεσείοντος, δεν προτάθηκε στο Εφετείο ο λόγος αυτός ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ούτε άλλωστε το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι πρότεινε τον ισχυρισμό αυτό, επί πλέον δε, δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση κάποιες από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου 562 ΚΠολΔ εξαιρέσεις για το παραδεκτό της πρότασης του ισχυρισμού αυτού.

Με το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι προκειμένου η Πράξη Πλαισίου (... of ...) να ισοδυναμεί με παραίτηση, το μέρος που παραιτείται του σχετικού δικαιώματος πρέπει να γνωρίζει επακριβώς και να έχει αντίληψη του δικαιώματος από το οποίο παραιτείται. Ότι τα πραγματικά περιστατικά και γεγονότα που περιγράφει το Διαιτητικό Δικαστήριο στην παράγραφο 852 της διαιτητικής απόφασης δεν είναι σε καμία περίπτωση επαρκή και αναγκαία, ώστε να ισοδυναμούν με παραίτηση εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και αυτό επειδή η πλημμέλεια ως προς τη συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου θα μπορούσε να είχε διορθωθεί σε απώτερο χρόνο με την εκ των υστέρων επικύρωση του διορισμού του διαιτητή A.

από την ... και τη .... Ότι, προκειμένου τα γεγονότα που περιγράφονται στην παράγραφο 852 της διαιτητικής απόφασης να ισοδυναμούν με παραίτηση, το Ελληνικό Δημόσιο θα έπρεπε κατά το χρόνο υπογραφής της Πράξης Πλαισίου να ξέρει ότι ο καθηγητής-διαιτητής A. είχε διοριστεί μόνο από την ... και την ... ..., όσο και το ότι οι εταιρείες ...

και ... θα αρνούνταν να επικυρώσουν εκ των υστέρων το διορισμό του, το δε Ελληνικό Δημόσιο αγνοούσε τη δεύτερη περίσταση. Ότι σε κάθε περίπτωση, η ανάλυση που κάνει το Διαιτητικό Δικαστήριο στις παραγράφους 851-853 της διαιτητικής απόφασης βασίζεται σε επιχειρήματα που δεν είχαν προβληθεί από κανέναν από τους διαδίκους, σε κανένα στάδιο της διαιτητικής δίκης.

Ότι αναπόφευκτη συνέπεια των ανωτέρω είναι πως το Ελληνικό Δημόσιο στερήθηκε του δικαιώματος ακρόασής του, αφού δεν είχε τη δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του και τους ισχυρισμούς του επί των σχετικών ζητημάτων και να αντικρούσει τα επιχειρήματα του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Ότι, επομένως, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις διατάξεις του Ν. 2735/1999, έπρεπε να κάνει δεκτό το σχετικό λόγο ακύρωσης από το άρθρο 34 παρ. 2 περ.

α', ββ' του εν λόγω νόμου, διότι το Ελληνικό Δημόσιο στερήθηκε του δικαιώματος ακρόασης και της δυνατότητας να εκφράσει τις απόψεις του και τους ισχυρισμούς του επί των σχετικών ζητημάτων και ότι συνακόλουθα, με επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η περί του αντιθέτου κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένη.

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος. Και τούτο διότι στο αναιρετήριο, πέραν των ανωτέρω ισχυρισμών, δεν εκτίθενται παντάπασι οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στις οποίες το Εφετείο στήριξε τη φερομένη ως λανθασμένη κρίση του να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για το γεγονός ότι στερήθηκε του δικαιώματος ακρόασής του, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι με τις πιο πάνω επικαλούμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες πλήττονται ουσιαστικά οι παραδοχές της διαιτητικής απόφασης και όχι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης του Εφετείου, οι οποίες μόνον αυτές μπορούν να προσβληθούν με λόγους αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Β. Λόγοι αναίρεσης, σχετικά με την Αξίωση 1 της προσφυγής των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητήθηκε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ... τις εναπομείνασες πληρωμές της σύμβασης "..." ύψους 75.500.000 ευρώ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο προκειμένου να αποφασίσει για την πρώτη αξίωση, βασίστηκε σε ισχυρισμούς και γεγονότα, τα οποία δεν είχαν εγερθεί ενώπιόν του από κανένα από τα διάδικα μέρη, καθώς αυτά δεν είχαν αναπτύξει τα επιχειρήματά τους για τη νομική φύση του Ν. 4258/2014 και τα αποτελέσματα που μπορεί να έχει ο νόμος αυτός επί της Εκτελεστικής Συμφωνίας και συνακόλουθα επί την ήδη υφισταμένων εκατέρωθεν συμβατικών σχέσεων και υποχρεώσεων των μερών.

Ότι, επίσης, δεν προσκλήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να προβάλλει τους σχετικούς ισχυρισμούς του επί του θέματος αυτού, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε ανυπαίτια αδυναμία προβολής των ισχυρισμών του επί των νομικών και οικονομικών συνεπειών της επονομασθείσας από το ίδιο το Διαιτητικό Δικαστήριο "Συμφωνίας Ολοκλήρωσης" και να στερηθεί του δικαιώματος ακρόασης.

Με αυτά τα δεδομένα και με επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον πρώτο λόγο ακύρωσης της αγωγής του σχετικά με την Αξίωση 1, προβαίνοντας σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 18, 34 παρ. 2 εδ.

α' περ. ββ' και 34 παρ. 2 εδ. α' περ. δδ' του Ν. 2735/1999. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού παρέθεσε τις παραδοχές του Διαιτητικού Δικαστηρίου για το συγκεκριμένο ζήτημα, δέχθηκε περαιτέρω τα ακόλουθα: Από τις παραπάνω παραδοχές της διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι, προκειμένου το Διαιτητικό Δικαστήριο να διαμορφώσει και καταλήξει στην κρίση του περί των συνεπειών του Ν. 4258/2014, του νομικού χαρακτηρισμού της "Συμφωνίας Ολοκλήρωσης" και των συνεπειών που αυτή η συμφωνία έχει επιφέρει επί της Εκτελεστικής Συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των οικονομικών συνεπειών, διαλαμβάνει τα επιχειρήματα, τις αιτιάσεις και τις ερμηνείες των προσφευγουσών εταιρειών και του Ελληνικού Δημοσίου.

Ο επικαλούμενος από το ενάγον λόγος περί παράβασης του δικαιώματος ακρόασής του αφορά κατ' ουσίαν στην ερμηνεία των συμβατικών όρων και όχι την παράβαση δικονομικών-διαδικαστικών προϋποθέσεων και κανόνων, που προβλέπει ο Ν. 2735/1999. Το ενάγον δεν επικαλείται, ούτε εξάλλου προέκυψε ότι το ίδιο δεν παραστάθηκε κατά τις συζητήσεις της διαφοράς προκειμένου να υποβάλει τους ισχυρισμούς του και τα αποδεικτικά του μέσα, έπειτα από κλήτευσή του από τους διαιτητές σχετικά με την εν λόγω αξίωση, ούτε ότι δεν έλαβε γνώση των ισχυρισμών και των αποδεικτικών μέσων των αντιδίκων του και να τα αντικρούσει, στην έννοια δε των αντιδίκων δεν υπάγεται το Διαιτητικό Δικαστήριο.

Ούτε το τελευταίο έχει την υποχρέωση, όπως το ενάγον υπονοεί με τον προκείμενο λόγο ακύρωσης, πριν την έκδοση της οριστικής του απόφασης, να ανακοινώσει στους διαδίκους τις σκέψεις του και τις ερμηνείες του επί των συμβατικών όρων της Εκτελεστικής Συμφωνίας και των επιπτώσεων νομοθετημένων διατάξεων επ' αυτής προκειμένου να τοποθετηθούν οι διάδικοι και να τις αντικρούσουν.

Σημειώνεται δε, ότι η τυχόν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου και συμβατικών όρων στο πλαίσιο της διαιτητικής διαδικασίας δεν συνιστά παραβίαση του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης των διαδίκων. Σε κάθε δε περίπτωση... οι διαιτητές δεν παραβιάζουν την αρχή της ακρόασης και των δύο πλευρών στην περίπτωση που έλαβαν υπόψη τους πράγματα που δεν προτάθηκαν, πλην όμως προκύπτουν από τις αποδείξεις και δεν γεννάται εντεύθεν λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης.

Συνεπώς, πρέπει, ο σχετικός λόγος ακύρωσης περί παράβασης της του δικαιώματος ακρόασης, να απορριφθεί ως αβάσιμος?. Με τις παραδοχές του αυτές και απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, το Εφετείο ορθά έκρινε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρης και επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τη μη παράβαση του δικαιώματος ακρόασης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος, καθόσον μάλιστα, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, δεν παραβιάζεται η καθιερούμενη από το άρθρο 18 Ν. 2735/1999 αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης των διαδίκων στην περίπτωση κατά την οποία ο διαιτητής, προκειμένου να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, αντλεί από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και από το αποδεικτικό υλικό που αυτοί προσκόμισαν πραγματικά περιστατικά, τα οποία οι διάδικοι δεν επικαλέστηκαν ρητά.

Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Ως απαράδεκτος δε πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε το λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, σύμφωνα με τον οποίο, το Διαιτητικό Δικαστήριο με την παντελώς αυθαίρετη τοποθέτησή του επί του νομικού χαρακτήρα και των συνεπειών της "Συμφωνίας Ολοκλήρωσης" αντιστρατεύεται τους κανόνες δημόσιας τάξης κατά την έννοια του άρθρου 33 του ΑΚ, που θεμελιώνει το λόγο ακύρωσης του άρθρου 34 παρ. 2 εδ.

β' περ. ββ' Ν. 2735/1999. Και τούτο διότι, ο λόγος αυτός ακύρωσης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής ακύρωσης του αναιρεσείοντος, δεν προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου και συνεπώς, είναι απαράδεκτος κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προτεινόμενος το πρώτον με λόγο αναίρεσης, χωρίς μάλιστα να συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση κάποια από τις προβλεπόμενες στην ίδια διάταξη εξαιρέσεις για το παραδεκτό της πρότασής του το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον διατείνεται ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε καθ' υπέρβαση της εξουσίας που είχε το Διαιτητικό Δικαστήριο από τη διαιτητική συμφωνία και από τους κανόνες του ελληνικού δικαίου, το οποίο συμφώνησαν τα μέρη ως εφαρμοστέο. Ότι ειδικότερα, με το δεύτερο λόγο ακύρωσης της αγωγής του, ισχυρίστηκε ότι είναι εσφαλμένη η κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου περί απόσβεσης με τη "Συμφωνία Ολοκλήρωσης" μόνο της υποχρέωσης των ... (...) να ολοκληρώσουν και να παραδώσουν τα υποβρύχια και υποκατάστασης αυτής από μία νέα υποχρέωση και συγκεκριμένα εκείνη της άμεσης παράδοσης των υποβρυχίων σε κατάσταση "ως είχαν" και της υποστήριξης του Πολεμικού Ναυτικού στην ολοκλήρωση της κατασκευής αυτών, ενώ παρέμεινε αναλλοιώτη η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου για την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος του προγράμματος "..." ποσού 75.500.000 ευρώ.

Ότι, επίσης, ισχυρίστηκε ότι οι συμβατικές υποχρεώσεις του αναδόχου, σύμφωνα με το άρθρο 35 αρ. 5 και 6 της Εκτελεστικής Συμφωνίας, δύνανται να τροποποιηθούν μόνο με γραπτά κείμενα, που θα ονομάζονται "ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ" και ότι με την αντίθετη κρίση του το Διαιτητικό Δικαστήριο εφάρμοσε ανύπαρκτο συμβατικό δίκαιο, καταστρατηγώντας το κατά τη συμφωνία της διαιτησίας εφαρμοστέο ελληνικό δίκαιο και διέσπασε οριστικά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής, που διέπει τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, όπως η επίδικη.

Ότι ακόμα, με τον τρίτο λόγο ακύρωσης σχετικά με την Αξίωση 1, προέβαλε συμπληρωματικά ότι η "Συμφωνία Ολοκλήρωσης" προβλέπει πράγματι ότι τα ... απαλλάσσονται της υποχρέωσής τους να ολοκληρώσουν την κατασκευή των υποβρυχίων και επιτρέπει σ' αυτά να παραδώσουν τα υποβρύχια στην ανολοκλήρωτη κατάστασή τους, δηλαδή "ως έχουν", ότι τα μέρη σαφώς συμφώνησαν στη βασική οικονομική συνέπεια της "Συμφωνίας Ολοκλήρωσης", ότι δηλαδή τα ποσά που είχαν προϋπολογιστεί προκειμένου να εξοφληθεί το υπολειπόμενο τίμημα του προγράμματος "..." για το εναπομείναν ναυπηγικό έργο, θα διατίθεντο στο Πολεμικό Ναυτικό, γεγονός που αντικατοπτρίζεται και στο άρθρο 26 του Ν. 4258/2014 και ότι δεν ήταν απαραίτητη η ρητή αναφορά στις ανταλλαγείσες επιστολές στα πλαίσια της "Συμφωνίας Ολοκλήρωσης" της απαλλαγής του Ελληνικού Δημοσίου από την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος, το οποίο ήταν δυνατόν να διευκρινιστεί στα πλαίσια των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους ελλείπει οποιαδήποτε αναφορά των διαιτητών.

Ότι η μονομερής απαλλαγή της εταιρείας ... οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό αυτής, γεγονός που είχε επικαλεστεί στη διαιτητική διαδικασία και ότι το επί πλέον επιχείρημα που χρησιμοποιείται από το Διαιτητικό Δικαστήριο για την υποστήριξη της άποψής του ότι σύμφωνα με το Άρθρο Β.35.5 της Σύμβασης, η Εκτελεστική Συμφωνία δεν μπορεί να ανανεωθεί σιωπηρά, αλλά απαιτείται η έγγραφη συναίνεση και των δύο μερών, είναι ατελέσφορο και ότι, τέλος, το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν έπρεπε να ερμηνεύσει την ανωτέρω διάταξη κατά τρόπου που συνιστά διακριτική μεταχείριση υπέρ της εταιρείας ....

Με αυτά τα δεδομένα και με επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τους δεύτερο και τρίτο λόγους ακύρωσης της αγωγής του σχετικά με την Αξίωση 1, προβαίνοντας σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 34 παρ. 2 εδ.

α' περ. γγ'του Ν. 2735/1999, καθώς το Διαιτητικό Δικαστήριο με την έκδοση της απόφασής του υπερέβη την εξουσία που είχε από τη διαιτητική συμφωνία. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού παρέθεσε τις παραδοχές του Διαιτητικού Δικαστηρίου για το συγκεκριμένο ζήτημα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: ?...Το Διαιτητικό Δικαστήριο με τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές του, αφενός μεν έκρινε εντός του πλαισίου της διαιτητικής συμφωνίας, που αναφέρθηκε παραπάνω (άρθρο 12 Ενότητα ΣΤ της Εκτελεστικής Συμφωνίας), αφετέρου δε, αφού πρώτα προχώρησε σε ερμηνεία συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου και των συμβατικών όρων και στη στάθμιση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που προσκομίστηκε ενώπιόν του από τα διάδικα μέρη, κατέληξε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα.

Με τους δύο παραπάνω αναφερόμενους δύο λόγους ακύρωσης, το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο προσπαθεί κατ' ουσίαν να πλήξει αυτήν την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων και των συμβατικών όρων, στην οποία προχώρησε το Διαιτητικό Δικαστήριο, καθώς και την εκτίμησή του περί των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που δεν υπάγεται, όμως...

στην έννοια περί υπέρβασης εξουσίας. Μάλιστα, το ενάγον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επικαλείται καν ότι τα παραπάνω ζητήματα, επί των οποίων έκριναν οι διαιτητές, δεν είχαν υποβληθεί σ' αυτούς με τη ρήτρα διαιτησίας ή υπερβαίνουν τα όρια που θέτει η αίτηση διαιτησίας.

Συνεπώς, πρέπει οι λόγοι αυτοί ακύρωσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι?. Με τις παραδοχές του αυτές και απορρίπτοντας τους ενιαία κριθέντες ως συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, το Εφετείο ορθά έκρινε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ανωτέρω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 εδ.

α', περ. γγ' Ν. 2735/1999, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρης και επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τη μη υπέρβαση της εξουσίας εκ μέρους του Διαιτητικού Δικαστηρίου και την εντός των πλαισίων της διαιτητικής ρήτρας κρίση του, παρά τα όσα αντίθετα και γι' αυτό αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι με την επίφαση των εσφαλμένων αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττεται ουσιαστικά η ανεξέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον, με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 34 παρ. 2 εδ.

β' περ. ββ' Ν. 2735/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, καθώς και με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον τέταρτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης σχετικά με την Αξίωση 1, με τον οποίο ζήτησε την ακύρωση της εν λόγω απόφασης, λόγω της αντίθεσής της στη διεθνή δημόσια τάξη, διότι οι παραδοχές και κρίσεις του Διαιτητικού Δικαστηρίου επί της Αξίωσης 1 παραβιάζουν την αρχή της αμοιβαιότητας και της φυσικής δικαιοσύνης, καθώς και τη γενική αρχή της καλής πίστης σύμφωνα με το άρθρο 288 ΑΚ.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης με τις ακόλουθες παραδοχές: ?Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, που ορίζει ότι "Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" και εμπεδώνει μαζί με τη διάταξη του άρθρου 388 του ΑΚ στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου την αρχή της καλής πίστης, περιέχει μεν σαφώς κανόνα αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης..., δεν είναι, όμως, δημόσιας τάξης κατά την προεκτεθείσα στη μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής έννοια, αφού δεν μπορεί να ενταχθεί στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και ιδίως οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξης, ενόψει μάλιστα και του ότι έχει θεσπιστεί για να υπηρετήσει όχι το δημόσιο, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον των συναλλασσομένων...

Για τους παραπάνω λόγους και επειδή από το όλο ως άνω περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης δεν προκύπτει ευθέως παραβίαση κάποιου κανόνα δημόσιας τάξης, πρέπει ο λόγος αυτός ακύρωσης να απορριφθεί ως αβάσιμος?. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο τον περιεχόμενο στην αγωγή του αναιρεσείοντος τέταρτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 εδ.

β' περ. ββ' Ν. 2734/1995, 33 και 288 του ΑΚ, αφού σύμφωνα και με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ δεν περιέχει θεμελιακό κανόνα της πολιτειακής, πολιτιστικής, δικαιϊκής, ηθικής, κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της Χώρας, δεν είναι δηλαδή δημοσίας τάξης, κατά την έννοια των άρθρων 34 παρ. 2 εδ.

β' περ. ββ' Ν. 2735/1999 και 33 ΑΚ και πάντως δεν έχει τεθεί για να υπηρετήσει το δημόσιο, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον (εμπίπτουσα στην έννοια των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 3 ΑΚ), με συνέπεια η εσφαλμένη εφαρμογή της να μην βρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την εκτεθείσα έννοια, δημόσια τάξη και να μη δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης εκ του λόγου αυτού κατά την προαναφερθείσα διάταξη του Ν. 2735/1999.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμα. Γ. Λόγοι αναίρεσης, σχετικά με την Αξίωση 2 της προσφυγής των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητήθηκε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ... τις εναπομείνασες πληρωμές της σύμβασης "..." ύψους 882.750.000 ευρώ, που κατά ένα μέρος (867.750.000 ευρώ) αντιστοιχεί στο ανεξόφλητο τίμημα για την κατασκευή τριών υποβρυχίων της ανωτέρω σύμβασης, ενώ το υπόλοιπο ποσό (15.000.000 ευρώ) αφορά το ανεξόφλητο τίμημα των Επιπλέον Υλικών και η οποία Αξίωση 2 έγινε εν μέρει δεκτή από το Διαιτητικό Δικαστήριο για το ποσό των 64.500.000 ευρώ, πλέον του ποσού των 15.000.000 ευρώ.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον, με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 2 εδ. α' περ. γγ' Ν. 2735/1999, καθώς και με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον πρώτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης σχετικά με την Αξίωση 2, με τον οποίο ζήτησε την ακύρωση της εν λόγω απόφασης, επειδή το Διαιτητικό Δικαστήριο καθ' υπέρβαση της εξουσίας που είχε από τη διαιτητική συμφωνία και από τους κανόνες του ελληνικού δικαίου, το οποίο συμφώνησαν τα μέρη ως εφαρμοστέο, προέβη σε μη ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 374 ΑΚ.

Ότι ειδικότερα, σύμφωνα με το σχετικό λόγο της αγωγής της, ισχυρίστηκε ότι οι διαιτητές έκριναν κατά πλειοψηφία ότι, μολονότι η σύμβαση του προγράμματος "..." είναι σύμβαση ταυτόχρονης εκπλήρωσης παροχής, όπου τα μέρη δικαιούνται βάσει του άρθρου 374 ΑΚ να αρνηθούν την εκπλήρωση της παροχής στο βαθμό που τους αναλογεί βάσει της ένστασης του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, η μεν εταιρεία ..., παρά την απαλλαγή της από την υποχρέωση παραγωγής ναυπηγικού έργου, διατηρούσε την αξίωσή της στην καταβολή από πλευράς του Ελληνικού Δημοσίου των δόσεων του Μαΐου και του Αυγούστου του 2011, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο έπρεπε πρώτα να καταβάλει το συνολικό ποσό των 64,5 εκατ.

Ευρώ, που αντιστοιχεί στις παραπάνω δύο δόσεις και μετά η ... με την κύρια υποκατασκευάστρια ..., να προσκομίσουν πλήρως ενεργοποιημένη υποσύμβαση, μετά την κατάρτιση της οποίας η ... θα αποκαθιστούσε την αδυναμία παροχής στην οποία με δική της υπαιτιότητα είχε περιέλθει, προκειμένου να επανακινήσει τη ναυπήγηση των δύο νέων υποβρυχίων.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης με τις ακόλουθες παραδοχές: ?Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το κείμενο της διαιτητικής απόφασης (παρ. 1100 έως 1158 της διαιτητικής απόφασης), το Διαιτητικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το κυρίως αμυντικό επιχείρημα του Ελληνικού Δημοσίου ότι εάν επιδικαστεί στον αιτούντα το ποσό που αξιώνει δυνάμει της Αξίωσης 2, τα ...

θα αποκομίσουν τεράστια απροσδόκητα κέρδη. Επί πλέον, έλαβε υπόψη του και τους επιπρόσθετους αμυντικούς ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι: α) συμφωνία των μερών ότι οι οφειλόμενες πληρωμές στο πλαίσιο της σύμβασης "..." θα αναστέλλονταν έως ότου επιλυθεί η διαφορά μεταξύ των ... και ..., η οποία στην πραγματικότητα δεν επήλθε ποτέ, β) πλήρη αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής εκ μέρους της ...

διότι τα δύο νέα Υ/Β τύπου 214 του "..." δεν ήταν δυνατόν να κατασκευαστούν χωρίς την ..., καθώς αυτή κατείχε τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και ότι την 16 Μαΐου 2011, η ... κατήγγειλε τη σύμβαση υποκατασκευής με την ..., γ) ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, βάσει του άρθρου Γ.27.1.2.2 και Γ.27.4 της Εκτελεστικής Συμφωνίας [(άρθρο 27: 1.2 Καταγγελία από τον Αγοραστή:

Ο Αγοραστής δικαιούται να καταγγείλει αυτήν τη Σύμβαση στο σύνολό της με έγγραφη καταγγελία προς τον Ανάδοχο σε περίπτωση που συντρέξει οποιοδήποτε από τα κάτωθι γεγονότα ή περιστάσεις:... 1.2.2 αν ο ανάδοχος δεν επιτυγχάνει δύο (2) διαδοχικά συμβατικά γεγονότα κατά την κατασκευή των Υποβρυχίων, όπως αυτά τα συμβατικά γεγονότα περιγράφονται στο Παράρτημα Δ της παρούσας Σύμβασης... 4.

Δικαίωμα επισχέσεως. Στην περίπτωση της παραγράφου 1.2.2 του παρόντος Άρθρου, ο Αγοραστής θα δικαιούται εναλλακτικά, αντί της καταγγελίας, να μην καταβάλει άλλες πληρωμές της παρούσας Σύμβασης μέχρι να αποκατασταθούν από τον Ανάδοχο οι λόγοι που παρέχουν δικαίωμα καταγγελίας στον Αγοραστή), όπως την ερμήνευσε το Ελληνικό Δημόσιο, ούτως ώστε, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συνήθη συναλλακτικά ήθη, η ερμηνεία του άρθρου Γ.27.1.2.2 της Εκτελεστικής Συμφωνίας να έχει ως εξής: "Αν ο Ανάδοχος δεν επιτύχει δύο (2) διαδοχικά συμβατικά γεγονότα ή εάν βρεθεί σε τέτοια θέση που να μην μπορεί να επιτύχει δύο (2) διαδοχικά συμβατικά γεγονότα..."], δ) ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος βάσει του άρθρου 374 ΑΚ ή του άρθρου 325 ΑΚ, ε) η μη προσκόμιση από πλευράς της ...

των εγγράφων που απαιτούνται βάσει του άρθρου Γ.6.3 της Εκτελεστικής Συμφωνίας για την πραγματοποίηση των πληρωμών και των δύο προγραμμάτων και στ) συμψηφισμός του ποσού των 132,25 εκατ. ευρώ, που έχει καταβληθεί για το πρόγραμμα "..." και πρέπει να συμψηφισθεί έναντι κάθε άλλης υποχρέωσης του Ελληνικού Δημοσίου προς την ..., σύμφωνα με το άρθρο 83 ΚΕΔΕ και το άρθρο 440 ΑΚ.

Επίσης, το Διαιτητικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα αντεπιχειρήματα των αιτούντων (παρ. 1100 έως 1162 της διαιτητικής απόφασης). Κατόπιν, το Διαιτητικό Δικαστήριο, αφού προέβη στην ερμηνεία των διατάξεων που περιέχονται στην Εκτελεστική Συμφωνία, των διατάξεων του ΑΚ (341, 325) και στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που κατά την κρίση του αποδείχθηκαν, αποδέχθηκε, κατά πλειοψηφία, εν μέρει τα επιχειρήματα των προσφευγουσών και αποφάσισε πως η ...

νομιμοποιείτο στην πληρωμή από το Ελληνικό Δημόσιο μόνο του ποσού των 64,5 εκατ. ευρώ και όχι του συνολικού ποσού των 882,75 εκατ. που ζητούσαν οι προσφεύγουσες?. Στη συνέχεια, αφού παρέθεσε τις παραδοχές του Διαιτητικού Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος, δέχθηκε τα ακόλουθα: Από τις παραπάνω παραδοχές της διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο προχώρησε σε εξέταση και αξιολόγηση όλων των αμυντικών ισχυρισμών του Ελληνικού Δημοσίου και στο πλαίσιο αυτό ερμήνευσε τους συμβατικούς όρους του προγράμματος "..." και τις εφαρμοστέες νομοθετικές διατάξεις, δεχόμενο μάλιστα εν μέρει την προβαλλόμενη από το Ελληνικό Δημόσιο ένσταση του άρθρου 374 ΑΚ, πλην, όμως, τοποθέτησε γα αποτελέσματα αυτής σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από εκείνο που ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο.

Ο λόγος ακύρωσης του ενάγοντος περί υπέρβασης εξουσίας κρίνεται απορριπτέος, διότι το Διαιτητικό Δικαστήριο αφενός μεν έκρινε εντός του πλαισίου της διαιτητικής ρήτρας, όπως το περιεχόμενό της αναφέρθηκε ήδη παραπάνω, η δε ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων δικαίου και συγκεκριμένα του άρθρου 374 ΑΚ δεν εμπίπτει στο πλαίσιο του ακυρωτικού ελέγχου, που καθορίζει η διάταξη του άρθρου 34 Ν. 2735/1999, αφού δεν αποτελεί υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ή η κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Διαιτητικό Δικαστήριο κατά την, μετά από εξέταση της ενώπιόν του διαφοράς, παραδοχή ή απόρριψη των σχετικών αξιώσεων των προσώπων, που συνομολόγησαν τη συμφωνία περί διαιτησίας...

Περαιτέρω, η ειδικότερη αιτίαση στα πλαίσια του λόγου αυτού ακυρώσεως ότι η στάση της πλειοψηφίας των διαιτητών υποδηλώνει ότι αποφάσισαν να λύσουν τη διαφορά κατά τις δικές τους ιδιωτικές παραστάσεις περί δικαίου, αποστασιοποιούμενοι από τους κανόνες του εφαρμοστέου ελληνικού δικαίου των συμβάσεων, κρίνεται απορριπτέος, αφού βάλλει κατά της ανέλεγκτης από το Δικαστήριο αυτό κρίσης των διαιτητών, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση στήριξαν τη δικανική τους πεποίθηση στο σύνολο των κανόνων του εφαρμοστέου ελληνικού δικαίου, στους οποίους υπήγαγαν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκαν από τα προσκομισθέντα από τα μέρη αποδεικτικά μέσα.

Συνακόλουθα, πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος?. Με τις παραδοχές του αυτές και απορρίπτοντας τον ανωτέρω πρώτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης σχετικά με την Αξίωση 2, το Εφετείο ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 εδ.

α' περ. γγ' Ν. 2735/1999, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρης και επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τη μη υπέρβαση της εξουσίας εκ μέρους του Διαιτητικού Δικαστηρίου, καθόσον μάλιστα, σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες νομικές σκέψεις και όπως ορθά δέχθηκε και το Εφετείο, δεν αποτελεί υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εν προκειμένω της διάταξης του άρθρου 374 ΑΚ.

Οι δε επί πλέον αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον ανωτέρω λόγο αναίρεσης περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι με το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται ουσιαστικά η ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης σχετικά με την Αξίωση 2, το αναιρεσείον, με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 2 εδ. β' περ.

ββ' και του άρθρου 18 Ν. 2735/1999, καθώς και με ελλειπή ή ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τους δεύτερο και τρίτο λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης σχετικά με την Αξίωση 2, με τον οποίο ζήτησε την ακύρωση της εν λόγω απόφασης λόγω παραβίασης της διεθνούς δημόσιας τάξης. Ότι ειδικότερα, με το δεύτερο λόγο ακύρωσης ισχυρίστηκε ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο προέβη σε ανεπίτρεπτη ερμηνεία και εφαρμογή της ένστασης του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, αφού, παρόλο που το άρθρο 374 ΑΚ προβλέπει την ταυτόχρονη εκπλήρωση από τα μέρη των αντίστοιχων παροχών τους, η πλειοψηφία των διαιτητών αυθαίρετα και εσφαλμένα τροποποίησε τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου αυτού και διέταξε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει πρώτο στην ...

το ποσό των 64,5 εκατ. ευρώ και μετά η ..., αφού αποκαταστήσει στα πλαίσια μιας νέας πλήρως ενεργοποιημένης υποσύμβασης με τον Κύριο Υποκατασκευαστή (...) τη δυνατότητά της για υλοποίηση της δικής της παροχής, να ξεκινήσει την κατασκευή των δύο νέων υποβρυχίων. Ότι υποστήριξε με το λόγο ακύρωσης ότι αυτό αποτελεί διαδικαστική πλημμέλεια αντιτιθέμενο στη διεθνή δημόσια τάξη υπό την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ.

Ότι με τον τρίτο λόγο ακύρωσης επικαλέστηκε ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο έπρεπε να εφαρμόσει (και ex officio) το άρθρο 288 ΑΚ και να απορρίψει στο σύνολό της την Αξίωση 2, κάνοντας δεκτό ότι η ομολογημένη και υπαίτια πλήρης αδυναμία της ... για την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων στο πρόγραμμα "..." οδηγεί στην αναστολή των συμβατικών υποχρεώσεων και των δύο μερών για όσο χρόνο η εκπλήρωση αυτή είναι αδύνατη.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους δύο αυτούς λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης με τις ακόλουθες παραδοχές: Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι δεν προσβάλλεται η διεθνής δημόσια τάξη κατά την παραπάνω αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής έννοια και δεν θεμελιώνονται συνεπώς οι αντίστοιχοι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.

Τόσο η ΑΚ 374, όσο και η ΑΚ 288 είναι διατάξεις που έχουν τεθεί για την προστασία ιδιωτικών και όχι δημοσίων συμφερόντων, η δε ΑΚ 374 δεν είναι καν αναγκαστικού δικαίου. Επομένως, η τυχόν παραβίασή τους δεν μπορεί να συγκροτήσει αντίθεση στη δημόσια τάξη κατά την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ, αφού σε κάθε περίπτωση η τυχόν εφαρμογή και εκτέλεση των διατάξεων, όπως έχει εφαρμόσει το Διαιτητικό Δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αντίθεση σε θεμελιώδεις νομικούς, κοινωνικούς ή οικονομικούς κανόνες, που συνιστούν τα θεμέλια και τις βάσεις της δημόσιας τάξης.

Συνεπώς, πρέπει οι λόγοι αυτοί ακύρωσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι?. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμους τους περιεχόμενους στην αγωγή του αναιρεσείοντος δεύτερο και τρίτο λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 εδ. β' περ. ββ' Ν. 2734/1995 και των άρθρων 374 και 288 ΑΚ, αφού σύμφωνα και με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης μείζονα σκέψη, οι διατάξεις αυτές του ΑΚ δεν περιέχουν θεμελιακό κανόνα της πολιτειακής, πολιτιστικής, δικαιικής, ηθικής, κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της Χώρας, δεν είναι δηλαδή δημοσίας τάξης, κατά την έννοια των άρθρων 34 παρ. 2 εδ. β' περ. ββ' Ν. 2735/1999 και 33 ΑΚ και πάντως δεν έχουν τεθεί για να υπηρετήσουν το δημόσιο, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον, με συνέπεια η τυχόν εσφαλμένη εφαρμογή τους να μην βρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την εκτεθείσα έννοια, δημόσια τάξη και να μη δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης εκ του λόγου αυτού κατά την προαναφερθείσα διάταξη του Ν. 2735/1999. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης σχετικά με την Αξίωση 2, είναι αβάσιμα. Δ. Λόγος αναίρεσης, σχετικά με τα "Επιπλέον Υλικά" του προγράμματος "...".

Με το σχετικό λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον, με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 2 εδ. α' περ. γγ' Ν. 2735/1999, καθώς και με ελλειπή ή ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον πρώτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης σχετικά με την Αξίωση για τα Επιπλέον Υλικά, με τον οποίο ζήτησε την ακύρωση της εν λόγω απόφασης λόγω υπέρβασης της εξουσίας που είχε από τη διαιτητική συμφωνία και από τους κανόνες του ελληνικού δικαίου, που συμφωνήθηκε ως εφαρμοστέο.

Ότι ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο ακύρωσης ισχυρίστηκε ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι δέχθηκε την ένσταση του άρθρου 374 ΑΚ που πρότεινε το Ελληνικό Δημόσιο και έκρινε ότι τα μέρη υποχρεούνται σε ταυτόχρονη εκπλήρωση των παροχών τους, έκρινε στη συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο θα επιβαρυνθεί με την καταβολή στα ...

τόκων 7 ετών, δηλαδή τόκων που υπολογίζονται από το 2011. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, αφού παρέθεσε τις παραδοχές του Διαιτητικού Δικαστηρίου στο συγκεκριμένο ζήτημα, απέρριψε το λόγο αυτό ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, με τις ακόλουθες αιτιολογίες: ?Από τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές της διαιτητικής απόφασης όσον αφορά τα "Επιπλέον Υλικά" προκύπτει ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο ερμήνευσε τους συμβατικούς όρους του προγράμματος "..." και τις εφαρμοστέες νομοθετικές διατάξεις και προέβη σε αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, που προσκομίσθηκε ενώπιόν του.

Ο λόγος ακύρωσης του ενάγοντος περί υπέρβασης εξουσίας κρίνεται απορριπτέος, διότι το Διαιτητικό Δικαστήριο αφενός μεν έκρινε εντός του πλαισίου της διαιτητικής ρήτρας, όπως το περιεχόμενό της αναφέρθηκε ήδη παραπάνω, η δε ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων δικαίου δεν εμπίπτει στο πλαίσιο του ακυρωτικού ελέγχου, αφού δεν αποτελεί υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ή η κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το Διαιτητικό Δικαστήριο κατά την, μετά από εξέταση της ενώπιόν του διαφοράς, παραδοχή ή απόρριψη των σχετικών αξιώσεων των προσώπων, που συνομολόγησαν τη συμφωνία της διαιτησίας?.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο το ανωτέρω λόγο ακύρωσης του αναιρεσείοντος, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 εδ. α' περ. γγ' Ν. 2734/1995 και του άρθρου 374 ΑΚ, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες, αφού σύμφωνα και με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης μείζονα σκέψη, δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας και δεν αποτελεί σχετικό λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης η ορθή ή εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνος δικαίου.

Κατά συνέπεια, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος.

Ε. Λόγοι αναίρεσης, σχετικά με την Αξίωση 3, με την οποία ζητήθηκε από τις προσφεύγουσες-αναιρεσίβλητες να αναγνωρισθεί: α) ότι τα ... ανέστειλαν νόμιμα τις συμβατικές υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τη σύμβαση του προγράμματος ... και του προγράμματος ... (Πρώτη Δήλωση) και β) ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να αποζημιώσει σχετικά με οποιαδήποτε αξίωση ως προς την αναστολή των υποχρεώσεων των ... να παρέχουν υπηρεσίες ασφάλισης και συντήρησης για τα υποβρύχια στο πλαίσιο των συμβάσεων των δύο ως άνω προγραμμάτων (Δεύτερη Δήλωση) και η οποία Αξίωση 3 έγινε δεκτή μόνο αναφορικά με την Πρώτη Δήλωση.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης σχετικά με την Αξίωση 3, το αναιρεσείον, με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 2 εδ. β' περ. ββ' Ν. 2735/1999, καθώς και με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον πρώτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης σχετικά με την Αξίωση 3, με τον οποίο επικαλέστηκε ότι η διαιτητική απόφαση επί της Πρώτης Δήλωση της Αξίωσης αυτής είναι ακυρωτέα λόγω αντίθεσής της με τη διεθνή δημόσια τάξη.

Ότι ειδικότερα, ισχυρίστηκε με τον πρώτο λόγο ακύρωσης ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι τα ... είχαν το δικαίωμα αναστολής, ενώ δεν συνέτρεχαν οι απαραίτητες προϋποθέσεις, αφού, σύμφωνα με το εφαρμοστέο ελληνικό δίκαιο, προαπαιτούμενο για την πληρωμή των ... αποτελούσε η προσκόμιση των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 6 (5) Ενότητες Β και Γ της Εκτελεστικής Συμφωνίας και των εγγράφων, που απαιτούνται από το νόμο, ήτοι το πιστοποιητικό φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, η προσκόμιση των οποίων τουλάχιστον 30 ημέρες προ της ημερομηνίας πληρωμής ήταν αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες να διενεργήσουν την πληρωμή και ότι ελλείψει αυτών η προθεσμία αυτή των 30 ημερών, που πρέπει να παρέλθει προκειμένου το Ελληνικό Δημόσιο να καταστεί υπερήμερο, όχι μόνο δεν έχει παρέλθει, αλλά δεν έχει ούτε καν αρχίσει να τρέχει.

Ότι αν είχε γίνει δεκτός ο εν λόγω ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, αυτό θα είχε ως περαιτέρω συνέπεια την ευδοκίμηση της επί τη βάσει του άρθρου 374 ΑΚ άμυνάς του και την απαλλαγή του από την υποχρέωση εκπλήρωσης της δικής του παροχής για όσο χρόνο διαρκούσε η "παράνομη και αντισυμβατική" αναστολή της 22ας Ιουλίου 2011 και η συναφής άρνηση από πλευράς ...

για υλοποίηση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Ότι μολονότι το Διαιτητικό Δικαστήριο κατανόησε την εκ του νόμου υποχρέωση των ... για προσκόμιση όλων των απαραίτητων εγγράφων για την πληρωμή, προβαίνει σε ένα αυθαίρετο συμπέρασμα, ότι τα ... ήταν απολύτως ικανά να υποβάλουν τα έγγραφα αυτά, ότι το ζήτημα των σωστών δικαιολογητικών για την πληρωμή δεν υπήρξε ποτέ σημείο διάστασης μεταξύ των μερών και ότι το επιχείρημα του Ελληνικού Δημοσίου, ότι οι πληρωμές διακρατήθηκαν για το λόγο αυτό, γίνεται κατ' επίφαση και προβλήθηκε για πρώτη φορά στη διαιτησία.

Ότι με τον τρόπο αυτό το Διαιτητικό Δικαστήριο προέβη σε ηθελημένη εσφαλμένη εφαρμογή του ελληνικού δικαίου, παρέβλεψε την πάγια νομολογία των ανώτατων ελληνικών δικαστηρίων επ' αυτού του ζητήματος, παραβίασε τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου ως προς το πότε ένα χρέος καθίσταται ληξιπρόθεσμα και απαιτητό και παραβίασε μεταξύ των άλλων τη γενική αρχή "jura novit curia".

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, αφού παρέθεσε τις παραδοχές του Διαιτητικού Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος, απέρριψε το λόγο αυτό ακύρωσης της αγωγής του αναιρεσείοντος με τις ακόλουθες παραδοχές: ?Όπως προκύπτει από της παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές του Διαιτητικού Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τα υποστηριζόμενα από το ενάγον στον εξεταζόμενο λόγο ακύρωσης, δεν μπορεί να συναχθεί παραβίαση της διεθνούς δημόσιας τάξης, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 ΑΚ, εκ της υποστηριζόμενης εκ μέρους του ενάγοντος παραβίασης από το Διαιτητικό Δικαστήριο των διατάξεων του ελληνικού δικαίου αναφορικά με το πότε ένα χρέος καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και της παραβίασης της αρχής "jura novit curia".

Οι διατάξεις αυτές δεν έχουν θεσπιστεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ούτε συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής δημόσιας τάξης, αλλά υπηρετούν το ιδιωτικό συμφέρον των συναλλασσομένων. Περαιτέρω, το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέτασε όλους τους ισχυρισμούς των διαδίκων και τις ενστάσεις του Ελληνικού Δημοσίου, τις οποίες απέρριψε, αφού προέβη σε ερμηνεία των συμβατικών όρων και των κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε.

Εξ άλλου, δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη και δεν θεμελιώνεται ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, εκτός αν από την υλοποίηση (εκτέλεση) της απόφασης θα δημιουργούσε κατάσταση αντίθετη προς τις ως άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης, γεγονός, όμως, που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί?. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο το ανωτέρω λόγο ακύρωσης του αναιρεσείοντος, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 εδ. β' περ. ββ' Ν. 2734/1995, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες, καθόσον μάλιστα, σύμφωνα και με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης μείζονα σκέψη, δεν προσβάλλεται η διεθνής δημόσια τάξη κατά την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ στην περίπτωση κατά την οποία η διαιτητική απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.

Συνεπώς, ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναίρεσης σχετικά με την Αξίωση 3 είναι αβάσιμος. Με δεύτερο λόγο αναίρεσης σχετικά με την Αξίωση 3, το αναιρεσείον, με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 2 εδ.

α' περ. γγ' Ν. 2735/1999, καθώς και με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε το δεύτερο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης σχετικά με την Αξίωση 3, με τον οποίο επικαλέστηκε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, που το Διαιτητικό Δικαστήριο γνώριζε, άλλως θα έπρεπε να γνωρίζει στα πλαίσια της αρχής "jura novit curia", έπρεπε να δεχθεί ότι προκειμένου να ξεκινήσει η προθεσμία των 30 ημερών για την υλοποίηση μιας συμφωνημένης πληρωμής από το Ελληνικό Δημόσιο, θα έπρεπε υποχρεωτικά εκ του νόμου, σε συνδυασμό με τις σχετικές διατάξεις της Εκτελεστικής Συμφωνίας, να προσκομισθούν όλα τα αναγκαία (εκ του νόμου και της σύμβασης) δικαιολογητικά πληρωμής και ότι, συνεπώς, θα έπρεπε να δεχθεί ότι η μη προσκόμισή τους καθιστά μη νόμιμη την αναστολή της 22ας Ιουλίου 2011 από πλευράς των ΕΝΕΑ.

Ότι, επίσης, επικαλέστηκε ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο, καθ' υπέρβαση της εξουσίας που είχε από τη διαιτητική συμφωνία και από τους κανόνες του ελληνικού δικαίου, το οποίο συμφώνησαν τα μέρη ως εφαρμοστέο, έκρινε ότι τα εκ του νόμου προβλεπόμενα δικαιολογητικά δεν ήταν απαραίτητα για την έναρξη της προθεσμίας των 30 ημερών για την πληρωμή και ότι με αυτά τα δεδομένα η αναστολή της 22ας Ιουλίου 2011 από πλευράς των ...

ήταν νόμιμη. Ότι, τέλος, επικαλέστηκε με τον ανωτέρω δεύτερο λόγο ακύρωσης ότι η άποψη των πλειοψηφισάντων διαιτητών χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στους προαναφερθέντες κανόνες του ελληνικού δικαίου υποδηλώνει ότι αποφάσισαν να λύσουν την επίδικη διαφορά κατά τις δικές τους ιδιωτικές παραστάσεις περί δικαίου και αποστασιοποιούμενοι από τους κρίσιμους κανόνες του εφαρμοστέου εδώ ελληνικού δικαίου.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, απέρριψε το δεύτερο λόγο ακύρωσης της αγωγής του αναιρεσείοντος σχετικά με την Αξίωση 3, με τις ακόλουθες παραδοχές: ?Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, διότι δεν αποτελεί υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ή η κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε εντός του πλαισίου της διαιτητικής ρήτρας, αφού έκρινε επί διαφοράς, που ανέκυψε από τη συμβατική σχέση των συμβληθέντων στη Σύμβαση Πλαισίου και την Εκτελεστική Συμφωνία. Η ειδικότερη αιτίαση στα πλαίσια του λόγου αυτού ακύρωσης ότι η στάση της πλειοψηφίας των διαιτητών υποδηλώνει ότι αποφάσισαν να λύσουν τη διαφορά κατά τις δικές τους ιδιωτικές παραστάσεις περί δικαίου, αποστασιοποιούμενοι από τους κανόνες του εφαρμοστέου ελληνικού δικαίου των συμβάσεων, κρίνεται απορριπτέος, αφού βάλει κατά της ανέλεγκτης από το Δικαστήριο αυτό κρίση των διαιτητών, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση στήριξαν τη δικανική τους πεποίθηση στο σύνολο των κανόνων του εφαρμοστέου ελληνικού δικαίου, στους οποίους υπήγαγαν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκαν από τα προσκομισθέντα από τα μέρη αποδεικτικά μέσα.

Συνακόλουθα, πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος?. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο το ανωτέρω λόγο ακύρωσης του αναιρεσείοντος, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 εδ. α' περ. γγ' Ν. 2734/1995, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες, καθόσον μάλιστα, σύμφωνα και με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης μείζονα σκέψη, δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ή η κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό δικαστήριο.

Συνεπώς, ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος αναίρεσης σχετικά με την Αξίωση 3 είναι αβάσιμος. ΣΤ. Λόγοι αναίρεσης, σχετικά με την Αξίωση 4, με την οποία ζητήθηκε από τις προσφεύγουσες-αναιρεσίβλητες να καταβληθεί στην ... το ποσό των 2.107.000 ευρώ, ως διαφυγόν κέρδος, για τη μη ανάθεση σ' αυτήν ενός προγράμματος επισκευής πλωτών δεξαμενών, και η οποία Αξίωση 4 απορρίφθηκε λόγω έλλειψης αιτιώδους συναφείας μεταξύ της επικαλούμενης αντισυμβατικής συμπεριφοράς του Ελληνικού Δημοσίου και της επικαλούμενης ζημίας των προσφευγουσών.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης σχετικά με την Αξίωση 4, το αναιρεσείον, με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 2 εδ. α' περ. γγ' Ν. 2735/1999, καθώς και με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τους δύο πρώτους λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, με τους οποίους επικαλέστηκε ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο της Αξίωσης 4, προέβη σε βλαπτικές για το ίδιο παραδοχές και κατέληξε σε συμπεράσματα, τα οποία παράγουν δεδικασμένο σε βάρος του, αφορούν δε άμεσα στο ζήτημα των κρατικών ενισχύσεων, τα οποία εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων και ότι για το λόγο αυτό το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε καθ' υπέρβαση της εξουσίας που του είχε δοθεί με βάση τη διαιτητική ρήτρα και τους κανόνες του ελληνικού δικαίου, που συμφώνησαν τα μέρη ως εφαρμοστέο.

Ότι επιπλέον επικαλέστηκε με τους ανωτέρω δύο λόγους ότι η κρίση της πλειοψηφίας των διαιτητών είναι εσφαλμένη και αντιφατική και ότι προέβη σε αυτήν την κρίση ακολουθώντας μία αυθαίρετη ή και καταχρηστική συμπεριφορά ως προς τη διαλεύκανση της ουσίας της υπόθεσης, μεταλλάσσοντας την έννοια πλήθους όρων της Εκτελεστικής Συμφωνίας, αλλά και της Συμφωνίας-Πλαίσιο και καταλογίζοντας στο Ελληνικό Δημόσιο τα εσωτερικά προβλήματα λειτουργίας ή επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών της ΕΕ.

Σχετικά με το λόγο αυτό αναίρεσης πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της διαιτητικής απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν απορρίφθηκε η Αξίωση 4 των προσφευγουσών για αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο ποσού 2.107.000 ευρώ ως διαφυγόν κέρδος, εξ αιτίας του γεγονότος ότι αποκλείστηκε από αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) η ...

από ένα διαγωνισμό για την ανακαίνιση δύο πλωτών δεξαμενών για το Πολεμικό Ναυτικό, με την επίκληση για τον αποκλεισμό αυτό τη Στρατιωτική Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Στρατιωτική αυτή Απόφασης εκδόθηκε σε συνέχεια της έκδοσης από την ίδια Επιτροπή το 2008 της Απόφασης Ανάκτησης, η οποία προέβλεπε την ανάκτηση εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου από την ...

ποσού 540.000.000 ευρώ ως παράνομη κρατική ενίσχυση (που είχε χορηγηθεί σταδιακά από το Ελληνικό Δημόσιο στα Ναυπηγεία από το 1977 έως το 2002). Με την Στρατιωτική δε αυτή Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπονταν οι διαδικασίες και οι τρόποι ανάκτησης του ανωτέρω ποσού από το Ελληνικό Δημόσιο. Δέχθηκε δε περαιτέρω το Διαιτητικό Δικαστήριο ότι, στα πλαίσια εξέτασης της Αξίωσης 4 των προσφευγουσών, δεν έχει αρμοδιότητα να ερμηνεύσει τη Στρατιωτική Απόφαση, καθώς τα μόνα όργανα που έχουν εξουσιοδότηση να εγκαθιδρύσουν την έννοια και το πεδίο εφαρμογής της ως άνω Απόφασης είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως εκδούσα αρχή και το Ελληνικό Δημόσιο, ως η αρχή που είναι επιφορτισμένη με την εφαρμογή της.

Δέχθηκε, επίσης, περαιτέρω το Διαιτητικό Δικαστήριο ότι το Ελληνικό Δημόσιο αθέτησε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, όπως αυτές προέκυπταν από το Άρθρο 11 της Συμφωνίας Πλαίσιο και το Άρθρο Δ. 5 της Εκτελεστικής Συμφωνίας, εκθέτοντας αναλυτικά τις ενέργειες και παραλείψεις του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς δεν εξασφάλισε κατά τις διαπραγματεύσεις του με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μία Στρατιωτική Απόφαση που θα επέτρεπε στην ...

να εξάγει πολεμικά πλοία σε ναυτικά ξένων χωρών. Ότι, όμως, ο διαγωνισμός για την ανακαίνιση των δύο ως άνω πλωτών δεξαμενών ήταν άσχετος με την εξαγωγή πολεμικών πλοίων σε τρίτες χώρες, καθώς επρόκειτο για μία εγχώρια σύμβαση, η οποία τέθηκε σε διαγωνισμό από το Πολεμικό Ναυτικό και η ... αποκλείστηκε λόγω του ότι οι προσφερόμενες εργασίες αποτελούσαν εμπορική και μη στρατιωτική δραστηριότητα και ως εκ τούτου η απονομή τους στην ...

οδηγούσε σε παραβίαση της Στρατιωτικής Απόφασης, η οποία απαγόρευε την εκτέλεση από τα Ναυπηγεία "Μη Στρατιωτικών-Αστικών Δραστηριοτήτων". Ότι είναι πρόδηλο ότι δεν υφίσταται σχέση αιτίου-αποτελέσματος μεταξύ της αδυναμίας εξασφάλισης μίας Στρατιωτικής Απόφασης που θα επέτρεπε τις εξαγωγές πολεμικών πλοίων και του αποκλεισμού από έναν εγχώριο διαγωνισμό, διότι οι εργασίες αποτελούν μία απαγορευμένη "Μη Στρατιωτική Δραστηριότητα".

Με βάση τις σκέψεις αυτές, απορρίφθηκε με τη διαιτητική απόφαση η Αξίωση 4 των προσφευγουσών έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για αποζημίωση διαφυγόντων κερδών ποσού 2.107.000 ευρώ, λόγω έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του Ελληνικού Δημοσίου και της επικαλούμενης ζημίας. Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού παρέθεσε αναλυτικά τις παραδοχές του Διαιτητικού Δικαστηρίου για το ανωτέρω ζήτημα, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τους δύο πρώτους λόγους της αγωγής ακύρωσης του Ελληνικού Δημοσίου με τις ακόλουθες παραδοχές: ?Από τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές της διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι η πλειοψηφία των διαιτητών δεν προέβη σε ερμηνεία της Στρατιωτικής Συμφωνίας, αρμοδιότητα που ανήκει αποκλειστικά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Αντίθετα, εκθέτει τη δική του εκτίμηση επί των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και προβαίνει, στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του επί της συγκεκριμένης διαφοράς, που απορρέει από ή που βρίσκεται σε συνάρτηση με τη Συμφωνία - Πλαίσιο και την Εκτελεστική Συμφωνία, στην ερμηνεία των όρων αυτών των συμφωνιών, στην ερμηνεία των προθέσεων και της συμπεριφοράς των συμβαλλόμενων μερών, τόσο κατά τη σύναψη της Συμφωνίας - Πλαίσιο και της Εκτελεστικής Συμφωνίας, όσο και κατά το μεταγενέστερο της σύναψης αυτών χρονικό διάστημα και κρίνει επί της ύπαρξης ή μη συμβατικής αθέτησης των ανωτέρω συμφωνιών από το Ελληνικό Δημόσιο.

Το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν προβαίνει το ίδιο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το ενάγον, σε ερμηνεία της Στρατιωτικής Συμφωνίας, αλλά αναφέρεται στην ερμηνεία της συμφωνίας αυτής από τα διάδικα μέρη και στην, κατά την κρίση του, μεταστροφή του Ελληνικού Δημοσίου ως προς την ερμηνεία που το ίδιο αρχικά προσέδιδε στη συμφωνία, υιοθετώντας στη συνέχεια μία νέα ερμηνεία αυτής.

Η κρίση της πλειοψηφίας των διαιτητών, που μνημονεύει συγκεκριμένους όρους των συμφωνιών και αναφέρεται σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα, είναι ανέλεγκτη και η εσφαλμένη ερμηνεία των όρων των συμφωνιών, καθώς και η κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν εμπίπτουν στους προβαλλόμενους από το ενάγον λόγους περί υπέρβασης εξουσίας.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί ακύρωσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι?. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου της διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 περ. α' γγ' Ν. 2735/1999, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρης και σαφής αιτιολογίες για την απόρριψη των δύο λόγων ακύρωσης, που προέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο με την αγωγή του.

Άλλωστε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας και δέχθηκε ορθά και το Εφετείο, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του Διαιτητικού Δικαστηρίου δεν συνιστά λόγο ακύρωσης λόγω υπέρβασης της εξουσίας του. Θα πρέπει δε, τέλος, να σημειωθεί ότι οι αιτιολογίες της απόφασης αποτελούν δεδικασμένο όταν έχουν τα προσόντα διατακτικού, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία δεν στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, αλλά αναφέρονται ως εκ περισσού (ΑΠ 57/2020).

Στην προκειμένη δε περίπτωση, οι αιτιολογίες της διαιτητικής απόφασης σχετικά με τις ενέργειες και παραλείψεις του Ελληνικού Δημοσίου δεν δημιουργούν δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος του αναιρεσείοντος, όπως αυτό αβάσιμα διατείνεται με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, καθώς οι αιτιολογίες αυτές είναι πλεοναστικές και δεν στηρίζουν το διατακτικό της διαιτητικής απόφασης.

Και τούτο διότι θα αρκούσε για το Διαιτητικό Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην ανωτέρω απορριπτική, λόγω έλλειψης αιτιώδους συνάφειας, απόφαση, χωρίς μάλιστα επί πλέον αιτιολογίες για τη θέση του αυτή, η παραδοχή ότι, οι όποιες επικαλούμενες από τις προσφεύγουσες παραλείψεις και ενέργειες του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες κατ' αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την αδυναμία εξασφάλισης μίας Στρατιωτικής Απόφασης που θα επέτρεπε στην ...

τις εξαγωγές πολεμικών πλοίων σε τρίτες χώρες, δεν συνδέονται αιτιωδώς με τον αποκλεισμό της ... από τον ανωτέρω διαγωνισμό του Πολεμικού Ναυτικού και επομένως δεν θεμελιώνουν την Αξίωση 4 για αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών. Και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με βάση τη Στρατιωτική Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν ήταν επιτρεπτή η συμμετοχή της ...

στο διαγωνισμό του Πολεμικού Ναυτικού για την ανακαίνιση των δύο πλωτών δεξαμενών, καθώς οι σχετικές εργασίες αποτελούσαν εμπορική και άρα μη στρατιωτική δραστηριότητα, απαγορευμένη από τη Στρατιωτική Απόφαση. Κατά συνέπεια, ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναίρεσης σχετικά με την Αξίωση 4 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης σχετικά με την Αξίωση 4, το αναιρεσείον, με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 2 εδ. β' περ. ββ' Ν. 2735/1999, καθώς και με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον τρίτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης σχετικά με την Αξίωση 4, με τον οποίο επικαλέστηκε ότι προκειμένου το Διαιτητικό Δικαστήριο να διαπιστώσει πως η ...

είχε δικαίωμα βάσει του όρου 9 (γ) της Στρατιωτικής Συμφωνίας να κατασκευάζει πλοία για το πολεμικό ναυτικό τρίτων χωρών, όφειλε να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το άρθρο 346 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), που αποτελεί τη μοναδική νομική βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η έκδοση της Στρατιωτικής Συμφωνίας.

Ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο στις παραγράφους 1580 επ. της διαιτητικής απόφασης προχωρεί σε μία έμμεση και εσφαλμένη ερμηνεία του όρου "Εμπορικές Δραστηριότητες", όπως αυτός αναγράφεται στο άρθρο 9 (γ) της Στρατιωτικής Συμφωνίας" και κατ' επέκταση σε μία έμμεση ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 346 της ΣΛΕΕ, χωρίς να λάβει υπόψη την πάγια νομολογία των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων επί του εν λόγω άρθρου, τις μαρτυρικές καταθέσεις των εμπειρογνωμόνων του Ευρωπαϊκού Δικαίου και τις γνωμοδοτήσεις τους, που είχαν υποβληθεί κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας.

Ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο κατέληξε εμμέσως στο εσφαλμένο συμπέρασμα πως η κατασκευή πολεμικών πλοίων για το πολεμικό ναυτικό τρίτων χωρών θα εξυπηρετούσε τα ζωτικά συμφέροντα ασφάλειας και άμυνας της Ελλάδος. Ότι στις παραγράφους 1582-1583 της διαιτητικής απόφασης, το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε πως το Ελληνικό Δημόσιο διέψευσε τις νόμιμες προσδοκίες της ... ..., σύμφωνα με τις οποίες η Στρατιωτική Συμφωνία θα επέτρεπε στην ...

τις εξαγωγές πολεμικών πλοίων σε τρίτες χώρες, πλην όμως, μόνο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως η αρχή που εξέδωσε τη Στρατιωτική Συμφωνία, ήταν η μοναδική αρμόδια αρχή, που θα μπορούσε να δημιουργήσει εύλογες προσδοκίες στην ... ως προς το περιεχόμενο και την ερμηνεία της Στρατιωτικής Συμφωνίας και όχι το Ελληνικό Δημόσιο.

Ότι, τέλος, στις παραγράφους 1594-1595 της διαιτητικής απόφασης, το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε πως το Ελληνικό Δημόσιο ήταν αυτό, που de facto απαγόρευε στην ... τις εξαγωγές πολεμικών πλοίων σε τρίτες χώρες, μολονότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι αρμόδιο να απαγορεύσει κάτι τέτοιο de facto ή de jure και ότι οι παραπάνω διαπιστώσεις του Διαιτητικού Δικαστηρίου αντιβαίνουν σε θεμελιώδεις αρχές του πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 346 της ΣΛΕΕ, στην αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης σε επίπεδο ανάκτησης παράνομων και ασυμβίβαστων κρατικών ενισχύσεων, καθώς και την αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων να ερμηνεύσουν τους όρους των αποφάσεων, που έχουν εκδώσει.

Ότι, τέλος, ισχυρίστηκε ότι όλες οι παραπάνω παραδοχές του Διαιτητικού Δικαστηρίου αντίκεινται σε θεμελιώδεις δικαιϊκές και κοινωνικές αρχές και αντιλήψεις, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί και ισχύουν στην Ελλάδα και αντιβαίνουν στη διεθνή δημόσια τάξη του άρθρου 33 ΑΚ και καθιστούν ακυρωτέα την απόφαση.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού αναφέρθηκε στις παραδοχές του Διαιτητικού Δικαστηρίου, όπως αυτές παρατέθηκαν στην απόφαση του Εφετείου επί των δύο προηγούμενων λόγων ακύρωσης της αγωγής του αναιρεσείοντος, απέρριψε τον ανωτέρω τρίτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης σχετικά με την Αξίωση 4 των προσφευγουσών με τις ακόλουθες παραδοχές:

Όπως προκύπτει, όμως, από τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το ενάγον εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση ερμηνεύει τη Στρατιωτική Συμφωνία και ότι η ... είχε δικαίωμα βάσει του όρου 9 (γ) της Στρατιωτικής Συμφωνίας να κατασκευάζει πλοία για το πολεμικό ναυτικό τρίτων χωρών.

Αντίθετα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, από το ως άνω περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης δεν προκύπτει οποιαδήποτε ερμηνεία από την πλειοψηφία των διαιτητών της Στρατιωτικής Απόφασης και του όρου "Εμπορικές Δραστηριότητες", όπως αυτός αναγράφεται στο άρθρο 9 (γ) της Στρατιωτικής Συμφωνίας και κατ' επέκταση δεν προκύπτει καμία ερμηνεία του άρθρου 346 της ΣΛΕΕ ή άλλου κανόνα δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε προκύπτει ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο κατέληξε εμμέσως στο συμπέρασμα ότι η κατασκευή πολεμικών πλοίων για το πολεμικό ναυτικό τρίτων χωρών θα εξυπηρετούσε τα ζωτικά συμφέροντα ασφάλειας και άμυνας της Ελλάδας.

Το Διαιτητικό Δικαστήριο διαπιστώνει μόνο την ερμηνεία και τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών στις επίδικες συμφωνίες ως προς το περιεχόμενο της απαγόρευσης των "εμπορικών δραστηριοτήτων" από τα ..., τόσο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όσο και μετά την έκδοση της Στρατιωτικής Συμφωνίας.

Στο πλαίσιο αυτό διαπιστώνει και αξιολογεί τη μεταστροφή της ερμηνείας, που προσέδιδε στην απαγόρευση αυτή το Ελληνικό Δημόσιο, πριν και μετά την έκδοση της Στρατιωτικής Συμφωνίας, αποφαίνεται επί των ενεργειών και των παραλείψεων του Ελληνικού Δημοσίου σε σχέση με τις συμβατικές υποχρεώσεις, που το ίδιο είχε αναλάβει με τον όρο 11 της Σύμβασης-Πλαίσιο και τον όρο Δ.5 της Εκτελεστικής Συμφωνίας και ότι η ... ..., όταν απέκτησε την πλειοψηφική συμμετοχή στα ..., είχε τη θεμιτή προσδοκία, λόγω των δημοσίων δηλώσεων των αρμόδιων Υπουργών και της αποστολής της από 2-7-2010 επιστολής του Ελληνικού Δημοσίου προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με επισυναπτόμενο το Πρώτο Σχέδιο Επιστολών Δεσμεύσεως, ότι η επικείμενη Στρατιωτική Συμφωνία θα εξουσιοδοτούσε την εξαγωγή στο πολεμικό ναυτικό αλλοδαπών χωρών.

Τέλος, διαπιστώνει, ποια είναι η πραγματική κατάσταση μετά την έκδοση της Στρατιωτικής Συμφωνίας και τον αντίκτυπο της κατάστασης αυτής στην επιχειρηματική δραστηριότητα της .... Οι διαπιστώσεις αυτές της πλειοψηφίας των διαιτητών, που αφορούν τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών και την αθέτηση ή μη συμβατικών και μόνον όρων, δεν διαμορφώνουν κατάσταση αντίθετη προς θεμελιώδεις δικαιϊκές, ηθικές, οικονομικές, κοινωνικές κλπ.

Αντιλήψεις της δημόσιας τάξης και δεν συνιστούν αντίθεση προς τη διεθνή δημόσια τάξη κατά την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ. Η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν θεμελιώνει καθαυτή λόγο προσβολής της δημόσιας τάξης, ούτε ελέγχεται από το Δικαστήριο αυτό η ορθότητα ή μη των ανωτέρω κρίσεων και διαπιστώσεων του Διαιτητικού Δικαστηρίου.

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος?. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 εδ. β' περ. ββ' Ν. 2735/1999, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου μάλιστα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής, ότι η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του Διαιτητικού Δικαστηρίου δεν θεμελιώνει προσβολή της διεθνούς δημόσιας τάξης. Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Σε κάθε δε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς το αναιρεσείον με την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη περί των εκτίμηση των πραγμάτων κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ζ. Λόγοι αναίρεσης, σχετικά με την Αξίωση 6, με την οποία ζητήθηκε από τις προσφεύγουσες-αναιρεσίβλητες να αναγνωρισθεί ότι αυτές δεν θα υποστούν καμία ζημία, με την οποία ενδέχεται να επιβαρυνθούν από τυχόν ευδοκίμηση αγωγών, που η εταιρεία ΟΣΕ άσκησε σε βάρος της ... ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων με αίτημα την καταβολή ποσών συνολικού ύψους 327.000.000 ευρώ και η οποία Αξίωση έγινε δεκτή.

Κατά το άρθρο 34 παρ. 2 Ν. 2735/1999, "Διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί από το δικαστήριο του άρθρου 6 παρ. 2 μόνον αν: α) Ο ενάγων προβάλλει και αποδεικνύει ότι: αα)..., ββ)..., γγ) η διαιτητική απόφαση αφορά διαφορά, που δεν εμπίπτει στη συμφωνία διαιτησίας ή περιέχει διατάξεις, που υπερβαίνουν τα όρια της συμφωνίας.

Αν όμως οι διατάξεις που καλύπτονται από τη συμφωνία αυτή περί διαιτησίας μπορούν να αποχωριστούν από εκείνες που δεν καλύπτονται, τότε μόνο ως προς τις τελευταίες χωρεί ακύρωση της διαιτητικής απόφασης". Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ` αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία (ΟλΑΠ 13/1995), ή κείται πέραν αυτής (ΑΠ 537/2007), οπότε προκύπτει λόγος ακύρωσης.

Η διαιτητική, δηλαδή, απόφαση είναι ακυρώσιμη, αν οι διαιτητές αντλούν την εξουσία τους από υπαρκτή μεν συμφωνία, τα όρια της οποίας όμως υπερβαίνουν, επεκτείνοντάς την στην επίλυση διαφορών που με αυτή (διαιτητική συμφωνία) δεν έχουν υπαχθεί στην δικαιοδοσία τους. Για την κρίση, επομένως, αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι αποφασιστικά είναι τα όρια του θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης - προσφυγής στη διαιτησία (ΑΠ 1952/2013).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης σχετικά με την Αξίωση 6, το αναιρεσείον, με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 2 εδ. α' περ. γγ' Ν. 2735/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ και το άρθρο 18 Ν. 2735/1999, καθώς και με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να κρίνει επί της Αξίωσης 6 και συγκεκριμένα επί του αιτήματος της ...

να αναγνωρισθεί πως το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να διασφαλίσει ότι οι προσφεύγουσες δεν θα υποστούν καμία ζημία, συμπεριλαμβανομένης και της εύλογης δικαστικής δαπάνης, με την οποία αυτές ενδέχεται να επιβαρυνθούν από τυχόν ευδοκίμηση αγωγών, που η εταιρεία ΟΣΕ άσκησε σε βάρος της ... ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, με αίτημα την καταβολή ποσών συνολικού ύψους περίπου 327.000.000 ευρώ, πλέον τόκων.

Επί του λόγου αυτού της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της διαιτητικής απόφασης, το Διαιτητικό Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναρμοδιότητας αυτού σχετικά με την Αξίωση 6 των προσφευγουσών, επειδή έκρινε ότι η εν λόγω Αξίωση καλύπτεται από τη συμφωνία διαιτησίας και στη συνέχεια, κρίνοντας την Αξίωση αυτή, την έκανε δεκτή με την ακόλουθη διατύπωση: "Δηλώνει ότι το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να τηρήσει τις ...

και ... ... αβλαβείς για κάθε ζημία, περιλαμβανομένων τυχόν εύλογων δικηγορικών αμοιβών και δικαστικών δαπανών με τις οποίες ενδεχομένως να επιβαρυνθούν οι ... και ... ... ως αποτέλεσμα των Αξιώσεων του ΟΣΕ και των Αγωγών του ΟΣΕ". Στις παραδοχές της διαιτητικής απόφασης περιλαμβάνονται οι αγωγές που έχει ασκήσει ο Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) κατά της ...

και αφορούν τις ακόλουθες αξιώσεις: 1) Αξίωση κατά της κοινοπραξίας ...-... και καθενός εκ των μελών της, αναφορικά με την Προγραμματική Συμφωνία και τη Διαρκή Συμφωνία υπ' αριθμ. 37Α από 22 Δεκεμβρίου 1997, για φερόμενη αθέτηση εκ μέρους της κοινοπραξίας των συμβατικών της υποχρεώσεων. Ο ΟΣΕ αξιώνει αποζημίωση ύψους 214.668.132,72 ευρώ συν κάθε νόμιμο τόκο. 2) Αξίωση κατά της κοινοπραξίας ...-......-...

και καθενός εκ των μελών της αναφορικά με την Προγραμματική Συμφωνία και τη Διαρκή Συμφωνία υπ' αριθμ. 41Α από 22 Δεκεμβρίου 1997, για φερόμενη αθέτηση εκ μέρους της κοινοπραξίας των συμβατικών της υποχρεώσεων. Ο ΟΣΕ αξιώνει αποζημίωση ύψους 37.554.678,56 ευρώ συν κάθε νόμιμο τόκο. 3) Αξίωση κατά της κοινοπραξίας ...-......

και καθενός εκ των μελών της, αναφορικά με την Προγραμματική Συμφωνία και τη Διαρκή Συμφωνία υπ' αριθμ. 33Α από 22 Δεκεμβρίου 1997 για φερόμενη αθέτηση εκ μέρους της κοινοπραξίας των συμβατικών της υποχρεώσεων. Ο ΟΣΕ αξιώνει αποζημίωση ύψους 49.911.457,93 ευρώ συν κάθε νόμιμο τόκο. 4) Αξίωση κατά της κοινοπραξίας ...-... (με τη σημερινή επωνυμία ...) και καθενός εκ των μελών της, αναφορικά με την Προγραμματική Συμφωνία και τη Διαρκή Συμφωνία υπ' αριθμ. 33 από 22 Δεκεμβρίου 1997 για φερόμενη αθέτηση εκ μέρους της κοινοπραξίας των συμβατικών της υποχρεώσεων.

Ο ΟΣΕ αξιώνει αποζημίωση ύψους 25.337.385 συν κάθε νόμιμο τόκο. Περαιτέρω, η συμφωνία της διαιτησίας περιλαμβάνεται στο άρθρο 12 της Συμφωνίας-Πλαίσιο, το οποίο ορίζει ότι "Οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει από ή σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση-Πλαίσιο, θα επιλύεται με διαιτησία που θα διεξαχθεί στην Αθήνα (Ελλάδα) από τρεις (3) διαιτητές, στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του ICC...", καθώς και στο άρθρο 12 Κεφάλαιο ΣΤ' της Εκτελεστικής Συμφωνίας, το οποίο επίσης ορίζει ότι "Οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει από ή συνδέεται με τη Συμφωνία αυτή θα επιλύεται με διαδικασίες διαιτησίας στην Αθήνα, Ελλάδα, η οποία θα διεξάγεται στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα από τρεις (3) διαιτητές, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου...".

Όπως, επίσης, προκύπτει από τη διαιτητική απόφαση, η Συμφωνία-Πλαίσιο και η Εκτελεστική Συμφωνία αφορούν το πρόγραμμα κατασκευής τεσσάρων υποβρυχίων τύπου 214 (πρόγραμμα ...) και το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού τεσσάρων άλλων υποβρυχίων τύπου 209 (πρόγραμμα ...). Κατά της ως άνω απορριπτικής απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου ως προς την ένσταση αναρμοδιότητας αυτού, το αναιρεσείον με σχετικό λόγο της αγωγής του και με την επίκληση ότι οι αξιώσεις του ΟΣΕ έναντι της ...

προς αποζημίωση σχετίζονται με συμβάσεις προμήθειας τροχαίου υλικού, ζήτησε την ακύρωση της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, λόγω υπέρβασης της εξουσίας του. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ακύρωσης με τις ακόλουθες παραδοχές: Κατ' αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι η έκτη αξίωση των προσφευγουσών στη διαιτησία, όπως προκύπτει από το υποβληθέν στο Διαιτητικό Δικαστήριο αίτημά τους, δεν αφορά στην ίδια την αξίωση του ΟΣΕ, αλλά το επικαλούμενο από αυτές καθήκον πίστης του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο περιελάμβανε την υποχρέωση γνωστοποίησης κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων της Εκτελεστικής Συμφωνίας, ότι ο ΟΣΕ προετοιμαζόταν να καταθέσει αγωγές εναντίον των ....

Δηλαδή, οι αιτούντες επικαλέστηκαν την παραβίαση υποχρεώσεων καλής πίστης, που απορρέει από τη Σύμβαση-Πλαίσιο και την Εκτελεστική Συμφωνία και ενισχύεται από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ. Περαιτέρω, το Διαιτητικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι στη Σύμβαση-Πλαίσιο το Ελληνικό Δημόσιο είχε αποδεχθεί και καλωσορίσει την εξαγορά των ...

από τις .../... και επομένως επωμίστηκε έναντι των αντισυμβαλλομένων την υποχρέωση εκ του άρθρου 288 ΑΚ να "εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" και να γνωστοποιήσει σε αυτούς την κατάσταση σχετικά με τον ΟΣΕ. Έτσι, το Διαιτητικό Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει για διαφορά, που απορρέει ή συνδέεται με τη Σύμβαση-Πλαίσιο και την Εκτελεστική Συμφωνία και των απορρεουσών από τις συμφωνίες αυτές υποχρεώσεων τήρησης της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και εμπίπτει σαφώς στο εύρος της διαιτητικής ρήτρας.

Η ορθότητα ή μη της εφαρμογής εκ μέρους του Διαιτητικού Δικαστηρίου των αρχών της καλής πίστης και του καθήκοντος παροχής πληροφοριών δεν συγκροτεί το λόγο ακύρωσης για υπέρβαση εξουσίας και συνεπώς, πρέπει ο σχετικός λόγος ακύρωσης να απορριφθεί ως αβάσιμος?. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απορρίπτοντας με την προσβαλλομένη απόφασή του το σχετικό λόγο ακύρωσης της αγωγής του αναιρεσείοντος περί υπέρβασης της εξουσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου για τη συγκεκριμένη Αξίωση 6, παραβίασε ευθέως την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 εδ.

α' περ. γγ' Ν. 2735/1999, μη εφαρμόζοντάς την, αν και έπρεπε στη συγκεκριμένη περίπτωση να την εφαρμόσει, όπως ζήτησε με το σχετικό λόγο της αγωγής του το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Και τούτο διότι οι διαιτητές με τη σχετική τους απόφαση άντλησαν μεν την εξουσία τους από υπαρκτή συμφωνία διαιτησίας, της οποίας όμως υπερέβησαν τα όρια, επεκτείνοντας αυτήν σε διαφορά που δεν είχε υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους.

Ειδικότερα, η ρήτρα διαιτησίας αφορούσε οποιαδήποτε διαφορά προέκυπτε από ή σε σχέση με τη Σύμβαση-Πλαίσιο ή συνδεόταν με την Εκτελεστική Συμφωνία, οι συμφωνίες δε αυτές είχαν ως αντικείμενο την κατασκευή και τον εκσυγχρονισμό υποβρυχίων από τις αναιρεσίβλητες. Οι αγωγές όμως του ΟΣΕ κατά της ... δεν είχαν καμία συνάφεια και δεν συνδέονταν με κανένα τρόπο με τις ανωτέρω συμφωνίες, καθώς αφορούσαν αξιώσεις προς αποζημίωση από συμβάσεις κατασκευής τροχαίου υλικού για τον ΟΣΕ.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης ως βάσιμος. Παρέλκει δε περαιτέρω η εξέταση του δευτέρου λόγου αναίρεσης σχετικά με την Αξίωση 6, καθώς καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης. Πρέπει κατά συνέπεια να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου κατά το κεφάλαιό της με το οποίο κρίθηκαν και απορρίφθηκαν οι λόγοι της αγωγής του αναιρεσείοντος για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ως προς την Αξίωση 6 των αναιρεσιβλήτων.

Στη συνέχεια δε, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο η από 21-12-2017 αγωγή του αναιρεσείοντος-ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου ως προς τους λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης σχετικά με την Αξίωση 6 των αναιρεσιβλήτων και να ακυρωθεί η διαιτητική απόφαση κατά τη διάταξή της με την οποία έγινε δεκτή η εν λόγω αξίωση των προσφευγουσών-αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Και τούτο διότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί (ΑΠ 397/2018, ΑΠ 352/2018).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1897/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της, το οποίο αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης. Κρατεί και δικάζει την από 11-12-2017 υπ' αριθ. κατ. δικ. 9970/673/2017 αγωγή του αναιρεσείοντος. Δέχεται την αγωγή ως προς τους περιεχόμενους σ' αυτήν λόγους ακύρωσης, που αναφέρονται ειδικότερα στο αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης κεφάλαιο.

Ακυρώνει την από 29-9-2017 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου κατά τη διάταξή της με την οποία έγινε δεκτή η Αξίωση 6 των αναιρεσιβλήτων.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ