Supreme Court dismisses appeal against enforcement order, upholding lower court's jurisdiction over necessary expenses claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding enforcement orders against 40 spouses while allowing the government's counter-claim to proceed. The government argued the lower court lacked jurisdiction over the necessary expenses claim, rendering the enforcement order void. The court agreed that jurisdiction was missing for that specific part but held the appeal inadmissible for the remaining defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1), 576(2), 576(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may decide the case without remitting it to the court of first instance when no legal ground exists for retrial, provided the decision is based on the scope of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 295 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 295/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, την 1η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βαΐα Παπακωνσταντίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Κ. Π. συζύγου Γ. Μ.,
2) Α. Ρ. συζύγου Ε. Σ.,
3) Κ. Ο. συζύγου Χ. Μ.,
4) Β. Κ. συζύγου Γ. Π.,
5) Γ. Τ. συζύγου Χ. Κ.,
6) Μ. Μ. συζύγου Ε. Ο.,
7) Α. Λ. συζύγου Δ. Μ.,
8) Ε. Π. συζύγου Ε. Σ.,
9) Χ. Κ. συζύγου Ε. Κ.,
10) Σ. Α. συζύγου Α. Ι.,
11) Μ. Ε. συζύγου Γ. Α.,
12) Μ. Γ. συζύγου Σ. Κ.,
13) Γ. Θ. συζύγου Η. Κ.,
14) Ε. Π. συζύγου Π. Ζ.,
15) Δ. Μ. συζύγου Α. Σ.,
16) Φ. Σ. συζύγου Δ. Σ.,
17) Ε. Κ. συζύγου Ε. Κ.,
18) Ε. Ν. συζύγου Ε. Μ.,
19) Ζ. Ν. συζύγου Κ. Λ.,
20) Ε. Κ. συζύγου Δ. Τ.,
21) Β. Γ. συζύγου Ν. Σ.,
22) Γ. Κ. συζύγου Σ. Α.,
23) Κ. Π. συζύγου Ε. Π.,
24) Γ. Α. συζύγου Α. Κ.,
25) Ε. Κ. συζύγου Γ. Φ.,
26) Μ. Β. συζύγου Α. Π.,
27) Π. Κ. συζύγου Ι. Σ.,
28) Ε. Κ. συζύγου Ν. Χ.,
29) Π. Ζ. συζύγου Α. Λ.,
30) Γ. Λ. συζύγου Ε. Α.,
31) Ε. Σ. συζύγου Ε. Κ.,
32) Β. Σ. συζύγου Ι. Τ.,
33) Α. Σ. συζύγου Ε. Μ.,
34) Μ. Π. συζύγου Ε. Μ.,
35) Ε. Κ. συζύγου Ά. Α.,
36) Γ. Σ. συζύγου Ε. Π.,
37) Ε. Χ. συζύγου Δ. Δ.,
38) Χ. Λ. συζύγου Α. Γ.,
39) Μ. Κ. συζύγου Γ. Κ.,
40) Α. Σ. συζύγου Ι. Π.,
41) Μ. Π. συζύγου Ι. Σ., κατοίκων … Κρήτης, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 466/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 22-09-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από την υπ' αριθ. 4059/29-5-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Ιωάννας Κλάδου, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την από 24-10-2017 πράξη του Προέδρου του Α1 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (01-10-2018) καθώς και κλήση του αναιρεσείοντος προς την πρώτη αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς αυτήν.
Η αναιρεσίβλητη αυτή, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Αντιθέτως ως προς τους υπ' αριθ. 2 έως και 41 αναιρεσίβλητους το αναιρεσείον δεν προσκομίζει εκθέσεις επίδοσης.
Επομένως, μη υποκειμένης εν προκειμένω περίπτωσης αναγκαίας ομοδικίας, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτούς και η συζήτηση της ένδικης υπόθεσης να χωρήσει νόμιμα μεταξύ του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης, παρά την απουσία της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553, 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΑΠ 855/2015). Κατά το άρθρο όμως 937 παρ.1 περ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, στις δίκες περί την εκτέλεση δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας για οποιοδήποτε γενικώς λόγο, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 686/ 2018).
Συνακόλουθα τούτων, στις δίκες περί την εκτέλεση, οι ερήμην οριστικές αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας, καθίστανται τελεσίδικες και υπόκεινται παραδεκτώς σε αναίρεση στην περίπτωση, που δεν επιδόθηκαν, αν παρήλθε τριετία από τη δημοσίευσή τους, χωρίς να ασκηθεί έφεση, κατ' άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015 για τις αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί μέχρι 31-12-2015. Η προθεσμία, δηλαδή, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, αρχίζει, αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης.
Συνεπώς, στην ίδια αμέσως παραπάνω περίπτωση, ήτοι, όταν δεν επιδόθηκε η εκδοθείσα ερήμην πρωτόδικη απόφαση, σε δίκη περί την εκτέλεση, είναι κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ομοίως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, τρία χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει το άρθρο αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) χρόνια, τρία για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση (Ολ ΑΠ 1113/1980, ΑΠ 254/2010, ΑΠ 793/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 17-12-2015 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 456/ 2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην της πρώτης των καθ’ ών η ανακοπή και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, (ως προς την οποία έχει χωρήσει, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, η συζήτηση της αναίρεσης) και δημοσιεύτηκε στις 02-02-2010, το Ειρηνοδικείο Αθηνών απέρριψε την από 10-12-2008 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατ' αυτής και κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπευδόταν κατ' αυτού, με την από 27-11-2008 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου πρώτου εκτελεστού της υπ' αριθ. 118/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, με την οποία είχε υποχρεωθεί το αναιρεσείον να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη 148,36 ευρώ, ως έξοδα αναγκαστικής εκτέλεσης της υπ' αριθ. 94/2001 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που είχε επιδικάσει σ' αυτή, υπό την ιδιότητα της δημοσίου υπαλλήλου, το ποσό των 2.535,58 ευρώ για την οικογενειακή παροχή του άρθρου 12 του Ν. 2470/1997, πλέον τόκων από 30-12-1999 και δικαστικών εξόδων.
Κατά της απόφασης αυτής, που αφορά δίκη περί την εκτέλεση και εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσίβλητης, μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας, κατ' άρθρο 937 ΚΠολΔ, αλλά μόνο σε έφεση και αναίρεση, το Ελληνικό Δημόσιο, που ηττήθηκε άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Η αναίρεση αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 23-12-2015, ήτοι μετά την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης, που, κατά τα παραπάνω, επήλθε στις 03-02-2013, ήτοι μετά την πάροδο τριετίας από τη δημοσίευση της στις 02-02-2010, αφού δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, ασκήθηκε παραδεκτά και εμπρόθεσμα, ενόψει ότι από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 02-02-2010 μέχρι την κατάθεσή της στις 23-12-2015 δεν παρήλθε συνολικά χρόνος έξι (6) ετών (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού της λόγου (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[Β] Από τις διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 1 εδαφ. α' και 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος προκύπτει ότι διοικητική διαφορά (ακυρωτική ή ουσίας) γεννάται από μονομερή πράξη (παράλειψη ή υλική ενέργεια) της Διοίκησης, η οποία, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν τη διοικητική δράση, εκδίδεται κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και αποβλέπει στην επίτευξη δημοσίου σκοπού (πρβλ.
ΣτΕ 3776/2012). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 93 παρ. 1, του άρθρου 94 του Συντάγματος, του άρθρου 1 παρ. 1 και παρ. 2 περ. ια' του ν. 1406/1983 και του άρθρου 199 του ΚΔΔ, συνάγεται ότι το Σύνταγμα οργανώνει την απονομή της δικαιοσύνης με τη λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντιστοίχων προς τη φύση των αναφυομένων δικαστικών διαφορών, ως ιδιωτικών ή διοικητικών, κατά τα λοιπά δε αναθέτει στον κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίζει τους κατάλληλους δικονομικούς κανόνες για την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια, υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Εξαίρεση από τον κανόνα της κατανομής της δικαιοδοσίας, αναλόγως προς τη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής, επιτρέπεται με τις τασσόμενες στο άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος προϋποθέσεις. Εξάλλου, οι αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί είσπραξης δημοσίων εσόδων διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, εφ' όσον η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο αποτελών το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης τίτλος, είναι σχέση δημοσίου δικαίου.
Άλλως, αν δηλαδή η υποκείμενη σχέση είναι ιδιωτικού δικαίου, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 5, 8/1989, 18/1993). Συναφώς, η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο τίτλος, που αποτελεί το θεμέλιο της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, εξετάζεται για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας και στην περίπτωση κατά την οποία ιδιώτης επιδιώκει την ικανοποίηση απαίτησης του από καταψηφιστική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου εις βάρος του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ.
Κατά συνέπεια, εκτός από τις σχετικές με τη διοικητική εκτέλεση διαφορές (άρθρο 217 ΚΔΔ), και οι περί την αναγκαστική εκτέλεση τοιαύτες, όταν η εκτέλεση επισπεύδεται από ιδιώτη σε βάρος του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, με βάση τις κατά την παρ. 1 του άρθρου 199 ΚΔΔ καταψηφιστικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων που αποτελούν τίτλο εκτελεστό, εμπίπτουν, ως διοικητικές διαφορές ουσίας, στην κατά τα άρθρα 94 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983 δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, τα οποία εφαρμόζουν αναλόγως, συμφώνως προς την παρ. 2 του άρθρου 199 ΚΔΔ, τις διατάξεις του ΚΠολΔ για την αναγκαστική εκτέλεση των καταψηφιστικών αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων.
Από όλα τα παραπάνω, παρέπεται, ότι τα δικαστήρια που είναι αρμόδια κατά το Σύνταγμα και τους νόμους να δικάσουν την κρίσιμη διαφορά, καθίστανται αρμόδια να αποφανθούν και επί των θεμάτων που ανακύπτουν κατά το στάδιο εκτέλεσης των εκδιδομένων από αυτά δικαστικών αποφάσεων και εφόσον αποκλειστικά αρμόδια για την αναγνώριση και καταψήφιση δικαιωμάτων, που απορρέουν από σχέση δημοσίου δικαίου, είναι, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, τα διοικητικά δικαστήρια, στα δικαστήρια αυτά ανήκει και η δικαιοδοσία για την εκδίκαση των θεμάτων, που ανακύπτουν κατά το στάδιο εκτέλεσης των εκδιδόμενων από αυτά αποφάσεων (ΑΠ 714/2019, ΑΠ 107/2018, ΣΤΕ 693/2019, ΣΤΕ 1171/2018, ΣΤΕ 819/2015).
Στη δικαιοδοσία δε των ίδιων τακτικών διοικητικών δικαστηρίων παρέπεται, ότι υπάγονται και οι διαφορές, που ανακύπτουν με αφορμή την επισπευδόμενη κατά τα άνω αναγκαστική εκτέλεση, όπως είναι αυτές, που προκύπτουν από την αυτοτελή αναζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΚΠολΔ, από τον επισπεύδοντα ιδιώτη κατά του καθού η εκτέλεση Δημοσίου των εξόδων της.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 313 παρ. 1 περ. β και 933 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο καθού η εκτέλεση μπορεί να προβάλλει με ανακοπή αντιρρήσεις κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που αφορούν, μεταξύ άλλων, την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, όπως είναι και η ανυπαρξία της δικαστικής απόφασης, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο. Ανυπαρξία δε δικαστικής απόφασης, η αναγνώριση της οποίας μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση, συντρέχει και στην περίπτωση κατά την οποία πολιτικό δικαστήριο αποφάνθηκε επί αντικειμένου το οποίο δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχεται η απόφαση για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου τόσο με ψευδή ερμηνεία όσο και για εσφαλμένη εφαρμογή. Ο έλεγχος της παράβασης γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης.
[Γ] Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο δέχτηκε τα ακόλουθα:
«Δυνάμει των υπ' αριθ. 94/2001 και 113/2005 τελεσίδικων αποφάσεων του Μονομελούς και Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου επιδικάσθηκε στους καθ’ών η ανακοπή (σημ. μεταξύ των οποίων η πρώτη των καθών και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) η οικογενειακή παροχή του άρθρου 12 Ν 2470/1997. Δυνάμει των υπ' αριθ. 18274/26-10-04 και 2150/06 εκθέσεων αναγκαστικής κατασχέσεως διενεμήθη στους καθ’ών η ανακοπή ποσό 28.986,0€ και 61.190,02€ αντίστοιχα.
Εν συνεχεία με την υπ' αριθ. 118/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της οποίας επιδόθηκε στο ανακόπτον στις 27-11-2008, υποχρεώθηκε το τελευταίο να καταβάλει στους καθών και ειδικότερα στους εννέα πρώτους (σημ. μεταξύ των οποίων και η πρώτη αναιρεσίβλητη) και εις έκαστον αυτών 148,36€ ως έξοδα αναγκαστικής εκτέλεσης με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοσή της.
Εναντίον αυτής το ανακόπτον άσκησε την κρινόμενη ανακοπή ισχυριζόμενο, ότι το Ειρηνοδικείο Ηρακλείου εστερείτο δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της διαφοράς, επί της οποίας έκρινε και συνεπώς η απόφαση αυτού (Ειρηνοδικείου) είναι ανύπαρκτη, με αποτέλεσμα να διακόπτεται η εκτελεστική διαδικασία. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 918 και 932 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αποτελούν τίτλο εκτελεστό όλες οι δικαστικές αποφάσεις, ήτοι και αυτές των διοικητικών δικαστηρίων.
Όσον αφορά την διοικητική εκτέλεση υπό την ισχύ του ΚΕΔΕ έχουν τεθεί διατάξεις για τα έξοδα εκτελέσεως (76-79), εφαρμόζονται όμως συμπληρωματικά και οι διατάξεις του άρθρου 932 ΚΠολΔ, κατ' άρθρο 89 ΚΕΔΕ. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, 1 ν. 1406/83 και 58 νδ 356/1974 προκύπτει ότι επί αναγκαστικής εκτελέσεως, που επισπεύδεται από ιδιώτη, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, οι διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και αν ακόμη η απαίτηση κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που αμφισβητείται, ανήκει στο χώρο του δημοσίου δικαίου.
Σύμφωνα, λοιπόν με τα ανωτέρω η απαίτηση προς ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 118/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, πρώτο απόγραφο της οποίας με επιταγή προς εκτέλεση επεδόθη στο ανακόπτον και η οποία στηρίζεται στην παραβίαση εκ μέρους του ανακόπτοντος της υποχρέωσής του να καταβάλει τα έξοδα αναγκαστικής εκτελέσεως, τα οποία προήλθαν από τη μη συμμόρφωσή του προς τις προαναφερόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, είναι διαφορά ιδιωτικής φύσεως εκτελούμενη κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ».
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, 1 παρ. 1 και 2 περ. ια του ν. 1406/1983. Και τούτο διότι η υπ' αριθ. 118/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου με βάσει την οποία επισπευδόταν (και) υπό της πρώτης αναιρεσίβλητης αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του αναιρεσείοντος ήταν ανύπαρκτη, καθόσον αυτό, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εστερείτο δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της διαφοράς, που είχε αχθεί ενώπιόν του και συγκεκριμένα της επιδίκασης των εξόδων, που ανέκυψαν με αφορμή την αναγκαστική εκτέλεση, που επισπευδόταν, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, από ιδιώτη σε βάρος του Δημοσίου, με εκτελεστό τίτλο καταψηφιστική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, αφού η υποκείμενη σχέση στην οποία στηριζόταν ο τίτλος αυτός, ήτοι η οικογενειακή παροχή του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, υπαγόταν, ως διοικητική διαφορά, στα διοικητικά δικαστήρια. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ: «Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση». Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς, έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1620/2014).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάρχει και στη κρινόμενη περίπτωση. Κατ' ακολουθίαν, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί η από 10-12-2008 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης από τους καθών η ανακοπή.
Περαιτέρω, αφού γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία ο μοναδικός της λόγος, με τον οποίο το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε την ακύρωση της από 27-11-2008 επιταγής προς πληρωμή, που έχει γραφεί κάτωθι πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθ. 118/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, για το λόγο ότι, εφόσον, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, το Ειρηνοδικείο Ηρακλείου εστερείτο δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της αγωγής επιδίκασης των εξόδων αναγκαστικής εκτέλεσης, η απόφασή του ήταν ανύπαρκτη και δεν ήταν δυνατή η επίσπευση με βάση αυτή ως εκτελεστού τίτλου αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, πρέπει να γίνει δεκτή και αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης από τους καθών η ανακοπή και να ακυρωθεί η παραπάνω επιταγή προς πληρωμή κατά το ίδιο μέρος. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, τόσο ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του πρωτοβαθμίου, πρέπει να συμψηφιστούν, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 179 ΚΠολΔ, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τους υπ' αριθ. 2 έως και 41 αναιρεσίβλητους.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτούς.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 465/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, όσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Κρατεί την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.
Δικάζει επί της από 10-12-2008 ανακοπής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης από τους καθ’ών η ανακοπή.
Δέχεται αυτή κατά το μέρος αυτό.
Ακυρώνει την από 27-11-2008 επιταγή προς πληρωμή, που έχει γραφεί κάτω από πρώτο απόγραφο εκτελεστό της υπ' αριθ. 118/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, κατά το ίδιο μέρος.
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ