Legislator Case Law & Legislation
295/2020 AI generated

295/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 295/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή -Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

295/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ/ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 295 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 295/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή -Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ν. Ρ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σωτήριο Διαμαντόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Θ. Η. του Δ., 2. Γ. Η. του Δ., 3. Ε. Η. του Δ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Σπύρου Παπαδόπουλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, την από 29-1-2015 ανακοίνωση δίκης της νυν α' αναιρεσείουσας προς τον Ν. Ρ. και την από 6-5-15 υπέρ αυτής (αναιρεσείουσας) πρόσθετη παρέμβαση του τελευταίου (β' αναιρεσείοντος) που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 34/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την 28-9-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194, 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά, ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει επίσης ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας είναι κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1041, 1042, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με την δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο στο χρόνο νομής χρησικτησίας του δικαιοπάροχου του. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 459 / 2015).

ΙΙ. Κατ/ άρθρ. 560 αρ.1 εδ.α ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.

Στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ/ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, συντρέχει δε αν το δικαστήριο για την θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα (ουσιαστικού) δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νομό την αγωγή.

Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα οριζόμενα κατ' άρθρ. 1094 ΑΚ στοιχεία, (ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος) και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσεώς του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του.

Δεν απαιτείται, όμως, για τον ορισμό της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αυτό να εμφαίνεται. Εξάλλου, δεν αποτελούν στοιχεία του ορισμένου (διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου) αγωγής η αξία του αντικειμένου αυτής και το αίτημα, καθώς και ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επίδικου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος.

Μόνο, αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επίδικου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ/ υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο, με τον οποίο ο δικαιοπάροχός του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.

Τέλος, μόνον η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου συνιστά παραβίαση αυτού, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα, προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, όχι δε και η ποσοτική και ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, μεταξύ των οποίων και τα στοιχεία που θεμελιώνουν την νομιμοποίηση του ενάγοντος και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.ΑΠ 25 / 2008), η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, διότι οι μεν ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είδε ποιοτική με βάση τον αρ.14, του ίδιου άρθρου, οι οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται στους λόγους αναίρεσης κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων που προβλέπονται περιοριστικώς στο άρθρο 560 του ίδιου κώδικα.

Ακόμη, καθόσον αφορά στο άρθρο 560 αρ. 1β ΚΠολΔ, στοιχειοθετείται αναιρετικός λόγος για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή, των αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση. Μπορούν δε αυτά να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότης πραγματικών περιστατικών, τα οποία απετέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (άρθρο 336 παρ 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί με τρόπο που δεν συνάδει προς την λογική ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει την αληθινή έννοια κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδίως προς εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών που τυχόν αυτός περιέχει ή για να υπαγάγει ή όχι σ'αυτόν τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά.

Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν ιδρύεται ο άνω αναιρετικός λόγος αφού (αρθρ.336 παρ.4 και 339 ΚΠολΔ) τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα. (Ολ ΑΠ 8/2005).

Ωσαύτως, ως " πράγματα" για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στην θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ'αυτούς (Ολ.

ΑΠ 14 / 04), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ'αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ. ΑΠ 469 / 1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1182 / 2012). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρ. 6 του άνω άρθρου, η απόφαση στερείται νόμιμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η ανεπαρκής ή με τρόπο αντιφατικό αιτιολόγηση στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο ούτε και η μη αναφορά και ο προσδιορισμός καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους καθώς και η αξιολόγηση του καθενός από αυτά, διότι αυτό δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 εδ.2 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το α' μέρος αυτού οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το δευτεροβαθμίως δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο υπέπεσε στην κατ/ αρθρ 560 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι απέρριψε τον περί αοριστίας της (διεκδικητικής) αγωγής των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμό τους, τον οποίο είχαν διατυπώσει με τον πρώτο λόγο εφέσεως τους, καθόσον στην αγωγή αυτή (κατά τα ειδικότερα στο λόγο αναίρεσης εκτιθέμενα), δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα του επίδικου ακινήτου εκτάσεως 125,82 τμ, υπό την έννοια της ακριβούς θέσεως, των ορίων και του σχήματός του εντός του μείζονος ακινήτου εμβαδού 852,91 τμ ούτε αυτά εμφαίνονται με ακρίβεια στο τοπογραφικό διάγραμμα που είναι ενσωματωμένο στην αγωγή, ενώ δεν αναφέρουν στο αγωγικό τους αίτημα σε ποιο μέρος του ακινήτου τους ζητούν να αναγνωριστούν ως κύριοι, ούτε κατά ποιο ποσοστό ο καθένας, ούτε προσδιορίζουν το εμπράγματο δικαίωμα του καθενός από αυτούς.

Ο λόγος αυτός σύμφωνα με την μείζονα σκέψη: Καθόσον αφορά στην αιτίαση, σε σχέση με την περιγραφή της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου, είναι απαράδεκτος, αφού, (δεν πρόκειται περί νομικής αοριστίας της αγωγής, ελεγχόμενης από το άρθρ. 560 αρ 1 ΚΠολΔ, αλλά εδώ), αναφέρεται σε ποιοτική, κατά τα ως άνω, αοριστία στο αγωγικό δικόγραφο, η οποία όμως ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ 14 ΚΠολΔ, που δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση της προσβαλλόμενης απόφασης του πρωτοδικείου.

Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο επαρκώς προσδιορίζεται ως τμήμα του μείζονος οικοπέδου, και ότι η εναγόμενη, ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, κατέλαβε και κατέχει τα περιγραφόμενα εδαφικά τμήματα του επίδικου ακινήτου, μέχρι την άσκηση της αγωγής, ενώ το αγωγικό έτημα ευκρινώς αναφέρεται σε αναγνώριση της (ψιλής) κυριότητας των εναγόντων και είναι συγκεκριμένο, αφού στο ιστορικό, το οποίο κρίνεται ενιαία με το αιτητικό του δικογράφου, αναγράφονται τα ζητούμενα από έκαστο των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) αδιαίρετα ποσοστά για την επικαλούμενη κυριότητά τους επί του επιδίκου.

Γι' αυτό και είναι αβάσιμος ο πρώτος αυτός λόγος αναίρεσης, κατά τα λοιπά και, ειδικότερα αναφορικά με τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι το δευτεροβαθμίως δικάσαν Πρωτοδικείο υπέπεσε στην κατ/ αρθρ' 560 αρ 1 α ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι, κατά το γ' μέρος αυτού, που καταλογίζει νομική αοριστία στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων (ότι, δηλαδή, αυτοί δεν αναφέρουν περί της νομής και διακατοχής από την εναγόμενη του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής τους), κατά το δ' μέρος αυτού, το οποίο συναρτάται με την αξία του διεκδικούμενου (ακινήτου) πράγματος και κατά το ε' μέρος αυτού, για το ορισμένο του αγωγικού αιτήματος, σε σχέση με τα οποία (δ' και ε' μέρη αυτού) γίνεται η νομική ανάπτυξη ανωτέρω ότι δεν αποτελούν στοιχεία του ορισμένου της αγωγής.

Ακόμα, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο, κατά το τελευταίο μέρος αυτού, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, (κατ' εκτίμηση), ότι το Πρωτοδικείο (που δίκασε ως Εφετείο) υπέπεσε στην κατ' άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού, επιδίκασε μη αιτηθέντα, ήτοι, ενώ αρχικά απέρριψε το αίτημα αναγνώρισης της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων, στη συνέχεια δέχθηκε αγωγή προστασίας και άρσης της προσβολής της προσωπικότητάς τους.

Ο λόγος αυτός (κατά το τελευταίο μέρος του) είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, (επί της οποίας δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ όπως διατείνεται, η αναιρεσείουσα). Προσέτι ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ 6 ΚΠολΔ είναι (σύμφωνα και με την αντίστοιχη νομική ανάπτυξη), απαράδεκτος, κατά το β' μέρος του (με το οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι το (ως Εφετείο δίκασαν) Πρωτοδικείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν αξιολόγησε ορθά τον τίτλο του προσθέτως παρεμβάντος Ν.

Ρ., ήτοι το δωρητήριο .../1984 συμβόλαιο ενώπιον του συμ/φου ... Ξ. Ο., ούτε το .../2013 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ενώπιον του συμ/φου ... Σ. Π. (τίτλο κτήσεως της εναγομένης), καθόσον, (κατά τους αναιρεσείοντες), αν γινόταν ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άνω συμβολαίων θα διαπιστωνόταν ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στον τίτλο του Ν.

Ρ. (δεύτερου αναιρεσείοντος) και όχι των αναιρεσιβλήτων. Εντούτοις, το εν λόγω παράπονο δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο απ' το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρεται, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Ο ίδιος δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το γ' μέρος του, από το άρθ. 560 αρ. 1β' ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι "κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η χρήση του όρου |"οικία" στην διαθήκη περιλαμβάνει και τον περιβάλλοντα χώρο, πλην όμως δεν υπάρχει δίδαγμα κοινής πείρας που να ορίζει ότι αν κάποιος με διαθήκη μεταβιβάζει σε συγγενή του μια οικία νοείται ότι περιλαμβάνει και τον περιβάλλοντα χώρο και μάλιστα ανεξαρτήτως διαστάσεων" είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων απέκτησε με την επίμαχη διαθήκη και το οικόπεδο των 852,91 τμ που περιβάλλει την καταληφθείσα σε αυτή οικία.

IV. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το β' μέρος αυτού, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, πλήττουν τις παραδοχές της προσβαλλομένης για ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την κτήση κυριότητας της δικαιοπάροχου των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) στη μείζονα έκταση, (εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 125,82 τμ) με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα ως προς την μία αναφορά εμφανών πράξεων νομής της ίδιας στο μείζον ακίνητο και στην εντός αυτού υπάρχουσα οικία κατά το διάστημα των ετών 1973 (χρόνου επαγωγής της κληρονομιάς με δημόσια διαθήκη του πατέρα της σε αυτήν) έως 2012 (χρόνου μεταβίβασης του πιο πάνω ακινήτου στους ενάγοντες αναιρεσιβλήτους).

Έτι περαιτέρω, με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο, κατά το α' μέρος του οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το πρωτοδικείο (που δίκασε ως Εφετείο) υπέπεσε στην πλημμέλεια του άνω (560 αρ 6 ΚΠολΔ) άρθρου. Συγκεκριμένα, πλήττουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων με βάση την δημόσια διαθήκη του πατέρα της (απωτέρου δικαιοπαρόχου αυτών), την κληρονομία του οποίου αυτή αποδέχθηκε 39 έτη μετά το θάνατό του στις 11-4-1973, δηλαδή στις 16-7-2012.

Οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν, συγκεκριμένα, την ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ως προς το ότι στην επαχθείσα, κατά τα ως άνω στην δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων κληρονομιά περιλαμβανόταν μαζί με την οικία στο χωρίο Β. και το οικόπεδο που την περιβάλλει, εκτάσεως 852,91 τμ.

V. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, 34 / 2018 απόφασης του (ως Εφετείου δικάσαντος) Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, επιτρεπτώς επισκοπούμενες, έχουν ως εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και συγκεκριμένα των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, των με αριθμούς 56.902 / 21.10.2014, 56.903 / 21.10.2014 και 56.904 / 21.10.2014 ένορκων βεβαιώσεων των Ε.

Κ., Θ. Γ. και Σ. Π., αντίστοιχα, οι οποίες λήφθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Σ. Δ., με επιμέλεια της εναγομένης (ήδη εκκαλούσας της πρώτης - α' - από τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις και εφεσίβλητης της δεύτερης - β' -), ύστερα από νομότυπη κλήτευση των εναγόντων (ήδη εκκαλούντων της δεύτερης - β' - έφεσης και εφεσιβλήτων της πρώτης - α' -) δύο - 2 - τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν τη λήψη τους (άρθρ. 270 ξ 2 εδ.

γ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο λήψης των ως άνω ένορκων βεβαιώσεων, ήτοι πριν την κατάργησή του από το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 • βλ. τις με αριθμούς ... B' / 15.10.2014, 1173 B' / 15.10.2014 και ... B'/ 15.10.2014 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Κ. Κ.), των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ορισμένα από τα οποία χρησιμεύουν για άμεση απόδειξη, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 παρ. 1 στ, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [μεταξύ των τελευταίων συγκαταλέγονται τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους τοπογραφικά διαγράμματα (ΑΠ 1471/2014, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS • ΑΠ 406/2006, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS • ΑΠ 1396/2003, ΧρΙΔ 2004, 244), οι τεχνικές εκθέσεις - γνωμοδοτήσεις των μηχανικών Ι.

Σ. και Χ. Δ. (ΟλΑΠ 8/2005, ΕλλΔνη 2005, 694 • ΑΠ 1188/2012, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ • ΑΠ 778/2012, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS), οι μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στα με αριθμό 44/2014 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Καλαβρύτων, που τηρήθηκαν στα πλαίσια προηγούμενης δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των ίδιων διαδίκων (ΑΠ 736/2016, ό.π.

• ΑΠ 1268/2003, ΧρΙΔ 2004, 245), η με αριθμό 7.402/20.08.2014 ένορκη βεβαίωση του Ε. Κ., η οποία λήφθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Μ. Δ. στα πλαίσια προηγούμενης δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των ίδιων διαδίκων (βλ. ad hoc ΟλΑΠ 8/2016, ό.π.)] και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), πλην των για τους ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενους λόγους με αριθμούς 7.271/30.10.2014, 7.272/30.10.2014, 7.273/30.10.2014 και 7.274/30.10.2014 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Συμβολαιογράφου ...

Σ. Π. των Δ. Γ., Β. Χ., Α. Δ. και Χ. Γ., αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 11η Απριλίου 1973 απεβίωσε στο Β. ... ο Δ. Η. του Θ., ο οποίος κατέλειπε την από 21ης Σεπτεμβρίου 1963, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 597/21.09.1963 πράξη του Συμβολαιογράφου ... Ξ. Ο. και η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα με αριθμό 5/1988 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων.

Στοιχείο της κληρονομίας του ως άνω θανόντος ήταν, μεταξύ άλλων, η ευρισκόμενη εντός της Κοινότητας Β. και ήδη ομώνυμου οικισμού της Τοπικής Κοινότητας ... οικία του με τον περιβάλλοντα αυτής χώρο, των οποίων είχε καταστεί κύριος με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον η νομή τους είχε μεταβιβασθεί σε αυτόν με άτυπη δωρεά από το έτος 1917 από τον πατέρα του Θ.

Η. και έκτοτε (από το έτος δηλαδή 1917) και μέχρι τον χρόνο του θανάτου του (1973), ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας ασκούσε επ'αυτής όλες τις προσήκουσες σε κύριο διακατοχικές πράξεις, όπως οίκηση, προστασία από καταπατήσεις τρίτων κ.ο.κ. (άρθρα 974, 976 εδ. α' και 1045 ΑΚ). Κληρονόμο στην ανωτέρω οικία του εγκατέστησε, με την προαναφερθείσα διαθήκη του και κατά τα ειδικότερα σε αυτή οριζόμενα, τη θυγατέρα του Ν.

Κ., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά του με την υπ'αριθμ. 2780/16.07.2012 πράξη αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου ... Κ. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένη με αύξοντα αριθμό 82 στον τόμο 8 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... και κατέστη με τον τρόπο αυτό αποκλειστική νομέας και κυρία αυτής (άρθρα 983, 1710, 1712, 1724, 1846, 1193, 1198 και 1199 ΑΚ).

Πρόκειται ειδικότερα για μία παλαιά ισόγεια οικία με υπόγειο, εμβαδού εκάστου ορόφου (ισογείου και υπογείου) είκοσι επτά τετραγωνικών μέτρων και είκοσι τετραγωνικών εκατοστών 27,20 τ.μ.), η οποία βρίσκεται εντός οικοπέδου, το οποίο έχει επιφάνεια οχτακοσίων πενήντα δύο τετραγωνικών μέτρων και ενενήντα ενός τετραγωνικών εκατοστών 852,91 τ.μ.), αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α - Δ - Ε - Ζ - Η - Θ - Ι - Κ - Λ - Μ - Ν - Ξ - Ο - Π - Ρ - Σ - Τ - Y - Φ - Β - Α στο από Μαΐου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ.

Π. και συνορεύει περιμετρικά βόρεια και βορειανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά συνολικού μήκους δεκαεπτά μέτρων και δεκαπέντε εκατοστών (17,15 μ.) με ιδιοκτησία Α. Η. και σε τεθλασμένη πλευρά συνολικού μήκους τριάντα μέτρων και τριάντα εννέα εκατοστών (30,39 μ.) με δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Ι. Γ. (ήδη εναγομένης - εκκαλούσας της πρώτης - α' - έφεσης και εφεσίβλητης δεύτερης - β' -, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα), νοτιοανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά συνολικού μήκους είκοσι ενός μέτρων και έντεκα εκατοστών (21,11 μ.) με μονοπάτι και νοτιοδυτικά σε τεθλασμένη πλευρά συνολικού μήκους σαράντα δύο μέτρων και δεκαεπτά εκατοστών (42,17 μ.) με ιδιοκτησία αγνώστων και πέραν αυτής με ρέμα.

Είναι αληθές βέβαια ότι στην προαναφερθείσα διαθήκη γίνεται λόγος για "οικία" μόνο του διαθέτη, χωρίς αυτή να περιγράφεται περαιτέρω, πλην όμως, όπως επιβεβαιώθηκε από τον μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατέθεσε από Ιδία αντίληψη και για την αξιοπιστία του οποίου το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει, η ανωτέρω οικία διέθετε τον προπεριγραφέντα περιβάλλοντα χώρο, όπου κατά τις συνήθειες της εποχής η οικογένεια διατηρούσε επιπρόσθετα ξυλόφουρνο και ορνιθώνα ("κοτέτσι").

Η αναφορά δε στην ως άνω διαθήκη γίνεται μόνο σε "οικία", γιατί ο διαθέτης αντιλαμβανόταν το κτίσμα και τον περιβάλλοντα αυτού χώρο ως μία λειτουργική ενότητα, την οποία απέδιδε συνεκδοχικά, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, με τη χρήση του όρου "οικία". Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ακόμη ότι την ψιλή κυριότητα του ως άνω ακινήτου μεταβίβασε η προαναφερθείσα Ν.

χήρα Φ. Κ. λόγω δωρεάς με το υπ' αριθ 2.783 / 20.07.2012 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κ. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένο με αύξοντα αριθμό 83 στον τόμο 8 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., κατά ποσοστό ένα τρίτο (1/3) αδιαίρετα σε έκαστο των εναγόντων (ήδη εφεσιβλήτων της πρώτης - α' - από τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις - εκκαλούντων της δεύτερης - β' - αυτών), οι οποίοι ευθύς μετά την ως άνω μεταβίβαση επιλήφθηκαν της νομής αυτού και ενεργούν επ' αυτού όλες τις προσήκουσες σε ψιλούς συγκυρίους διακατοχικές πράξεις (όπως επίσκεψη, προστασία από καταπατήσεις τρίτων κ.ο.κ.) και επομένως, έχουν καταστεί ψιλοί συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό ένα τρίτο (1/3) αδιαίρετα ο καθένας τους κύρια μεν με παράγωγο τρόπο και δη λόγω της προαναφερθείσας δωρεάς προς αυτούς (άρθρα 369, 496, 498, 1033, 1192 αρ. 1 ΑΚ), επικουρικά δε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στον χρόνο νομής τους και τον χρόνο νομής της ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους, η οποία, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 983 ΑΚ, ανατρέχει στο έτος 1973 (άρθρα 1045 και 1051 ΑΚ).

Εντός του ανωτέρω ακινήτου και δη στο βορειοδυτικό μέρος αυτού υπάρχει τμήμα εμβαδού εκατόν είκοσι πέντε τετραγωνικών μέτρων και ογδόντα δύο τετραγωνικών εκατοστών (125,82 τ.μ.), το οποίο συνορεύει νοτιοανατολικά σε μήκος δεκαέξι (16) μέτρων, με την υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων, δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου, βορειοδυτικά με δρόμο σε μήκος δέκα μέτρων και είκοσι δύο εκατοστών (10,22 μ.) και βορειοανατολικά με δρόμο σε μήκος (9) μέτρων.

Η περί του αντιθέτου δε μαρτυρία των ως άνω ενόρκως βεβαιούντων Ε. Κ., Θ. Γ. και Σ. Π., ότι η επιφάνεια του ανωτέρω οικοπέδου, αρχικής ιδιοκτησίας Δ. Η., δεν υπερέβαινε τα τριάντα με πενήντα (30 - 50) τετραγωνικά μέτρα, ήτοι ότι εν πολλοίς ταυτιζόταν με την επιφάνεια της υπάρχουσας οικίας και ότι σε κάθε περίπτωση δεν εκτεινόταν βορειοδυτικά αυτής, όπου υπήρχε μόνο κοινοτικός χώρος και ιδιοκτησία Ρ., δεν κρίνεται ως προδήλως υπερβολική διόλου πειστική, καθώς όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από κανένα από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αλλά και έρχεται και σε κατάδηλη αντίθεση με τον τίτλο ιδιοκτησίας της εναγομένης (ήδη εκκαλούσας της πρώτης - α' - από τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις και εφεσίβλητη της δεύτερης - β' - αυτών).

Ειδικότερα με το υπ' αριθμ. 7.104 / 16.10.2013 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ... Σ. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένο με αύξοντα αριθμό 83, στον τόμο 10 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., η εναγομένη (ήδη εκκαλούσα της πρώτης - α' - από τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις και εφεσίβλητη της δεύτερης - β' αυτών) φέρεται ότι αποκτά λόγω αγοράς από τους Ι.

και Β. Γ. την κυριότητα ενός οικοπέδου, ευρισκομένου στον ίδιο ως άνω οικισμό, επιφάνειας διακοσίων πενήντα επτά τετραγωνικών μέτρων και εβδομήντα τετραγωνικών εκατοστών (257,70 τ.μ.), το οποίο συνορεύει περιμετρικά βορειοανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά συνολικού μήκους δεκατεσσάρων μέτρων και εξήντα οχτώ εκατοστών (14,68 μ.) με κοινοτική οδό, ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά συνολικού μήκους δεκαπέντε μέτρων και τριάντα πέντε τετραγωνικών εκατοστών (15,35 μ.) με ιδιοκτησία Η., νοτιοανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά συνολικού μήκους δεκατριών μέτρων και ογδόντα πέντε εκατοστών (13,85 μ.) με κοινοτικό χώρο και δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά συνολικού μήκους δεκαοχτώ μέτρων και πενήντα εκατοστών (18,50 μ.) με κοινοτική οδό, χωρίς πουθενά να αναφέρεται ότι αυτό συνορεύει και με ιδιοκτησία Ρ., όπως θα έπρεπε, αν ήταν αληθή τα όσα κατέθεσαν οι ανωτέρω ενόρκως βεβαιούντες.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι εντός του ανωτέρω τμήματος η εναγομένη (ήδη εκκαλούσα της πρώτης - α' - από τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις - εφεσίβλητη της δεύτερης - β' - αυτών) κατασκεύασε ορθογώνιο κτίσμα από πέτρα με συνδεδεμένη τσιμέντο και σενάζ από μπετόν, μήκους δεκαπέντε (15) μέτρων και πλάτους τεσσάρων μέτρων και δέκα εκατοστών (4,10 μ.) και σε συνέχεια του υφιστάμενου στην ως άνω ιδιοκτησία της πέτρινου μανδρότοιχου, μανδρότοιχο μήκους δεκαέξι (16) μέτρων, ύψους τριών (3) μέτρων και πάχους πενήντα εκατοστών (0,50 μ.), με πέτρα συνδεδεμένη με τσιμέντο και σενάζ από μπετόν και πάνω από αυτό σιδηρούς πασσάλους και συρμάτινο πλέγμα, αποκόπτοντας με τον τρόπο αυτό το ανωτέρω εδαφικό τμήμα από την ιδιοκτησία των εναγόντων (ήδη εφεσιβλήτων της πρώτης - α'- από τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις και εκκαλούντων της δεύτερης - β' - αυτών), τους οποίους απέβαλε από τη συννομή τους επ' αυτού.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα, πρέπει αμφότερες οι κρινόμενες εφέσεις να απορριφθούν, κατά το μέρος που έγιναν τυπικά δεκτές, ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Μετά ταύτα το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις της εναγομένης (1ης αναιρεσείουσας) και του πρωτοδίκως υπέρ αυτής (προσθέτως) παρεμβάντος Ν. Ρ., (2ου των αναιρεσειόντων), ως και την αντίθετη έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), απέρριψε αυτές κατ'ουσίαν, επικυρώνοντας την (πρωτοδίκη) απόφαση 41 / 2015 του Ειρηνοδικείου Καλαβρύτων, που είχε δεχθεί εν μέρει την διεκδικητική και τη σωρευθείσα σε αυτή αγωγή προστασίας της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δίκασαν Μονομελές Πρωτοδικείο, αναφορικά με την διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την κτήση κυριότητας (με παράγωγο άλλως πρωτότυπο τρόπο) της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, στο μείζον ακίνητο, (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο), με την εντός αυτού ευρισκόμενη οικία, ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που αναφέρονται στην μείζονα σκέψη.

Ειδικότερα ενώ έγινε δεκτό ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός των αναιρεσιβλήτων Δ. Η. με την από 21 - 9 - 1963 δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμο του την θυγατέρα του Ν. Κ., (άμεση δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων), η οποία μετά το θάνατο του πατέρα της, το έτος 1973, αποδέχθηκε και μετέγραψε νόμιμα την σχετική πράξη αποδοχής της κληρονομιάς του και ότι στη διαθήκη αυτή γινόταν λόγος για παριέλευση στη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων μιας οικίας του διαθέτη, χωρίς αυτή να περιγράφεται περαιτέρω, δεν αιτιολογείται στη συνέχεια επαρκώς, πως η τελευταία απέκτησε, με βάση την πιο πάνω διαθήκη, την κυριότητα όχι μόνο της εκεί αναφερόμενης "οικίας", αλλά και του περιβάλλοντος αυτή χώρου (οικοπέδου), εμβαδού 852,91 τμ, όπως έγινε δεκτό με την απόφαση.

Δεν αποτελεί δε επαρκή αιτιολογία η περαιτέρω παραδοχή του δικαστηρίου, ότι "η αναφορά... στην διαθήκη γίνεται μόνο σε οικία, γιατί ο διαθέτης αντιλαμβανόταν το κτίσμα και τον περιβάλλοντα αυτού χώρο ως μία λειτουργική ενότητα, την οποία απέδιδε συνεκδοχικά, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας με τη χρήση του όρου οικία", καθόσον και πάλι δεν διευκρινίζεται ποια ακριβώς είναι τα όρια και η έκταση του μείζονος ακινήτου που θεωρούσε ο διαθέτης ότι αποτελεί τον περιβάλλοντα χώρο της οικίας, όταν μάλιστα αυτός εκτείνεται σε εμβαδόν 852,91 τμ και για τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ο διαθέτης ουδεμία σχετική μνεία έκανε στη διαθήκη του.

Επιπλέον, δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση καμία εμφανής υλική πράξη νομής της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων στο μείζον ακίνητο των 852,91 τμ και στην εντός αυτού ευρισκόμενη οικία από το έτος 1973, όταν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, αυτή κατέστη αποκλειστική νομέας του πιο πάνω ακινήτου, προκειμένου να κριθεί, αν απέκτησε με την συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου άσκησης της νομής την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και να μπορεί, ως αληθής κυρία, να μεταβιβάσει στους αναιρεσίβλητους, το έτος 2012, την ψιλή κυριότητα του μείζονος ακινήτου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαίρετου στον καθένα με δωρητήριο συμβόλαιο, νόμιμα μεταγεγραμμένο.

Συνεπώς δεν μπορεί, στην περίπτωση αυτή, να προσμετρηθεί στο χρόνο νομής των αναιρεσιβλήτων, ο χρόνος νομής της πιο πάνω δικαιοπάροχου τους, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να αποκτήσουν το εν λόγω δικαίωμα, επικουρικά, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Πρέπει, επομένως, οι σχετικοί πρώτος, κατά το β' μέρος και δεύτερος, κατά το α' μέρος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι αμέσως πιο πάνω (από το άρθρ. 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως προεκτίθεται), πλημμέλειες, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλον δικαστή, πλην αυτής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιστραφεί το κατατεθέν παράβολο στους αναιρεσείοντες και κατά παραδοχή του αιτήματος τους να επιβληθεί στους ηττώμενους αναιρεσίβλητους η δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρο 176,183,191§2, 495§3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 34/2018 απόφαση του (ως Εφετείου δικάσαντος) Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Μονομελές Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτής που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Και Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ