Legislator Case Law & Legislation
295/2019 AI generated

295/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 295/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πέτρο Σαλίχο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

295/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά τον αρ 10 του ιδίου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ακόμη, κατά το αρ. 11γ του άνω άρθρου θεμελιώνεται αναιρετήριος λόγος, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 295 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 295 /2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πέτρο Σαλίχο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 9η Ιανουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Π. συζ. Ε. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άγγελο Τσάση.

Του αναιρεσιβλήτου:Π. Α. Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Σακελλαρίου

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-1992 αγωγή της Γ. χας Α. Κ. και του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν: η Πράξη 990/1993 και οι αποφάσεις 12638/1995, οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου, 9567/1997 μη οριστική, 2336/2014 οριστική του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-11-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 20-12-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Ο από τον αρ.1 εδ. α του αρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση, του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της αναγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της Κατά δε το εδ.

β του ιδίου άρθρου και αριθμού, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητος με την βοήθεια των φυσικών επιστημών προς εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών.

Περαιτέρω, κατά τον αρ 10 του ιδίου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ακόμη, κατά το αρ. 11γ του άνω άρθρου θεμελιώνεται αναιρετήριος λόγος, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Επίσης, λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων (αρ. 12 του ιδίου άρθρου ). Προσέτι, κατά τον αρ. 19 του άνω άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

ΙΙ. Οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, επιτρεπτώς επισκοπούμενες, έχουν ως εξής: "Το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 235,50 τ.μ. και αποτυπώνεται στο από 1-3-1951 σχεδιάγραμμα των μηχανικών Μ. Χ. Γ. Μ., βρίσκεται στη θέση "…." μεταξύ των οδών ..., στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου …. Αττικής, όπως κατά τα λοιπά περιγράφεται στην εκκαλουμένη, η ταυτότητα του οποίου και δεν αμφισβητείται. Το ακίνητο αυτό απέκτησε το 1952 ο Α. Κ., δικηγόρος, κατά κυριότητα, με αγορά από τους προηγούμενους αληθινούς κυρίους, Α. Φ., Π. Φ., Ε. Φ., Ι. Φ., Ν. Φ. και Δ. Φ., με το (προσκομιζόμενο από την ίδια την εναγομένη) ….29/1952 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ι. Κ. που νόμιμα μεταγράφηκε. Ο ανωτέρω αγοραστής απεβίωσε στις 28/12/1965, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε από την (πρώτη αρχικώς ενάγουσα) Γ. ή Μ. Κ., σύζυγό του, και τον δεύτερο ενάγοντα, Π. Κ., γιο του, κατά ποσοστά 1/4 και 3/4 αντιστοίχως (ΑΚ 1813, 1820). Αυτοί αποδέχθηκαν την κληρονομιά, δυνάμει της ….457/1975 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Η. Κ. που νόμιμα μεταγράφηκε. Εν συνεχεία, στις 25-1-1994, κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης, απεβίωσε και η πρώτη ενάγουσα, Γ. Κ. που κληρονομήθηκε από τον γιο και μοναδικό κληρονόμο της, Π. Κ. (δεύτερο ενάγοντα), όπως δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, ο οποίος και αποδέχθηκε την κληρονομία, δυνάμει της ….70/2008 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου, Μ. Ν., που νόμιμα μεταγράφηκε.

Έτσι, υπεισήλθε στη θέση της αρχικώς ενάγουσας και συνεχίζει τη δίκη για το δικό της μερίδιο, 1/4 εξ αδιαιρέτου (άρθρ. 286 ΚΠολΔ). Το κληρονομικό δικαίωμα των εναγόντων δεν αμφισβητείται από την εναγομένη και, συνεπώς, αποδεικνύεται η κύρια βάση της αγωγής που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας με κληρονομική διαδοχή (βλ.

και την πιο πάνω 9567/1997 εφετειακή απόφαση). Αμφισβητείται, ωστόσο, το δικαίωμα κυριότητάς τους επί του επιδίκου, διότι κατά τη σχετική καταλυτική της κυριότητας ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε, ο δικαιοπάροχος τους, Α. Κ., της το είχε ατύπως μεταβιβάσει κατά κυριότητα ήδη από το έτος 1957, από τότε δε εκείνη το νεμήθηκε συνεχώς και αδιαλείπτως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (ΑΚ 1045), έως την άσκηση της αγωγής (1992).

Συγκεκριμένα, η εναγομένη, η οποία έχει στην κυριότητά της όμορο ακίνητο νότια του επιδίκου, ισχυρίζεται ότι το έτος 1957 εγκαταστάθηκε σ' αυτό, το υδροδοτούσε, φύτευε κηπευτικά και το αποψίλωνε από την άγρια βλάστηση. Φύτεψε ένα κυπαρίσσι το έτος 1960 και μια συκιά το ίδιο έτος περίπου (άνω των 35 ετών αναγράφεται στην από 20-9-1995 προτάσεις της), ενώ το 1962 το περιέφραξε και κατασκεύασε αναβαθμούς (ξηρολιθιές) και από τότε τους συντηρούσε.

Επίσης την ίδια χρονιά κατασκεύασε μέσα σε αυτό ένα ξύλινο παράπηγμα ("παράγκα"). Ειδικότερα, όσον αφορά στις επιμέρους πράξεις νομής, που επικαλείται η ενάγουσα, θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Όπως αποδεικνύεται, κυρίως, από την από 5-12-2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού - αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γ.

Α., ο οποίος προέβη σε ανάλυση των προσκομιζόμενων σ' αυτόν τον ενάγοντα ζευγών αεροφωτογραφιών των ετών 1959 έως 1990 (η εναγομένη δεν προσκόμισε σ' αυτόν οποιοδήποτε έγγραφο, αν και τής ζητήθηκε - βλ. σελίδα 3 πραγματογνωμοσύνης) το επίδικο οικόπεδο, καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα και ιδίως κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα έως το 1972 (αφού η αγωγή ασκήθηκε το έτος 1992), είχε τα χαρακτηριστικά χορτολιβαδικής εκτάσεως χωρίς εμφανείς πράξεις φυτεύσεως οπωροφόρων δένδρων ή κηπευτικών και χωρίς ουσιώδη διαφοροποίηση στη χρήση του από καλλιεργητικής απόψεως.

Αυτοτελής υδροδότηση του, με την ύπαρξη ξεχωριστού υδρομετρητή και βρύσης, δεν αποδείχθηκε. Η συκιά που βρίσκεται μέσα στο επίδικο διακρίνεται για πρώτη φορά σε αεροφωτογραφία λήψεως του 1990 (βλ. σελίδα 14 άνω πραγματογνωμοσύνης), ενώ το κυπαρίσσι που βρίσκεται επίσης μέσα στο επίδικο και στο κέντρο περίπου της προσόψεως, με θεώρηση από την οδό ..., εκτός του ότι είναι αυτοφυές φυτό (έστω και σε μικρή συχνότητα), εμφανίζεται- για πρώτη φορά σε αεροφωτογραφία λήψεως του 1976 και όχι νωρίτερα - και πάντως δεν αποτυπώνεται στις αντίστοιχες αεροφωτογραφίες του έτους 1965 ή 1970 (βλέπε σελίδες 12-13 άνω πραγματογνωμοσύνης), όπως θα έπρεπε αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι φυτεύτηκε το 1960 κατόπιν προμήθειάς του από το Δήμο ….

όπου εργαζόταν ο σύζυγος της, όπως γίνεται μνεία στις από 20-9-95 προτάσεις της τελευταίας (αν και στην από 29-9-95 προσθήκη γίνεται μνεία για αγορά του κυπαρισσιού από το Δήμο ….). Η εναγομένη δεν προσκομίζει τεχνική έκθεση γεωπόνου - δασολόγου ούτε οποιοδήποτε άλλο ικανό αποδεικτικό μέσο σχετικά με την ακριβή ηλικία του δένδρου (που μπορεί ευχερώς να εξακριβωθεί από τους δακτυλίους του κορμού) και να ανατρέπει τα πορίσματα της άνω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης.

Διαμόρφωση του εδάφους με αναβαθμούς (ξηρολιθιές) δεν απεικονίζεται καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το 1952 έως το 1989. Ξύλινο οίκημα ("παράγκα") δεν αποτυπώνεται σε καμία αεροφωτογραφία (και σίγουρα όχι μεταξύ 1960-1965), παρά μόνο μια μικρή ξύλινη κατασκευή, που χρησιμοποιήθηκε ως οικία σκύλου ή κοτέτσι και η οποία αποτυπώνεται σε αεροφωτογραφία του 1983 (βλέπε σελίδα 14 άνω πραγματογνωμοσύνης).

Το επίδικο δεν ήταν ποτέ πανταχόθεν περίκλειστο, με μοναδική διέξοδο επικοινωνίας από το 1962 και εφεξής μόνο την προς νότο ιδιοκτησία της εναγομένης, όπως ισχυρίζεται η τελευταία (βλέπε τις από 15-9-95 προτάσεις της, σελίδα 6), ενώ δεν περικλείστηκε από την οδό ..., αλλά ούτε και από την οδό ... Ο παλαιός μανδρότοιχος, μήκους περίπου 12 μέτρων επί της οδού ..., είχε κατασκευαστεί περί το έτος 1970 από την όμορο προς βορρά ιδιοκτήτρια Τ..

Προς απόδειξη της βασιμότητας της ενστάσεως κυριότητας που προέβαλε η εναγομένη, το βάρος αποδείξεως της οποίας φέρει η ίδια, δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει κανένα απολύτως έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο ικανό αποδεικτικό μέσο που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς της, παρά μόνο στηρίζεται σε μαρτυρίες τρίτων προσώπων (που εξετάστηκαν στο πλαίσιο προγενέστερων δικών) και μάλιστα γειτόνων της, δηλαδή ατόμων φιλικά διακείμενων προς αυτήν, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν κρίνονται και πειστικές, αφού ανατρέπονται από την παρατιθέμενη, σαφή και εμπεριστατωμένη, για την κατάσταση της νομής του επιδίκου, πραγματογνωμοσύνη.

Η εναγομένη δεν προσκόμισε σε καμία συζήτηση, ούτε και στην παρούσα, αντίγραφο υποβληθεισών δηλώσεων στοιχείων ακίνητης περιουσίας ("Ε9"), ώστε να αποδείξει ότι, έστω και σε μεταγενέστερο στάδιο, συμπεριέλαβε το επίδικο ως μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας της. Εξάλλου, αν αλήθευε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το επίδικο της είχε παραχωρηθεί ατύπως από το έτος 1957 από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, Α.

Κ., αυτή θα το είχε εμφανίσει ως δικό της ήδη από το 1962 κατά την έκδοση της 930/1962 πολεοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Αθηνών στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα που κατέθεσε. Αντίθετα, σε τέτοια ενέργειά προέβη η εναγομένη μόλις το έτος 1977 με την υποβολή του από Δεκεμβρίου 1976 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Δ.

Π. για την έκδοση της ….8/1977 οικοδομικής άδειας, του ίδιου Πολεοδομικού Γραφείου, οπότε και η εναγομένη ανήγειρε οικία επί του μη αμφισβητούμενου προς νότο ακινήτου της. Κατά τις εργασίες αυτές η εναγομένη κατέλαβε, το έτος 1977, μικρό τμήμα του επιδίκου, εμβαδού μόλις 1,60 τ.μ., που διέλαθε της προσοχής των εναγόντων.

Και ως προς αυτό, ωστόσο, το τμήμα δεν κατέστη κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού η αγωγή ασκήθηκε το 1992. Επίσης, η εναγομένη απέφυγε να προβεί, ως κάλλιστα θα μπορούσε, αν ήταν κυρία του επιδίκου, στη διάνοιξη εξώστη ή παραθύρων προς αυτό, αντί δύο απλών φωταγωγών που κατασκεύασε. Μάλιστα δεν αντέδρασε, όταν το έτος 1978 οι ενάγοντες προέβησαν σε περίφραξη του επιδίκου.

Οι τελευταίοι επέβλεπαν και οριοθετούσαν το επίδικο, συνέτασσαν τοπογραφικά σχέδια, ενώ κατά τη δεκαετία του 1970 το επισκέπτονταν συχνά, λόγω και του ότι είχαν εμπλακεί σε δικαστικούς αγώνες με την Ε. Μ. για το γειτονικό ακίνητό τους επί της οδού ... και με την οικογένεια Κ. για άλλο ακίνητο επί της οδού ....

Αντίθετα, η εναγομένη εκμεταλλευόμενη την αραίωση των επισκέψεων των εναγόντων από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 (όταν και έπαψαν οι ανωτέρω δικαστικές διενέξεις), άρχισε από τότε να προβαίνει σταδιακά σε πράξεις νομής επί του επιδίκου, όταν και τοποθέτησε, όπως προαναφέρθηκε, ξύλινο οικίσκο (κοτέτσι ή οικία σκύλου), διάφορα αδρανή υλικά, αλλά και άρχισε να φυτεύει στο επίδικο, χωρίς, επομένως, να έχει συμπληρωθεί μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (έτος 1992) ο απαιτούμενος, κατά νόμο, χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας και να γίνει, έτσι, αυτή κυρία του επιδίκου κατ' άρθρ. 1045 ΑΚ.

Θα πρέπει να σημειωθεί σε σχέση με τις απαλλακτικές για την εναγομένη 76235/1995 και 59898/1993 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (για τα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και παράβασης Ν. 1599/1986, αντιστοίχως), ότι εκτός του ότι δεν δεσμεύουν την κρίση του πολιτικού δικαστηρίου, στην πρώτη γίνεται αναφορά για την από έτη κατασκευή τειχίου περίφραξης από την εναγομένη, όχι όμως σε χρόνο αναγόμενο πριν από το 1972, αλλά κατά το έτος 1977, περίπου.

Εξάλλου, και η ίδια η εναγομένη, απολογούμενη ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου την 1-11-1995, κατέθεσε ότι το 1977 έκτισε το τειχίο (επί της οδού ...), ισχυρισμός δηλαδή, που και αληθής υποτιθέμενος, δεν αρκεί να τής προσδώσει κυριότητα επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (για το τειχίο της οδού ...

καταθέτει ότι υπήρχε από το 1956, ήτοι πριν από την επικαλούμενη "άτυπη μεταβίβαση")".

ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στις κατ' αρθρ. 559 αρ. 1 εδ.α, 19 Κ.ΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενη τα κατωτέρω : Με τις ως άνω παραδοχές της η προσβαλλόμενη δέχεται ότι, η αναιρεσείουσα Π. Μ. δεν ενήργησε ουδεμία πράξη νομής στο επίδικο ακίνητο τουλάχιστον μέχρι το έτος 1980, και αντιθέτως δεχόμενη τις πράξεις επιβλέψεως του επιδίκου, της συντάξεως τοπογραφικών σχεδίων από τον αναιρεσίβλητο και αρχικώς ενάγοντα Π.

Κ.. Εντούτοις, δεν αιτιολογεί με κανένα επαρκές στοιχείο και σκεπτικό την ύπαρξη των ήδη υφισταμένων τοιχίων (δεν αποφαίνεται για το ποιος τα κατασκεύασε, είτε η αναιρεσείουσα είτε ο αναιρεσίβλητος). Δηλαδή δεν αιτιολογεί από ποιόν έγιναν, σε ποιό χρονικό διάστημα, δεδομένου και αδιαμφισβήτητου του γεγονότος ότι ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε έλαβε άδεια περιφράξεως και ουδέποτε δήλωσε παράτυπη κατασκευή τοιχίων ή αναβαθμών.

Τούτο προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως στο πέμπτο φύλλο της αλλά και από τις προτάσεις που κατέθεσαν και οι ίδιοι οι αντίδικοι στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, η μεν αναιρεσείουσα δηλώνει την ύπαρξη ξηρολιθιάς από την πλευρά της κατοικίας της στην οδό ... καθώς και την χαμηλή τοιχοποιία της οδού ...

η οποία και εν συνεχεία από την ίδια την αναιρεσείουσα μετατράπηκε σε τοιχοποιΐα από τσιμεντόλιθους, ενώ ο αναιρεσίβλητος όχι μόνο αποσιωπεί επιμελώς την ύπαρξη τοιχοποιΐας και από την πλευρά της οδού ... και από την πλευρά της οδού ...,αλλά δεν την αμφισβήτησε ποτέ ως υπάρχουσα, χωρίς να προβάλλει τη σχετική άρνηση ότι τις τοιχοποιίες κατασκεύασε ο ίδιος και όχι η αναιρεσείουσα.

Σε καμιά δε των περιπτώσεων ο αναιρεσίβλητος δεν ισχυρίστηκε τον χρόνο κατασκευής του συρματοπλέγματος, αλλά μόνο το γεγονός ότι έστειλε δικό του άνθρωπο να μετρήσει για περίφραξη το επίδικο. Με τις παραδοχές τις αυτές η προσβαλλομένη απόφαση παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 974 του ΑΚ. Περαιτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση, συνήγαγε χρόνο νομής των εναγόντων από το γεγονός ότι το επίδικο ήταν αγορασμένο από τον δικαιοπάροχό τους και εν συνεχεία εκείνοι αποδέχθησαν το επίδικο ως κληρονομιαίο.

Περαιτέρω δε η προσβαλλομένη συναρτά την κτήση κυριότητας δια της νομής με έκτακτη χρησικτησία από μονομερή απευθυντέα δήλωση της προς τις φορολογικές αρχές του Ελληνικού Δημοσίου, δια της καταρτίσεως εντύπου Ε9, αξίωσε δηλαδή στοιχεία για την κτήση κυριότητος με χρησικτησία περισσότερα από αυτά που ορίζει ο νόμος.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, τούτου δοθέντος καθότι υπό την επίφαση των προειπωθεισών πλημμελειών πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

ΙV. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην κατ' αρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β ΚπολΔ πλημμέλεια, διότι παρεβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, υπό την έννοια, ότι Α) Η προσβαλλομένη απόφαση, αν και ο αναιρεσίβλητος και ο απώτερος δικαιοπάροχος του δεν αναφέρθηκαν που θενά σε εμφανείς πράξεις νομής που αφορούν το επίδικο οι οποίες συνίσταντο είτε σε κατασκευή τοιχοποιίας, είτε σε κατασκευή αναβαθμών από ξηρολιθιά, είτε σε καλλιέργεια και περιποίηση δέντρων και φυτών, θεωρεί δεδομένο ότι τις πράξεις αυτές δεν τις ενήργησε η αναιρεσείουσα.

Αντιθέτως, θεωρεί ότι με την επίβλεψη και την αποδοχή κληρονομιάς δέκα έτη μετά το θάνατο του διαθέτη (έτος 1975), τεκμαίρεται η νομή του. Β) Αν και αυτές όλες οι μορφοποιήσεις που περιγράφουν οι δύο τεχνικές εκθέσεις είναι οφθαλμοφανέστατες στον οποιονδήποτε, ο αναιρεσίβλητος προβαίνει σε αποδοχή κληρονομιάς μόλις το έτος 1975 και εγείρει αγωγή διεκδικήσεως του επιδίκου στις 23-3-1992.

Ομολογεί δε στο με ημερομηνία 22-2-1987 σημείωμα του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων "Μετά την εφαρμογήν του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, η οδός ... κατέλαβε αρκετά μεγάλο τμήμα του οικοπέδου Μ. Ο δικαιοπάροχος μας Α. Κ., δικηγόρος της οικογενείας Φ., επέτυχε μετά δικαστικούς αγώνας πολλών ετών και εδικαιώθησαν οι πελάται του έναντι του διεκδικούντος την περιοχή … και έλαβεν ως αμοιβή του πλέον των 20 οικοπέδων.

Μεταξύ αυτών είναι και το επίδικον. Όταν η περιοχή ενετάχθη εις το σχέδιον πόλεως, το μεν επίδικον ουδόλως εθίγη. Ενώ το αγορασθέν από τον αντίδικον κατελήφθη κατά έν μεγάλο τμήμα του από την οδόν ..., εξ ου λόγου ο τελευταίος εθεώρησε σκόπιμο να καταλάβη εν τμήμα του οικοπέδου μας, πράγμα το οποίον τώρα μόλις αντελήφθημεν...".

Γ) Η επικοινωνία με το περίκλειστο επίδικο οικόπεδο γινόταν μόνον από μια πόρτα πλάτους 0,80 μέτρων μέσω της οικοδομής της αναιρεσείουσας. Από αυτό και μόνο το γεγονός αυτοτελώς εκτιμώμενο, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα θεωρούσε ανέκαθεν το επίδικο δικό της και όριζε εκείνη και μόνο τον τρόπο προσβάσεως σε αυτό.

Αντιθέτως, αν οι ενάγοντες είχαν ενεργήσει περίφραξη και περιτοίχιση του επιδίκου θα είχαν φροντίσει να υπάρχει ορατή δίοδος σε αυτό με άνοιγμα (πόρτα) από την περίφραξη.

Την περίφραξη του επίδικου οικοπέδου από την οδό ... προ του έτους 1975 επιβεβαιώνει και η από 14-5-1987 έκθεση του τεχνικού συμβούλου του αναιρεσιβλήτου Σ. Β.. Κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις, η προσβαλλόμενη δεχόμενη ακριβώς αντίθετα πραγματικά περιστατικά, εχει παραβιάσει τους όρους κανόνος δικαίου που ορίζει την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, η οποία προβλήθηκε κατ' ένσταση και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, έναντι του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι η δική του κυριότητα στηριζόμενη σε παράγωγο τρόπο, ουδέποτε διαταράχθηκε από πράξεις νομής διανοία κυρίου της αναιρεσείουσας, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 974 του ΑΚ.

Συνεπώς η προσβαλλομένη πρέπει να αναιρεθεί κατ' άρθρο 559 αριθμός 1 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι τα υπό της αναιρεσείουσας άνω υποστηριζόμενα δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας. V. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα καταλογίζει στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στη κατ' άρθρ. 559 αρ 11γ Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, καθότι δεν έλαβε υπόψιν του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο ουσιώδη έγγραφα (αποφάσεις δικαστηρίων, ποινικές και πολιτικές, ένορκες βεβαιώσεις, πολεοδομικού ενδιαφέροντος έγγραφα, κατά τα ειδικότερα εκεί εκτιθέμενα). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος,καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψιν του όλα τα εκατέρωθεν επικληθέντα και προσκομιθέντα έγγραφα, όπως άλλωστε μνημονεύεται στην προμετωπίδα του αποδεικτικού πορίσματος. Η διαφορετική κατεύθυνση της δικανικής κρίσεως απ' την έννομη επιδίωξη της αναιρεσείουσας δεν ισοδυναμεί με μη λήψη υπόψη.

VI. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην υπ' αρ. 10 του άνω άρθρου πλημμέλεια, διότι: " Ακολούθως προς τις παραδοχές της προσβαλλομένης, έγινε δεκτό το ακόλουθο συμπέρασμα το οποίο αναφέρεται στην αρχή του 5ου φύλλου της, δηλαδή ότι "η ίδια, δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει κανένα απολύτως έγγραφο ή οποιοιδήποτε άλλο ικανό αποδεικτικό μέσο που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς της.

παρά μόνο στηρίζεται σε μαρτυρίες τρίτων προσώπων (που εξετάστηκαν στο πλαίσιο προγενέστερων δικών) και μάλιστα γειτόνων της. δηλαδή ατόμων φιλικά διακείμενων προς αυτήν, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν κρίνονται και πειστικές, αφού ανατρέπονται από την παρατιθέμενη, σαφή και εμπεριστατωμένη, για την κατάσταση της νομής του επιδίκου πραγματογνωμοσύνη...".

Με την ακόλουθη σκέψη της η προσβαλλομένη, θέτει ως βάση του αιτιολογικού της, το αξίωμα ότι το συμπέρασμα της εκάστοτε πραγματογνωμοσύνης αποτελεί αμάχητο τεκμήριο υπέρ του ωφελουμένου από το πόρισμα της περί των πράξεων νομής που τελέστηκαν επί του επιδίκου. Η πλημμέλεια στην οποία υπέπεσε η προσβαλλομένη ανάγεται στο γεγονός ότι α.

έλαβε αυθαιρέτως υπόψη, απόδειξη που είχε διαταχθεί για άλλο θέμα, ή β. επικουρικώς ότι δέχθηκε ως αληθινά πράγματα, χωρίς να μνημονεύσει από ποια αποδεικτικά στοιχεία έχει αντλήσει την απόδειξη αυτή (Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος Η Αναιρετική Διαδικασία, 1997, σελίδα 349 παράγραφος 199). Έπραξε δηλαδή την πλημμέλεια ότι εκτίμησε αποδείξεις για άλλη βάση παρά εκείνης για την οποία αυτές είχαν ταχθεί.

Η προσβαλλόμενη λαμβάνοντας υπόψη της κυρίως την πραγματογνωμοσύνη Α. και όχι τις αυτοψίες άλλων δικαστηρίων και μαρτυρίες που ανάγονται στις δεκαετίες 1960-1970, δέχεται πράγματα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από κανένα ούτε καν και από τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο, ήτοι: Σύμφωνα με αυτά που αναγράφονται στην έκθεση του πραγματογνώμονα, στην αεροφωτογραφία του έτους 1983 απεικονίζεται για πρώτη φορά το κυπαρίσσι, ενώ η φύτευση και η ύπαρξη του από το έτος 1962 δεν αμφισβητείται από κανέναν ούτε καν από τον ίδιο τον αντίδικο αναιρεσίβλητο, ο οποίος στην ένδικη αγωγή του (σελ. 8) ισχυρίζεται ότι το κυπαρίσσι το είχε φυτεύσει η δασική υπηρεσία κατά το 1950, στην προσπάθεια της αναδασώσεως της όλης περιοχής.

Την ύπαρξή του αναγνωρίζει και στο ανωτέρω 16-2-1987 σημείωμα του στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επίσης στην αεροφωτογραφία αυτή, η πραγματογνωμο-σύνη εμφανίζει το επίδικο ως μη περίκλειστο από την οδό ... δηλαδή δεν απεικονίζεται ο τοίχος και το συρματόπλεγμα, τα οποία όπως εγγράφως βεβαιώνει ο μηχανικός του αντιδίκου Σ.

Β. στην από 14-5- 1987 έκθεσή του, υπήρχε πριν από το έτος 1975. Στην ανωτέρω αεροφωτογραφία δεν φαίνεται και το συρματόπλεγμα από την οδό ... την ύπαρξη του οποίου, δεν αμφισβητεί και ο αντίδικος, ισχυριζόμενος ότι αυτό και άλλο επί της οδού ..., δήθεν τα τοποθέτησε με εντολή του το συνεργείου του Σ. Στην αεροφωτογραφία του έτους 1989 δεν εμφανίζεται στην οδό ...

ο υπερυψωμένος τοίχος (η υπερύψωση του οποίου έγινε από το σύζυγο της αναιρεσείουσας το έτος 1977 συγχρόνως με την επέκταση της οικοδομής της και υφίσταται ο ίδιος μέχρι σήμερα), την ύπαρξη του οποίου βεβαιώνει με την ανωτέρω από 14-5-1987 τεχνική έκθεσή του ο ανωτέρω Μηχανικός των αντιδίκων, Σ. Β.ς. Ακόμα στην αεροφωτογραφία του έτους 1990 της πραγματογνωμοσύνης στην οποία στηρίζεται η προσβαλλομένη απόφαση, ξηρολιθιές ή άλλες καλλιέργειες δεν εμφανίζονται στο επίδικο ενώ ο μηχανικός των αντιδίκων (Β.) στην από 14-5-1987 τεχνική έκθεσή του αναφέρει στην παρ. 3: "Εντός του οικοπέδου αυτού σήμερα υπάρχουν και δύο αναβαθμοί από ξηρολιθιά".

Επίσης στην παρ.4 ο ανωτέρω μηχανικός Β., τεχνικός σύμβουλος του αναιρεσίβλητου, αναφέρει ότι, τα παρτέρια αυτά από ξηρολιθιά, φαίνονται σαν παλιές δομημένες πέτρες, αλλά η εικόνα αυτή εμφανίζεται στο γεγονός ότι ήταν επιφανειακή πέτρα μέσα στο οικόπεδο που έχει υποστεί την επίδραση του καιρικών συνθηκών.

Προσκομίζεται η υπ' αριθμόν 990/1993 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε αποδείξεις και την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης για να εξακριβωθεί αν το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων. Προσκομίζεται και η απόφαση του Εφετείου Αθηνών με αριθμό 9567/1997 με την οποία διετάχθη η πραγματογνωμοσύνη του Γ.

Α. εις την οποία κυρίως βασίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Αμφότερες τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης τις αντέκρουσε η αναιρεσείουσα στα δικαστήρια της ουσίας που δυστυχώς τις έκαναν δεκτές ανέλεγκτα και αβασάνιστα. Όμως, η προσβαλλομένη έκρινε μέσω πραγματογνωμοσύνης τα περί της νομής αναγόμενα ζητήματα, κάνοντας δεκτό το εξής: " ότι τα ανωτέρω ανατρέπονται από την σαφή και εμπεριστατωμένη για την κατάσταση της νομής του ακινήτου πραγματογνωμοσύνη ", χωρίς όμως να αναφέρει ποια είναι η κατάσταση της νομής και πως είναι δυνατόν από αυτήν (πραγματογνωμοσύνη) να προκύπτει ποιος είχε την κατοχή και ποιος ασκούσε τις πράξεις νομής.

Στο τέταρτο φύλλο (όπισθεν όψη) της η προσβαλλομένη βασίζει την κρίση της περί ανυπαρξίας πράξεως νομής της αναιρεσειούσης στην ακόλουθη σκέψη: " ενώ το κυπαρίσσι που βρίσκεται επίσης στο επίδικο και στο κέντρο περίπου της προσόψεως, με θεώρηση από την οδό ..., εκτός του ότι είναι αυτοφυές φυτό (έστω και σε μικρή συχνότητα), εμφανίζεται για πρώτη φορά σε αεροφωτογραφία λήψεως του 1976 και όχι νωρίτερα-και πάντως δεν αποτυπώνεται στις αντίστοιχες αεροφωτογραφίες του έτους 1965 ή 1970 (βλέπε σελίδες 12-13 άνω πραγματογνωμοσύνης), όπως θα έπρεπε αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι φυτεύτηκε το 1960 κατόπιν προμήθειας του από το Δήμο …, όπου εργαζόταν ο σύζυγος της. όπως γίνεται μνεία στις, από 20-9-95 προτάσεις της τελευταίας (αν και στην από 29-9-95 προσθήκη γίνεται μνεία για αγορά του κυπαρισσιού από το Δήμο …). Η εναγομένη δεν προσκομίζει τεχνική έκθεση γεωπόνου- δασολόγου ούτε οποιοδήποτε άλλο ικανό αποδεικτικό μέσο σχετικά με την ακριβή ηλικία του δένδρου (που μπορεί ευχερώς να εξακριβωθεί από τους δακτυλίους του κορμού) και να ανατρέπει τα πορίσματα της άνω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης".

Όμως με αυτή την σκέψη της, ότι δηλ. το κυπαρίσσι έχει φυτευθεί μετά το έτος 1976, η προσβαλλομένη, αν και κανείς από τους διαδίκους ουδέποτε αμφισβήτησε την ηλικία του δένδρου (κυπαρισσιού), αλλά αντιθέτως οι μεν ενάγοντες στην ένδικη αγωγή τους, (σελ. 8) δήλωσαν ότι αυτό υπήρχε εκεί, λόγω φυτεύσεως από το δασαρχείο το έτος 1950, η δε εναγομένη και αναιρεσείουσα ότι το είχε φυτεύσει ο σύζυγος της το έτος 1960, κάνει δεκτά πράγματα για τα οποία δεν είχε ισχυρισθεί κανένας από τους διαδίκους. Εφόσον αμφότερα τα διάδικα μέρη συνομολογούν ότι το κυπαρίσσι είχε φυτευθεί πριν από το έτος 1960, αυτή η ομολογία τους ανατρέπει το πόρισμα της άνω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και δεν χρειάζεται για ομολογημένα γεγονότα η εναγομένη να προσκομίζει τεχνική έκθεση γεωπόνου - δασολόγου είτε οποιοδήποτε άλλο ικανό αποδεικτικό μέσο σχετικά με την ακριβή ηλικία του δένδρου (που μπορεί ευχερώς να εξακριβωθεί από τους δακτυλίους του κορμού).

Με το σκεπτικό της αυτό η προσβαλλομένη, παραβιάζει ευθέως τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητος μέσω κτήσεως χρησικτησίας με νομή άνω της εικοσαετίας. Περαιτέρω δε, η προσβαλλομένη στο τέταρτο φύλλο (όπισθεν όψη, δύο στίχοι πριν από το τέλος) του σκεπτικού της δέχεται ότι: "Το επίδικο δεν ήταν ποτέ πανταχόθεν περίκλειστο, με μοναδική διέξοδο επικοινωνίας από το 1962 και εφεξής μόνο την προς νότο ιδιοκτησία της εναγομένης, όπως ισχυρίζεται η τελευταία (βλέπε τις από 15-9-95 προτάσεις της, σελίδα 6), ενώ δεν περικλείστηκε από την οδό ..., αλλά ούτε και από την οδό ... Ο παλαιός μανδρότοιχος, μήκους περίπου 12 μέτρων επί της οδού ..., είχε κατασκευαστεί περί το έτος 1970 από την όμορο προς βορρά ιδιοκτήτρια Τ.".

Με το ανωτέρω σκεπτικό υποπίπτει στην ίδια ως άνω πλημμέλεια καθότι οι αντίδικοι ουδέποτε πρότειναν άρνηση του ισχυρισμού της αναιρεσειούσης περί κατασκευής μαντρότοιχου επί της οδού …, ούτε και προέβαλλαν τον ισχυρισμό ότι τοίχος επί της οδού ..., είχε κατασκευαστεί περί το έτος 1970 από την όμορο προς βορρά ιδιοκτήτρια Τ..

Συνεπώς, με την ως άνω σκέψη, η προσβαλλόμενη έκανε δεκτά πράγματα το οποία δεν είχαν προταθεί και για τα οποία δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη από τα μέρη και δεν εκθέτει από ποιο αποδεικτικό στοιχείο έχει αντλήσει το βάσιμο της κρίσεως της.

Με το σκεπτικό της αυτό η προσβαλλομένη, παραβιάζει ευθέως τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητος μέσω κτήσεως χρησικτησίας με νομή άνω της εικοσαετίας. Η προσβαλλομένη τυγχάνει αναιρετέα κατ' άρθρο 559 αριθμ. 10. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού και εν προκειμένω υπό την επίφαση της πλημμέλειας πλήττεται το αναιρετικώς απυρόβλητον της κρίσεως περί τα πράγματα του ουσιαστικού δικαστηρίου.

VII. Με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα διατείνεται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην κατ' αρθρ. 559 αρ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι: "Η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε ισχυρισμό της αναιρεσειούσης που προτάθηκε βασίμως και παραδεκτώς και στον πρώτο και στον δεύτερο βαθμό ουσιαστικής κρίσεως και συνιστά ουσιωδώς ομολογία του αντιδίκου αναιρεσιβλήτου τόσο στο ζήτημα περί άτυπης δωρεάς του επιδίκου στην αναιρεσείουσα από τον Α. Κ., όσο και στο ζήτημα ότι ο δικαιοπάροχος δεν ασκούσε καμία πράξη νομής στο επίδικο κατά τον θάνατο του γιατί το είχε παραχωρήσει με άτυπη δωρεά, καθώς και ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ασκούσε καμία πράξη νομής σε αυτό, αλλά αντελήφθη την κατάληψη του μέσα στο έτος 1987.

Η αναιρεσείουσα πρότεινε τους εξής ισχυρισμούς, οι οποίοι έχουν ισχύ ομολογίας από τον αναιρεσίβλητο ενώπιον αρμοδίου δικάσαντος οργάνου αλλά και σε δικόγραφο του που απευθύνεται ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, μάρτυρας του αναιρεσιβλήτου Μ. Π., πολιτικός μηχανικός ο οποίος σε ανύποπτο χρόνο εξεταζόμενος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών (πρακτικά 422/87) κατέθεσε: "Ενώ έκανα τις επιμετρήσεις από το σπίτι που βρισκόταν δεξιά του επιδίκου βγήκε η κυρία Μ. και με ρώτησε γιατί το μετράω αφού το οικόπεδο ήταν δικό της...

Από τον καθού έμαθα ότι ο πατέρας τον αιτούντα του είχε υποσχεθεί να του δώσει το οικόπεδο αυτό γιατί το οικόπεδο του καθ' ου το είχε πάρει ο δρόμος". Ο αντίδικος αναιρεσίβλητος, στο από 16/2/87 Σημείωμα του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση της από 2/2/1987 εναντίον του συζύγου της αναιρεσειούσης, αιτήσεως Ασφαλιστικών μέτρων (φύλλο 2ον) το οποίο προσήγαγα και επικαλέστηκα στους δύο βαθμούς κρίσεως κατά τούτο, ισχυρίζεται τα ακόλουθα: " Μετά την εφαρμογήν του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως;

η οδός ... κατέλαβε αρκετά μεγάλο τμήμα του οικοπέδου Μ. Ο δικαιοπάροχος μας Α. Κ., δικηγόρος της οικογενείας Φ., επέτυχε μετά δικαστικούς αγώνας πολλών ετών και εδικαιώθησαν οι πελάται του έναντι του διεκδικούντος την περιοχή …. και έλαβεν ως αμοιβή του πλέον των 20 οικοπέδων. Μεταξύ αυτών είναι και το επίδικον.

Όταν η περιοχή ενετάχθη εις το σχέδιον πόλεως, το μεν επίδικον ουδόλως εθίγη, ενώ το αγορασθέν από τον αντίδικον κατελήφθη κατά εν μεγάλο τμήμα του από την οδόν ..., εξ ου λόγου ο τελευταίος εθεώρησε σκόπιμο να καταλάβη εν τμήμα του οικοπέδου μας, πράγμα το οποίον τώρα μόλις αντελήφθημεν. Ούτω, σήμερον το οικόπεδον, εφ' ου έχει ανεγείρει την τεράστιαν οικοδομήν του ο αντίδικος, έχει επιφάνειαν σχεδόν διπλάσιαν της αγορασθείσης, παρά το γεγονός ότι η οδός ...

του έχει αποκόψει σχεδόν το ήμισυ του αγορασθέντος οικοπέδου του..." Από τα ακόλουθα αβίαστα συμπεραίνεται ότι τόσο ο μάρτυρας του αναιρεσίβλητου και ασφαλώς ο ίδιος εγνώριζαν το γεγονός ότι μετά την εφαρμογή στο σχέδιο πόλεως, η αγορασθείσα ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας έμεινε μισή και ότι ο Α. Κ. θεώρησε δίκαιο εύλογο και ηθικό να την αποκαταστήσει δωρίζοντάς της το διπλανό επίδικο, όσο και το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος και ο αναιρεσίβλητος ουδεμία βιοτική σχέση δεν είχαν με το επίδικο ομολογώντας ότι όλες αυτές τις μεταβολές λόγω πράξεων νομής στο επίδικο τις αντελήφθη το 1987.

Για τον λόγο αυτό, η προσβαλλομένη πρέπει να αναιρεθεί κατ' άρθρο 559 αριθμός 12.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, υπό την έννοια, ότι, πέραν (και ανεξαρτήτως) τη πλήξεως της περί τα πράγματα κρίσεως, εν πάση περιπτώσει, ήτοι και υπό την εκδοχή της υπάρξεως εξώδικης ομολογίας, αυτή αξιολογείται ελευθέρως ομού μετά των υπολοίπως αποδεικτικών μέσων, ενώ η αναιρεσείουσα με τα όσα ανωτέρω υποστηρίζει περί της αντίστοιχης αποδεικτικότητος, θεμελιώνει το λόγο επί λανθασμένης προϋποθέσεως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

VIII. Kατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στην ηττωμένη αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθρ. 176,183, 191 παρ. 2, 495 παρ.4, ως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του, Κ.Πολ.Δ), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-11-2015 αίτηση της Π. Μ. περί αναιρέσεως της 2336/2014 αποφάσεως του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσόν της οποίας ορίζει σε χίλια οκτακόσια ευρώ (1800€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2019.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ